Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 20, 2018

610. το παιδάκι από τη Λέσβο

μια φορά κατέθεσα σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό τη μισή μου αμοιβή από μια δουλειά (πολλά χρήματα, δλδ) για να σωθεί ένα παιδάκι 2,5 χρονών που έπρεπε να πάει από τη Λέσβο στις ΗΠΑ για μια δύσκολη εγχείριση.. Η έκκληση είχε γίνει (τότε, παλιά) από τηλεοπτική εκπομπή.. Μετά από λίγο καιρό, έμαθα ότι τα χρήματα ΟΛΑ τα καρπώθηκε ο δικηγόρος της οικογένειας που είχε αναλάβει την προώθηση της καμπάνιας για την οικονομική στήριξη της μάνας και του παιδιού και το παιδάκι, φυσικά, πέθανε.. Υστερα από αυτό, ΔΕΝ ΔΙΝΩ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ και συνιστώ στους υποστηρικτές και διακινητές παρόμοιων περιστατικών να έχουν ιδίαν αντίληψη ώστε να μη παίρνουν κόσμο στο λαιμό τους, στηρίζοντας λαμόγια και σιχαμένους υπανθρώπους

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2018

609. τα χαπάκια

πριν από 10 χρόνια βρέθηκα μεταξύ σφύρας και άκμονος που λένε, δύσκολα πράγματα, πολύ δύσκολα, και αναγκάστηκα να ζητήσω συνδρομή από ειδικό γιατρό.. πήγα λοιπόν μια φορά, είπα όσα είχα να πω, άκουγε προσεχτικά, απομόνωσε δυο τρεις μικρές φράσεις, τις άκουσα από τα ξένα χείλη σαν καινούργιες κι έφυγα.. στο δρόμο ένιωθα ελαφριά σαν πουλί πετούμενο που λενε, όλα καλά.. ξαναπήγα άλλη μια φορά, επειδή είχα δώσει το λόγο μου πως θα ξαναπάω να του πω τα νέα.. τότε ήταν που μου έγραψε δυο χαπάκια, να τα δοκιμάσω, είπε, θα μου κάνουν καλό.. τα δοκίμασα για τρεις-τέσσερις μέρες κι ένοιωσα ένα πάγωμα, σαν να μην ήμουν η ίδια, σαν να με έβλεπα απέξω μου.. τα έκοψα μαχαίρι που λένε και τηλεφώνησα στον ειδικό γιατρό και "α, πήρατε τα χαπάκια;" με ρώτησε και "πώς αισθάνεστε τώρα;" και "μια χαρά, γιατρέ μου" του απάντησα και "όχι, τα πέταξα γιατί ένιωσα να μου παγώνουν το συναίσθημα" και "σοβαρά; μα ήταν τα πιο ελαφριά.. και τι θα κάνετε τώρα;" είπε, και απάντησα ότι νιώθω πάρα πολύ καλά και τον ευχαριστώ που μου τα έδωσε και με τον τρόπον αυτό κατάλαβα πόσο καλά είμαι.. γιατί τη γράφω αυτή την εμπειρία; μα επειδή σκέφτηκα ότι πιθανότατα χαπακώνονται οι εξουσιαστές για να μη νιώθουν ΤΙΠΟΤΑ.

608. ο κύριος Μπίμπας

ο κύριος Μπίμπας ήρθε στη Β' τάξη, μια και διαδέχτηκε την γλυκύτατη δασκάλα μας στην Α' Δημοτικού, για μεγάλη μου λύπη, γιατί τότε μικρό παιδάκι ήμουν και αυτός ο πανύψηλος και χοντρότατος κύριος (αν και έμοιαζε με τον αγαθότατο κύριο Μικόμπερ του αγαπημένου αναγνώσματος) ήτανε σκέτο καθίκι: πέρα από την τσιριχτή εκνευριστική φωνή που ξεπερνούσε τα ντεσιμπέλ πλανόδιου μανάβη, έδερνε κιόλας χωρίς εξαίρεση όλα τα παιδιά εκτός από το χοντρό αγόρι, γιο συνταγματάρχου, όπως επαναλάμβανε σε καθε ευκαιρία. Ακόμα και μένα χτύπησε με το χάρακα τον μαύρο στους κόμπους των δαχτύλων, δεν ήθελε να δέρνει ανοιχτές παλάμες επειδή δεν πόναγαν όπως έλεγε. Εμεινα καναδυό μήνες σε αυτή την τάξη και αυτό το σχολείο, γιατί μετά έπαθα αδενοπάθεια και γλίτωσα!
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε πριν από λίγο στο f/b, αφού διάβασα αυτό το σχετικό ποστ-->> https://simiomatariokipon.wordpress.com/2017/08/15/aristeia/

