Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 03, 2023

1.453 λίπασμα για Ελευθερία

** αδέρφι, με πνίγουν τα δάκρυά σου
εξοργίσου, αντιστάσου, κάνε κάτι
μόνο μη γκλαίς.
θα με πνίξεις!

** αν εξοργιστώ κι αν αντισταθώ
θα με χώσουν δυο μέτρα κάτω απ' το χώμα
έλα να κλάψουμε μαζί
να γίνουμε θάλασσες
να τους πνίξουμε!

** όσο κλαίμε κι όσο θρηνούμε
ο φόβος θεριεύει, γίγαντας γίνεται,
μας τρώει κι ούτε κοκκαλάκι δεν θα μείνει
λίπασμα για Ελευθερία
__________________________
τι εγινε τελικά, δεν ξερω

Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2023

1.411 απεγνωσμένη τυχαιότητα

Φτύνουμε κατά λάθος με αφέλεια μωρού, μεγάλες σπάνιες χαρές. Η αδράνεια διώχνει με την ακρίβεια ενός ρολογά, κάποιες ελάχιστες στιγμές πραγματικής απελπισίας. Στην εξωτερική αυτή βυθοσκόπιση, φυτεύουμε τσαπατσούλικα τις αρτηρίες της ανόητης καρδιάς μας. Το προμάντεμα του Αττίλα. Είναι άσκοπο να ακούμε με όση χαρά κι αν νοιώθουμε, τις κολακείες που παραμορφώνουν την εικόνα μας.

Μικραίνουμε για να χωράμε σε σπιρτόκουτα απεγνωσμένης τυχαιότητας. Η ομοιομορφία δεν είναι κακή περίπτωση, εκτός αν παγιδεύεται προσεκτικά. Ομως τι μας διώχνει και τι μας στεγνώνει. Που γιατρέψαμε και που εκτεθήκαμε στους καιρούς. Πως ξεκολλάμε και τι μας φυλακίζει. Τι απεχθανόμαστε και τι στερούμαστε. Με παραλλαγές και ευγενικές γενικότητες. Πως τελικά (δεν) είμαστε νάρκισσοι.

Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2023

1.395 Αύγουστος στην Αθήνα

Απνοια
Νεκρή η Αθήνα
κείται στο φέρετρο του Αυγούστου
Μιλλιούνια τουρίστες
σαν σκουληκάκια την κατατρώγουν
Περίπτερα-ακροπόλεις πλατειών

Κυριακή, Ιουλίου 09, 2023

1.352 στο δρόμο

στο δρόμο δεν υπάρχουν τοίχοι

στο δρόμο δεν υπάρχουν τείχη

στο δρόμο δεν υπάρχει τύχη

στο δρόμο υπάρχουν κάγκελα

στο δρόμο το κοπάδι όταν μπει
να φύγει να ξεφύγει δε μπορεί
ντουβάρι του τσοπάνη τα μυαλά
τη γκλίτσα τη χειρίζεται καλά
τα πρόβατα οδηγάει στη σφαγή
χασάπηδες ορίζουνε τη γη

η τύχη διαγραμμένη από καιρό
το ποιος θα μπαινοβγαίνει στο χορό
γραμμένο στ' ανεξίτηλα τεφτέρια:
χωρίς λεφτά δεν σου ταιριάζουνε τ' αστέρια

Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2023

1.311 νύχια φορητά

Τί κλαις ρε;
βιδώσου, αισθηματία,
στο λαγούμι σου!
 
Να σε εντάξουν
στα φρόνιμα κρέατα,
να ζεις στις σκιές
με το τίποτα,
με πατάτες και γόους,
με πληγές που όζουν.
 
Τα ειρηνικά πτηνά
δεν υψώνονται.
 
