Κυριακή, Ιουνίου 25, 2023

1.314 φιλοξενία, ταξίδια, όνειρα...

μια και αναφέραμε τη φιλοξενία, είχα βρεθεί στη Σκύρο το 1966 για να αποτυπώνω τζάκια, καμινάδες και κοτέτσια και έφευγα πρωϊ πρωϊ με την ανατολή.. ένα περίεργο πράγμα, ενώ κοιμόμουν πολύ αργά ξύπναγα και πολύ νωρίς, πεντακάθαρος αέρας ή απλώς ευεξία; ποιος ξέρει, δε θα το αναλύσω τώρα.. Επέστρεφα λοιπον στο δωμάτιο κατά τις έντεκα για να πάρω το μαγιό μου και έβρισκα στο τραπεζάκι ένα πιάτο με φρούτα, σύκα και σταφύλια συνήθως.. τα είχε βάλει η κυρία Ευσταθία, καλή της ώρα.. δύσκολο να ζει σήμερα, αλλά καλά να είναι η ψυχούλα της όπου κι αν βρίσκεται.. στην καρδιά και στη σκέψη μου σίγουρα είναι άσβηστη η εικόνα της η όμορφη! θυμάμαι πως της πρόσφερα μερικά χρήματα επιπλέον και στάθηκε αδύνατο να τα δεχτεί. Αυτό είναι φιλοξενία!

μια και λέγαμε για μήλα, είχα μια χαρτοσακούλα με μήλα άρτι ψωνισθέντα με τα τελευταία μου βελγικά φράγκα στο σταθμό της Αμβέρσας, όπου είχα πάει για.. (αυτο ειναι άλλη ιστορια) τεσπά, μετά από μια βολτίτσα στο ζωολογικό κήπο, είχα ψωνίσει μήλα, γιατί.. τί να τα έκανα δυο-τρία βελγικά φράγκα που είχαν περισσέψει; Είχα αφήσει τη βαλίτσα μου για φύλαξη, αλλά ο τυπάς που τη φύλαξε για καμμιάν ωρίτσα ήθελε δυο φραγκάκια για να την επιστρέψει.. μίλαγε φλαμανδικά και η συνεννόηση με νοήματα, καταλαβαίνεις.. Οπότε, του προσφέρω τη σακούλα με τα μήλα και γνέφει "ναι" και βάζω το χέρι να πάρω ένα τουλάχιστον, αλλά αρχίζει τα νοήματα "όχι, όχι" και τι να κάνω.. κλαίω τα μηλαράκια μου και ανεβαίνω στην αποβάθρα να περιμένω νηστικιά ψιλοβρίζοντας απο μέσα μου γιατί είμαι καλό κορίτσι και δεν βρίζω γενικώς. Το αποκορύφωμα τωρα: απέναντι απο το παγκάκι όπου καθόμουν ήταν ένα κουβούκλιο γυάλινο και μέσα ήταν σύσσωμο το σώμα των βέλγων σιδηροδρομικών υπαλλήλων, που όλοι τους τρώγαν επιδεικτικά τα μήλα μου, με δείχναν με το δάχτυλο και χασκογελούσαν!! Εβαλα και'γώ τα χέρια σαν προέκταση της μύτης (σαν καραμούζα) και τους κορόϊδευα γελώντας στα μούτρα τους... τους σιχαμένους! φιλοξενία σου λένε μετά..

φορούσες ένα κόκκινο πουκάμισο, όταν βρεθήκαμε ξαφνικά στη Ν. Υόρκη, σε μια παράγκα με ξύλινο κατασκονισμένο πάτωμα, που το συγύριζαν οι μπαρμπάδες και οι θείτσες κι οι ξαδέρφες σου, αλλά συγυρισμό δεν είχε και τρώγαμε μήλα, τεράστια αμερικάνικα αλλά κι ελληνικά, μια και είχες σκεφτεί να κουβαλήσεις μερικά σαν δώρα, κλεισμένα στο μικρό σου βαλιτσάκι, ευτυχώς δηλαδή γιατί δεν είχα προλάβει να πάρω τίποτα μαζί μου, -μ' ένα τσίτινο καλοκαιρινό φουστόμπλουζο ήμουν- αλλά ευτυχώς ήταν καλοκαίρι και μεταγγίζαμε λάδι σε μπουκάλια από μια μεγάλη νταμιζάνα πλαστική και κινδύνεψε το λάδι να ξεχειλίσει και να χυθεί και σκεφτόμουν "τι θέλουμε εδωπέρα, εδώ είναι φτωχότερος ο κόσμος" και μου είπες σαν να διάβασες τη σκέψη μου "μόλις μαζέψουμε τα εισιτήρια, επιστρέφουμε τάχιστα, σε δεκαπέντε μέρες το πολύ" και ησύχασα γιατί δεν είχα πάρει μαζί μου ούτε μιαν αλλαξιά
__________________
20 Ιουνίου 2017, f/b

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...