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 17, 2018

607. μάτια νερουλά

Υπάρχουν κάτι μάτια νερουλά,
Σαν καταιγίδες που ορμάνε να σε πνίξουν
Άπατες λίμνες και βαθιές, που ξεγελούν,
Τάχατες άκακες πως είναι, λαγαρές,
Μέχρι με χάδια και γητειές να σε τυλίξουν.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 16, 2018

606. Belle Ile en Mer

κάποτε, περπατούσα στο νησάκι της Βρετάνης το Belle Ile en Mer, σε χωράφια με άγριο μαϊντανό που έφτανε ίσαμε το γόνατο. Βάδιζα και η ευωδιά του απλωνόταν σε μεγάλη ακτίνα, υγρασία τρομερή, ήταν πρωί, φορούσα την κίτρινη νιτσεράδα μου, η θάλασσα τραβηγμένη στα βαθειά. Το μεσημέρι κατεβήκαμε κάπου 5-6 μέτρα και βαδίζαμε στο βυθό μαζεύοντας μύδια κολλημένα σε όρθιους βράχους, τα χέρια στην ανάταση σχεδόν για να τα φτάνουμε και το βράδυ φάγαμε εκπληκτικό μυδοπίλαφο, μαγειρεμένο απο τον Antonio στο τεράστιο τζάκι που είχε μέγεθος δωματίου.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 14, 2018

605. Η οπτική γωνία και ο Αφέντης Πολυροβυθάς


Οπτική γωνία είναι η γωνία υπό την οποίαν μπορείς να δεις τα πράγματα. Η οπτική γωνία διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο κι από μάτι σε μάτι. Αλλιώς βλέπεις τα πράγματα εσύ κι αλλιώς τα βλέπει κάποιος άλλος. Αλλιώς τα βλέπεις με το μάτι το δεξί κι αλλιώς με το αριστερό.

Για να το καταλάβεις, θα σου θυμίσω το παραμυθάκι του "Αφέντη Πολυροβυθά", του κακομοίρη που εκράταγε ένα ρεβύθι κάνοντας όνειρα ότι θα σιάξει χωράφια και χωράφια καλλιεργώντας τις σοδιές απο ρεβύθια που θα γεννούσε αυτό το ρεβυθάκι και που, όταν τον εβάλανε να κοιμηθεί σε τσαλακωμένο κρεββάτι εστριφογύρναγε ολονυχτίς και δεν έκλεισε μάτι ψάχνοντας το ρεβύθι του ανάμεσα στις ζάρες, αλλά την άλλη νύχτα εκοιμήθηκε σαν πουλάκι γιατί τον εβάλανε σε πουπουλένιο στρώμα κι ατσαλάκωτα σεντόνια και δεν τό 'ψαχνε το ρεβύθι του κι αν του ξαγλιστρούσε λιγάκι, ε, με μια ελαφριά κίνηση, τό 'βρισκε ξανά στη χούφτα του και συνέχιζε τον μακάριο ύπνο. 

Ο Πολυροβυθάς έβλεπε τα πράγματα από τη δική του σκοπιά, από τη σκοπιά μη τυχόν χάσει το ρεβύθι του, που ήταν η μοναδική του περιουσία, δηλαδή.
Οι άλλοι το βλέπαν το πράγμα αλλιώς, σύμφωνα με τις δικές τους εμπειρίες και προσλαμβάνουσες, που λένε. Πως δηλαδή εστριφογύρναγε στο κρεββάτι επειδή ήτουνε καλομαθημένος, άρα πλούσιος, και πως ήθελε καθαρά και καλοσιδερωμένα στρωσίδια για να κοιμηθεί ήσυχα.