Πηδούν έκτακτα
με νύχια φορητά.
____________________
γραμμένο στις 22/12/2013

Δευτέρα, Μαΐου 15, 2023

1.255 περασμένες μέρες

περνάει μια μέρα
περνάει κι άλλη μια μέρα
περνάν οι μέρες η μια μετά την άλλη
κι όλο περνάν οι μέρες
και γίνονται περασμένες μέρες
περασμένοι μήνες
περασμένα χρόνια
κι όλα αυτά περνάνε αποπάνω μας
μερικά ούτε καν μάς αγγίζουν
μερικά μάς ελαφραίνουν
μερικά μάς πέφτουνε πολύ βαρειά
το σημαντικό είναι να στέκουμε ορθοί
για να περάσει κι άλλη μια μέρα

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2023

1.102 Το φίδι του Λώρενς

Κάποιος Άλλος Ήρθε Πρώτος
Ένα φίδι ήρθε στη στέρνα μου
 
Μία καυτή μέρα του Ιούλη,
Να πιει νερό.
 
Κατέβηκα τα σκαλοπάτια με τη στάμνα μου
Στις βαθιές, μυστηριακές, ευωδιαστές σκιές της μεγάλης χαρουπιάς
Μα στάθηκα, περίμενα, κάποιος άλλος ήρθε πρώτος στη στέρνα.
 
Κατέβηκε από μια ρωγμή των τοιχωμάτων στο μισοσκόταδο
Σύρθηκε, με μαλακή κοιλιά και σκουρόχρυση ράχη, πάνω στην πέτρα του χείλους,
Κι ακούμπησε τα σαγόνια του στην πέτρα του πάτου,
Εκεί που η βρύση έσταζε και καθάριζε τη θολούρα του νερού,
Ήπιε απαλά, ρούφηξε το νερό μέσα στο μακρύ κορμί του,
Χωρίς κανένα θόρυβο.
 
Κάποιος άλλος ήρθε πρώτος στη στέρνα.
Κι εγώ δεύτερος, στην ουρά να περιμένω.
 
Σήκωσε το κεφάλι του, όπως τα μοσχάρια,
Με κοίταξε θολά, όπως τα μοσχάρια σαν πίνουν νερό,
Έπαιξε τη διχαλωτή του γλώσσα, αναλογίστηκε μια στιγμή,
Έσκυψε και ήπιε λίγο ακόμα,
Με το καφέ της γης, με το χρυσό της γης, γεννημένο απ’ τα καυτά σπλάχνα της γης
Μια μέρα του Ιούλη στη Σικελία, με την Αίτνα να καπνίζει.
 
Χρόνια εκπαίδευσης μίλησαν μέσα μου και είπαν
Σκότωσέ τον,
Φίδια της Σικελίας – τα μαύρα είναι άκακα, τα χρυσαφιά είναι φαρμακερά.
 
Και συνέχισε η φωνή, Αν ήσουν άντρας
Θα ‘παιρνες τώρα ένα ραβδί και θα του τσάκιζες τη ράχη.
 
Μα ήταν τόσο όμορφος,
Κι εγώ τυχερός που μου ‘ρθε σαν αθόρυβος καλεσμένος
Να πιει νερό απ’ τη στέρνα μου και να γυρίσει ήσυχος, ειρηνικός, αξιοπρεπής,
Μέσ’ στα καυτά σπλάχνα της γης.
 
Δεν τόλμησα να τον σκοτώσω – ήταν από δειλία;
Και πόσο ήθελα να του μιλήσω – από διαστροφή;
Ένιωσα τόσο τιμημένος – από ταπεινότητα; Μα πόσο τιμημένος ένιωσα…
 
Και είπαν οι φωνές:
Αν δεν φοβόσουν, θα τον σκότωνες!
 
Και ναι, ένιωθα φόβο, πολύ φόβο, μα ακόμα πιο πολύ
Ένιωθα την τιμή που μου ‘κανε,
Που μου ‘ρθε επισκέπτης από τις μαύρες πύλες της μυστικής γης.
 
