Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2017

435. Η κυρία Μαριγούλα

Η κυρία Μαριγούλα εμπορευόταν διάφορα υφάσματα, εσώρουχα και είδη σπιτιού -κουρτίνες, κλπ. Πήγαινε σε αποθήκες, έβρισκε φτηνά και καλής ποιότητας πράγματα, αλλά περασμένης μόδας, και γύρναγε στις γειτονιές της Αθήνας πλασάροντάς τα. Πούλαγε με δόσεις. Ετρεχε όλη μέρα και τα βράδια την άραζε στο σπίτι με τον άντρα και τα παιδιά της. Ο άντρας ψιλοάχρηστος για δουλειά, τον είχε βρει θραύσμα όλμου στο κεφάλι και το μόνο που έκανε καλά ήταν να πίνει και να λέει παιδικά ανέκδοτα. Το νοικοκυριό το κράταγε μια θειά που είχε έρθει από το χωριό για ένα κομμάτι ψωμί. Σιγά σιγά, οι δουλειές πήγαν καλύτερα και η κυρία Μαριγούλα μπήκε συνέταιρος σε ένα μαγαζάκι κάπου στην Ερμού, σε μια στοά. Εκεί τη βρίσκανε πλέον οι πελάτισσες. Το τρέξιμο δεν σταμάτησε, μάλλον πολλαπλασιάστηκε, επειδή το μαγαζί είχε πάγια έξοδα. Προσπάθησε να βάλει το γιο της στη δουλειά, αλλά ήταν αγγούρι το παιδί, δεν έκανε για εμπόριο, δεν είχε θάρρος και λέγειν. Η κόρη πήγαινε σχολείο, αλλά στούρνος επίσης κι αυτή. Τελοσπάντων, με τα πολλά, κατάφερε η κυρία Μαριγούλα να αποκαταστήσει τα παιδιά της, μέσω γνωριμιών φυσικά: ο γιος στο δημόσιο κλητήρας και η κόρη παντρεμένη με ένα καλό παιδί. Ετσι, η κυρία Μαριγούλα έκλεισε το μαγαζί, σταμάτησε το τρέξιμο και πέθανε. Κάπως έτσι πάνε τα πράγματα και με την Ελλάδα. Αν τη βάλεις στη θέση της κυρίας Μαριγούλας, θα πιάσεις το νόημα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...