Ετσι, την έκανε την τύχη του ο Πολυροβυθάς! Μια και τον ενομίσανε πλούσιο που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο παράσταινε το φτωχό, τον εσιάξανε στα μέτρα των πλουσίων, του δώκανε σπίτια και χωράφια και άμαξες και βολεύτηκε ο φτωχός ο ανθρωπάκος, φύτεψε το ρεβύθι του κι άλλα πολλά ρεβύθια, έκανε οικογένεια με πολλά παιδάκια Πολυροβυθάκια κι έζησε αυτός καλά κι εμείς.. άστα να πάνε!

Αν αυτοί οι "άλλοι" είχανε ή μπορούσανε να δουν τις εμπειρίες του Πολυροβυθά, θα τον επετάγανε από την αρχή με τις κλωτσιές και αν ο Πολυροβυθάς είχε τις εμπειρίες των πλουσίων, δεν θα τόλμαγε καν να χτυπήσει την πόρτα τους. Ετσι δεν ειναι; Ισως όμως και να κάνω πάλι λάθος... (2008)

604. ο ακάλυπτος

ο ακάλυπτος είναι στα όπα του αυτό τον καιρό.. παλιότερα, η νύχτα έφερνε στο μαξιλάρι μου αλυχτίσματα και νιαουρίσματα, διαλόγους ή και μονολόγους παρατημένων ζώων -και ανθρώπων κάποτε κάποτε- αλλά εδώ και μια βδομάδα περίπου το πράγμα έχει αρκούντως αναβαθμιστεί.. η ανάπτυξις που λέγαμε.. αυτή. Ηρθε επιτέλους, τουλάχιστον για μία κυρία η οποία κραυγάζει καλύτερα και από εκείνην στο "Φρανκεστάιν τζούνιορ" αν έχεις ακουστά.. ιπποθέτω ότι γαμείται ανεπαναλήπτως, δια να εξαντλεί όλας τα κλίμακας του πενταγράμμου, ολολύζουσα κατά τις τέσσερις η ώρα, αλλά αυτό θα ήτο ανεκτόν διότι τότε η πλειονότητα των ανθρώπων ροχαλίζει μακαρίως.. μη παίρνεις παράδειγμα από μένα, ε.. σήμερα όμως, το καβλέτο του ακαλύπτου έδωσε ρέστα.. προεξέτεινε το ρεσιτάλ και κατά τας πρωϊνάς ώρας, τουτέστιν ώρες που ο κόσμος είναι έξω για δουλειές, δέκα με δώδεκα και βάλε.. τύφλα νά'χει η Σκάλα του Μιλάνου λέμε.. ίσως (τι ίσως, πιθανότατα μάλλον) η ανεργία είναι εκείνη που αναβάθμισε την σεξουαλικήν ζωήν των ανθρώπων.. μένει άνεργος στο σπίτι ο άνθρωπος και -τι να κάνει;- αντί να βγει στο δρόμο ωρυόμενος "γαμώ την κοινωνία" μένει σπίτι και απολαμβάνει χωρίς ο ίδιος να βγάζει κιχ.. μπορεί να υπάρχουν και πολλές άλλες εκδοχές, να κερδίσαν το λαχείο οι άνθρωποι, να βγήκαν στη σύνταξη, να στείλαν πρώτη φορά σχολείο τα παιδάκια τους και μείναν επιτέλους μόνοι, να διώξαν τα πεθερικά στο χωριό, κλπ κλπ.. σκέψου κι εσύ, όλα τα βάρη σε μένα πια;..

603. δυο περιπέτειες...

1.
μια φορά, παλιά, όταν σπάσαν τα φρένα του αυτοκινήτου, λίγο πριν από τα διόδια της Τραγάνας (αν θυμάμαι καλά) και ο πατέρας πήγαινε το τουτού πέρα-δώθε στη φαρδιά την άσφαλτο (ευτυχώς δεν ερχόταν κανείς από απέναντι κι έκανε αυτό το κολπάκι μπας και ελαττώσει ταχύτητα, όπως αποκάλυψε μετά) τσουλώντας με φόρα τρεμάμενο προς τα κουτάκια των διοδίων, παρακάλαγα (από μέσα μου βέβαια) να βρισκόταν ένα εμπόδιο, ένα περίπτερο ή ένα δέντρο να φύτρωνε επιτόπου, να μας σταματήσει. Κάπως έτσι νιώθω και τώρα, που τραβάει ολόκληρη η ανθρωπότητα φυσέκι προς το γκρεμό. Το αυτοκίνητο σταμαμάτησε μοναχό του, ακριβώς στο πλάι των διοδίων. Αχ, ανασάναμε βαθειά!

2. 
έχω φρενάρει στο τσακ, μόλις άνοιξε στο δρόμο μπροστά μου χάσμα απύθμενο, κάπου στη βόρεια Εύβοια, καταιγίδα διαρκείας, αστραπές, κλπ, και μια κι έπρεπε να περιμένω να ξημερώσει για να με βρουνε, βγήκα έξω και απόλαυσα ένα δροσερό ντουσάκι με σαμπουάν και τα όλα του, που ίσως να ήταν και το τελευταίο μου, αλλά δεν ήταν (ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν ξέρω ακόμα)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2018

602. η φαντασία στην εξουσία!


Επιτέλους ήρθε! Εστω και σε οικονομική συσκευασία. Ηρθε η φαντασία στην εξουσία λέμε. Με φανταστικό χρήμα. Ετσι κι αλλιώς, φανταστικό ήταν εδώ και μερικές δεκαετίες, μόνο που τώρα αποκαλύπτεται σε όλο του το μεγαλείο. Το φανταστικό, εννοείται.

Αναρωτήθηκα, όπως και πλήθος άλλοι -υποθέτω- πού βρίσκονται αυτά τα 28 δις ευρά, με τα οποία εγγυάται η κυβέρνηση στις τράπεζες. Η απορία μου λύθηκε ατάκα κιεπιτόπου με τις δηλώσεις του κ. γ. γραμματέα (ή κάτι τέτοιο) των τραπεζών. Είπε λοιπόν αυτός ο κύριος (ονόματα δεν θυμάμαι, δυστυχώς) ότι αυτό το ποσό (ο αριθμός δλδ) δεν είναι πραγματικά χρήματα, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά είναι "εγγύηση" και αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι: το κράτος εγγυάται με φανταστικά χρήματα; δλδ, με ένα φανταστικό αριθμό;
Οπότε, έτσι εξηγείται το φαινόμενο να υπάρχουν τράπεζες που δεν δέχονται χρήματα. Αφού είναι φανταστικά!

Τι ωραία που θα ήταν να ζούμε και με φανταστικά τρόφιμα, να ντυνόμαστε με φανταστικά ρούχα, να πληρώνουμε γενικά με φανταστικά χρήματα!

..ή.. μήπως αυτό κάνουμε μέχρι τώρα; Παίζουμε δλδ ένα παιχνίδι φαντασίας και δεν το έχουμε καταλάβει; Μήπως παίζουν οι εξουσιαστές με μας, τους απλούς πολίτες; Μήπως μας θεωρούν πλάσματα της φαντασίας τους, φανταστικά πιόνια στη σκακιέρα τους; Μήπως θα μπορούσαμε κι εμείς να τους δούμε έτσι; Κι αν τους βλέπαμε ως φανταστικά πλάσματα, μήπως θα μπορούσαμε ευκολότερα να τους εξαφανίσουμε με ένα... ξύπνημα;

Η φαντασία διογκώνεται στα όνειρα, το ξέρουμε αυτό, και για τούτο ένα καλό όνειρο θέλουμε να διαρκεί περισσότερο. Δεν θέλουμε κανείς να μας ξυπνά όταν βλέπουμε ένα υπέροχο όνειρο. Τώρα όμως βρισκόμαστε στη μέση ενός εφιάλτη, έτσι δεν είναι; Ε, λοιπόν, καιρός να ξυπνήσουμε! (2008)

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 12, 2018

601. ο δίσκος έχει τη δική του ιστορία..

Μια φορά, πολλά χρόνια πριν, την εποχή των χίππιδων αν εχεις ακουστά, δούλευα σε ένα νησί των Κυκλάδων, ένα από τα ωραιότερα.. Εκεί λοιπόν ειχα την ευκαιρία να γνωρισω πολύ κόσμο απο τα πέρατα της Γης, που λένε, και μεταξύ αυτών ένα νεαρό ζευγάρι τρελλά ερωτευμένο, τον Τζαίημς απο το Λονδίνο και τη Σαμάνθα απο τη Φλόριδα. Είχαν γνωριστεί στο καράβι από Αθηνα στο νησι, ερωτεύτηκαν και έμεναν μαζί σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Εδειχναν τρισευτυχισμένοι και μάλλον θα ήτανε κιόλας. 

Ενα βραδάκι λοιπόν, εκεί που κουβεντιάζαμε τρωγοπίνοντας σε ένα ταβερνάκι, με ρώτησε ο Τζαίημς αν έχω είδη ραπτικής εκεί που μένω και, στη θετική μου απάντηση, με παρακάλεσε αν γίνεται να έρθει η Σαμάνθα σπίτι μου να μπαλώσει μερικά ρούχα. Ετσι κι έγινε. Για μερικές μέρες, έθεσα το σπίτι στη διάθεσή τους και όταν γυρνούσα απο τη δουλειά ήταν πολύ ευχάριστο να βρίσκω δυο γλυκούς ανθρώπους να με περιμένουν. Εμαθα την ιστορία τους, διηγήθηκα τη δική μου, ανταλλάξαμε ιστορίες δηλαδή. 


Μου έκανε εντύπωση που η Σαμάνθα δεν είχε κατοικήσει ποτέ ως τότε σε κανονικό σπίτι, αλλά έμενε με την οικογένειά της σ' ένα γιωτ! Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να συνεχίσει να ζει έτσι και ο Τζαίημς, παρόλο που ήταν σχετικά φτωχός, θα της χάριζε τη ζωή που εκείνη επιθυμούσε στην πατρίδα του, την Αγγλία.  


Αποχαιρετιστήκαμε σχεδόν κλαιγοντας -τι σχεδον, κλαιγαμε!- και, στην άρνησή μου να δεχτώ χρήματα για τη φιλοξενία, ο Τζαίημς με ρώτησε ποιο φιλμ μου άρεσε εκείνο τον καιρό και του μίλησα για το Jungle Book και τα υπέροχα τραγουδάκια του. Μετά απο καμιά δεκαριά μέρες, έλαβα ενα δέμα. Το άνοιξα και νά ο δίσκος που ακόμα τον έχω και τον ακούω καπου κάπου. 


Μια φορά που είχα επισκεφτεί μια φάρμα λίγο έξω απο το Λονδίνο, ο χασάπης έμοιαζε υπερβολικά στο Τζαίημς, ειχε τα μπροστινά του δόντια αραιά σαν του Τέρρυ Τόμας περίπου, αλλά ντράπηκα να ρωτησω. Μάλλον δεν θα μου άρεσε να ήταν... Προτίμησα να μείνω με την ανάμνηση.

600. άνθρωποι πολύτιμοι

θυμήθηκα στην Πολεοδομία του Πειραιά τη φοβερή τσακάλαινα Βασιλική Γρύλλη, μια πανάξια γυναίκα-στρόβιλο που όλα τα γνώριζε απέξω κι ανακατωτά, νόμους και παράθυρα και παραθυράκια.. τι να πρωτοθυμηθω.. Τη συνάντησα μερικά χρονάκια αργότερα, σύμβουλο του αξεχαστου Α. Τρίτση, να περιφέρεται στο υπουργείο ψιλοχαμένη, μια και το εκεί περιβάλλον έπεφτε πολύ στενό για το πιρουεττόζικο μυαλό της. "Αλλά" μου είχε πει σαν να απολογείται "εδώ νοιώθω πιο ασφαλής, εχω κανονικό ωράριο, μπορώ να βλέπω χωρις άγχος την οικογένειά μου" και την κατάλαβα ή έτσι νόμισα -τότε. Παρόμοια περίπτωση είναι και αυτή του Γ. Ρωμανιά, που είναι ζωντανή εγκυκλοπαίδεια περί το ασφαλιστικό. Να τους προσέχουμε αυτους τους ανθρώπους. (2015)

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 11, 2018

599. θλίψη

Περπατούσα γρήγορα, οι καλεσμένοι μου με περίμεναν και είναι τόσο απαίσιο να φτάνει η οικοδέσποινα μετά τους καλεσμένους! Ετσι σκεφτόμουν τότε και κάτι με έτρωγε μέσα μου, ένοιωθα χάλια, αλλά κάτι θα έβρισκα και θα τα μπάλωνα όπως πάντα. Οπως προχωρούσα λοιπόν βιαστική και αφηρημένη, με μόνο στόχο να φτάσω γρήγορα σπίτι, βρέθηκε μπροστά μου ένα ψηλόσωμο σκυλί χρώματος γκριζωπού με αραιό τρίχωμα στο κεφάλι και τσαλακωμένα μουστάκια -κυνηγόσκυλο νομίζω, έμοιαζε με Drahthaar (εικ)- που με κοίταζε παρακλητικά κόβοντάς μου τη φόρα. Για μια μικρή στιγμή αμφιταλαντεύτηκα. Ηθελα πολύ να το πάρω μαζί μου, να ψάξω για το αφεντικό του, να το ταΐσω, να το φροντίσω, αλλά με περίμεναν οι κοινωνικές υποχρεώσεις και προσπέρασα. Ακουγα τα βηματάκια του τσικ τσικ τσικ πάνω στο πεζοδρόμιο και το βλέμμα του δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το μυαλό μου. Εφτασα σπίτι, δικαιολογήθηκα αν και δεν χρειαζόταν -οι καλεσμένοι κάτι είχαν βρει να κάνουν στο μεταξύ. Μίλησα για τη συνάντησή μου με το σκύλο, κάποιος είπε για ένα γέρο που είχε πεθάνει πρόσφατα λίγο παρακάτω και είχε ένα τέτοιο γέρικο σκυλί, κάποιος μίλησε για τα αδέσποτα που τα κάνουν ζωοτροφές, πήγα στον απόπατο και έκανα εμμετό χωρίς να με πάρουν είδηση. Η συγκέντρωση διαλύθηκε μετά τα μεσάνυχτα, πήγα για ύπνο αλλά χωρίς αποτέλεσμα, η εικόνα του βλέμματος με κυνηγά ακόμα. Εφτιαξα, φυσικά, αρκετές ιστορίες με σκύλους, καμία όμως για το σκύλο αυτό με το ανθρωπόμορφο πονεμένο βλέμμα. Ακόμα νοιώθω τύψεις που δεν έκανα κάτι γι αυτό το γέρικο πλασματάκι. (2008)

598. ένα βλέμμα τρομαγμένο

Το βλέμμα, για το οποίο σίγουρα δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο από το να σημειώσω έναν αριθμό κυκλοφορίας, με κοίταξε -υγρό και γουρλωμένο σαν από τρόμο για κάτι τι αναπόφευκτο- μέσα από το πίσω αριστερό τζάμι ενός σκουρόχρωμου πολυτελούς αυτοκινήτου. Εκείνο το φθινοπωρινό βραδάκι, κατέβαινα την οδό Ι. Γενναδίου με τα πόδια και, τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να διασταυρώσω την οδό Ραβινέ, μια σκουρόχρωμη λιμουζίνα γεμάτη επιβάτες έστριψε απότομα αριστερά αναγκάζοντάς με να ξανανέβω στο πεζοδρόμιο. Για μια στιγμή, θύμωσα με τον οδηγό που κόντεψε να με πατήσει στρίβοντας τόσο γρήγορα και απροειδοποίητα. Η στιγμή αυτή ήταν αρκετή ώστε να διακρίνω καλά μέσα στο μισοσκόταδο δυο μάτια πάνω σε ένα πρόσωπο σκούρο κολλημένο πάνω στο πίσω αριστερό τζάμι της λιμουζίνας. Τα μάτια με κοίταζαν με τέτοιο τρόπο, υγρά και γουρλωμένα, σαν να με διατάζανε να σπάσω το τζάμι επιτόπου και να ελευθερώσω αυτό το άμοιρο πλάσμα στο οποίο ανήκαν. Δεν έκανα τίποτα, φυσικά, και η ιδέα να σημειώσω τον αριθμό κυκλοφορίας ήρθε λίγο αργότερα. Πέρασε η στιγμή και πέρασα και 'γώ απέναντι. Το βλέμμα αυτό όμως, ακόμα και σήμερα, αποτελεί ένα μυστήριο για μένα. Ερχεται και φεύγει και ξανάρχεται. Εχω πλάσει ένα σωρό ιστορίες γύρω από το βλέμμα αυτό και τον άνθρωπο που το κουβαλούσε, αλλά είναι η μια τρομαχτικότερη από την άλλη και διστάζω να τις επαναλάβω και γραπτώς. Εκείνες τις μέρες συνέβη ένα έγκλημα στην οδό Ραβινέ, ίσως και αυτό το γεγονός να έπαιξε το ρόλο του στη μυθολογία που έπλασα γύρω από αυτό το βλέμμα. Ηταν άραγε μυθολογία; Η δική μου φαντασία έκανε φύλλο και φτερό μια στιγμιαία εικόνα ή αυτό το βλέμμα ήθελε πράγματι να πει όλα αυτά που η εικόνα που σχημάτισα το έβαζε να λέει; Το μόνο σίγουρο είναι πως θα μείνω με την απορία. (2008)

597. Αβρακόμη

το όνομα "Αβρακόμη" το άκουσα πριν πολλά χρόνια στο Αχλάδι, ένα παραθαλάσσιο χωριό της Φθιώτιδας, ανάμεσα Στυλίδα και Πελασγία. Ετσι λέγαν ένα παλιό αρχοντικό, «το σπίτι της Αβρακόμης», που ήταν -λένε- κυρία επί των τιμών κάποιας παλιάς βασίλισσας, νομίζω της Σοφίας, και ζούσε εκεί -λένε- τα τελευταία της χρόνια μέχρι που πέθανε. Οι γεροντότεροι θυμόντουσαν πολυτελείς άμαξες που έφταναν από την Αθήνα. Αυτά τα άκουσα όταν ήμουν αρκετά νέα για να δώσω ιδιαίτερη σημασία και δεν ρώτησα να μάθω περισσότερα. Τότε, ήταν ένα αρκετά ερειπωμένο σπίτι πίσω από κάτι καλαμιές. Σήμερα, δεν ξέρω καν αν υπάρχει ακόμα.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 09, 2018

596. πλας Πιγκάλ

αρχές 10ετίας 70, στην Ελλάδα χούντα, ταξίδι διερευνητικό στο Παρίσι, Πιγκάλ, υπόγεια αποθήκη υφασμάτων, να θέλω ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί μόλις ακούω δυο-τρεις κυρίες κομψότατες να ουρλιάζουν σε άπταιστα ελληνικά "εγώ το είδα πρώτη!!!" και "άστο κάτω μωρή!!!" τραβολογώντας κάτι τόπια υφασμάτων.. ντράπηκα αφόρητα λέμε, αλλά ευτυχώς ήμουν μαζί με την Τερέζα που μου έδωσε να καταλάβω το αστείον του θεάματος και σταθήκαμε σε μιαν ακρίτσα και κάναμε χάζι..

595. Αρετή

Η κυρία Αρετή επαντρεύτηκε τον βοηθό του τελωνοφύλακα, όταν ήτανε στα τριανταοχτώ της κι εκείνος μόλις στα εικοσιδυό, εκάμανε τρία παιδιά, τα εσπουδάξανε και τώρα θα είναι γεροντάκια -αν ζούνε, που το εύχομαι!- και θυμάμαι αυτό το ζευγάρι να χαριεντίζονται σαν πιτσουνάκια και να μη τους ενοιάζουνε τα σχόλια των χωριανών τους.
Αυτά τα ολίγα περί ερώτων και διαφορών και μπλα μπλα μπλα
Σημειώνω ότι η κυρία Αρετή ήταν κακάσκημη και ο τελώνης παίδαρος.

594. Πηνελόπη

Η γιαγιά της γιαγιάς μου η κοντεσίνα Πηνελόπη, εκλέφτηκε στα δώδεκά της χρόνια με τον κόντε Αναστάση που ήταν κοντά στα τριάντα του, επαντρευτήκανε κι εκάνανε δώδεκα παιδιά που εζήσανε όλα και ο Αναστάσης επρόκοψε πολύ, έγινε και γερουσιαστής, τότε, πολύ πολύ παλιά, στα 1800τόσα.
Αλλο να μιλάμε για έρωτες και άλλο για αποπλανήσεις, κλπ, κακοπροαίρετες πράξεις, ε;

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2018

593. μια κυρά στη Ζανζιβάρη

Ητανε μια κυρά στη Ζανζιβάρη
που έμοιαζε με ψάρι
φωνή δεν είχε μα κολύμπαγε σαν χέλι
κι άμα τη ρώταγε κανείς
"τι κάνεις;" έγνεφε "σηκώνω βάρη".

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 02, 2018

592. η Ελένα η γιατρίνα

παλιά, ειχα φιλοξενησει μια γυναικα, γιατρινα απο Αφγανισταν.. έμεινε λίγες μερες μεχρι να κανει χαρτια να παει Γερμανια.. μέρα-νύχτα έκλαιγε.. δεν καταλάβαινα τότε, δεν ήξερα.. έλεγε για το 14χρονο γιο της που τον πήρε ο πατερας του και πηγανε στους ταλιμπαν, αλλα τότε δεν είχα ιδέα τι εστί ταλιμπαν και τετοια.. νομιζα πως προκειται για εσωτερικο τους θεμα.. κατι σαν τα δικα μας αλληλομαχαιρωματα τα πολιτικά.. πού να φανταζόμουν ότι ήταν αληθινα και όχι μονο μαχαιρώματα.. καπως ετσι θα βλεπουν οι ξενοι και μας εδωπερα με τη λιτοτητα κλπ.. δεν τους πηγαινει ο νους, που λενε.. καθενας βλεπει τα πραγματα μεσα απο δικες του εμπειριες/ γνωση.
-------------
Η Ελενα ήταν μελαχροινή με κάτασπρη επιδερμίδα και καταγάλανα μάτια. Εύχομαι να ταίριαξε στη Γερμανία.
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 2015 στο f/b

591. πρώτη μέρα στο σχολείο

Κάπου υπάρχει μια φωτογραφία μου από την πρώτη μέρα στο σχολείο, τραβήχτηκε στον Εθνικό Κήπο, πηγαίνοντας προς το σπίτι της γιαγιάς μου, από φωτογράφο της στιγμής, από εκείνους με τα τρίποδα και τις γυάλινες πλάκες. Θυμάμαι πολύ καλά πόσο ενθουσιασμένο ήταν το βλέμμα μου, πόσο άπληστο, λες και ήθελε (είχε βρει τρόπο, δηλαδή!) να καταβροχθίσει τον κόσμον όλο! Μόλις μπήκαμε στο σπίτι της, η γιαγιά άρχισε να παίρνει βαθιές εισπνοές "αααχ! μοσχομύρισε Σχολείο!" λέγοντας.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 01, 2018

590. Νέα Ηρακλείτσα

οι πολυθρονες ηταν ξυλινες και βούλιαζαν στην άμμο, ο ήλιος έπεφτε βαρύς και κόκκινος στο βλέμμα, κι η Νέα Ηρακλείτσα στο χάρτη μια τελίτσα...

589. Βαθυστόχαστα


Ψάχνοντας
Το βαθυστόχαστο στίχο
Λιώνει το μυαλό
Γίνεται σούπα
Την πίνω
Ο στίχος
Αφοδεύεται
Βαθυστόχαστα
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε 1/9/2014 στο f/b 

588. στην φθινοπωρινή Καστοριά

πριν απο 52 χρονάκια ακριβώς, τέτοιες μέρες - μερες φθινοπωρινές όμως, όχι σαν το παρατεταμένο γαϊδουροκαλόκαιρο που συνηθίζει να μας κατσικώνεται και καλά κάνει γιατί φέτος είπαμε θα παω Σεπτέμβρη διακοπες- τέτοιες μέρες λοιπόν, περπατάγαμε, κάτι νεαρούδια κει πέρα, γύρω απο τη λίμνη της Καστοριάς και βουλιάζαν τα βήματα στα υγρά φύλλα.. ήτανε μούχρωμα, η ώρα που ο ήλιος έχει βασιλέψει και πυκνώνει το σκοτάδι, και μια κοπελίτσα κοντούλα ακολουθούσε με κόπο τα βήματα του δασκαλου και όλο και κάτι μουρμουράγανε και ο Πίπης, ένας επτανησιος συμφοιτητης, φωναζε απο πίσω "πρόσεχε τη γλώσσα σου Ζωίτσα! θα την πατήσεις!" και τότε ήτανε που έμαθα τί εστί γλείψιμο
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...