Ήπιε αρκετά
Και σήκωσε το κεφάλι του σαν ονειροπαρμένος, σαν μεθυσμένος,
Έπαιξε τη μαύρη γλώσσα του, διχάλα νύχτας στον αέρα,
Σαν για να γλύψει τα χείλη του,
Κοίταξε τριγύρω, θεός με άδειο βλέμμα,
Και γύρισε αργά το κεφάλι του,
Κι αργά, πολύ αργά, σαν βαθιά ονειροπαρμένος,
Τράβηξε κουλουριαστά το δρόμο του,
Άρχισε να σκαρφαλώνει στο τοίχωμα της στέρνας.
 
Κι όταν το κεφάλι του έσβησε μέσα σ’ εκείνη τη φοβερή ρωγμή,
Κι όταν η ράχη του άρχισε να εξαφανίζεται αργά,
Κάτι σαν τρόμος, σαν διαμαρτυρία με κατέλαβε,
Να μη χαθεί σ’ εκείνη τη αποτρόπαια ρωγμή,
Να μην ξεφύγει μέσα στη χθόνια μαυρίλα.
 
Άφησα τη στάμνα μου, κοίταξα γύρω,
Σήκωσα ένα στραβό ξύλο
Και το πέταξα μέσα στη στέρνα.
 
Δεν τον χτύπησα, νομίζω,
Όμως ξαφνικά συσπάστηκε η ουρά του
Συσπάστηκε με μια βιασύνη όλο αναξιοπρέπεια.
 
Τινάχτηκε σαν αστραπή και χάθηκε
Μέσα στη σκοτεινή ρωγμή της γης, στο τοίχωμα της στέρνας,
Που απέμεινα να κοιτώ συνεπαρμένος, μέσα στην ησυχία του μεσημεριού.
 
Κι αμέσως το μετάνιωσα.
Τι ευτελής, χυδαία πράξη όλο κακία!
Κατάρα σε μένα και σ’ όλα τα χρόνια της εκπαίδευσής μου.
 
Πήγα, από διεστραμμένο καπρίτσιο, να σκοτώσω κάτι αγνό
Πόσο θα ‘θελα να ξαναρχόταν, το φίδι μου…
 
Γιατί σαν βασιλιάς μου φάνηκε,
Σαν αστεφάνωτος βασιλιάς, εξόριστος στον κάτω κόσμο,
Έτοιμος να αναλάβει και πάλι το βασίλειό του.
 
Να πώς έχασα την ευκαιρία που μου έδωσε ένας από τους άρχοντες
Της ζωής.
Να πώς μου απέμεινε κάτι να εξιλεωθώ:
Η μικροπρέπειά μου.
 
Taormina, 1923
_______________________
σχολιο που ειχα κανει εδω στο σχετικό ποστ του Ηλία και το μεταφερω για να το θυμαμαι καπου καπου: «Η δουλεια της ποιησης (και συνεπως του ποιητη) ειναι να σιαχνει εικονες με λεξεις. Εικονες, μεσα στις οποιες μπορει ο αναγνωστης να αναγνωρισει κατι απο τον εαυτο του, το περιβαλλον του, κλπ, αλλα όχι εικονες απλοϊκα δοσμενες σαν δελτιο καιρου ή άλλο δελτίο -ειδησεων, διατροφης, κλπ.
Δηλαδή, εικονες που θα "ψάξει και θα ψαχτεί" ώστε να τις αναγνωρίσει. 
 
Οι εικονες του αναγνωστη δεν ειναι απαραιτητο να συμφωνουν με τις εικονες που ειχε ο ποιητης στο μυαλο του και τις εβαλε μέσω λεξεων στο χαρτι -ή οπουδήποτε αλλου.
 
Ετσι, μεγαλυτερη αξια δινεται σε ενα ποιημα που οι εικονες του ειναι δυσδιακριτες ή/και υπαρχει δυνατοτητα ανεύρεσης αενάως νέων εικονων, πρέπει να σπας το κεφαλι σου δλδ να βρεις τι ειχε στο νου του ο καθε ποέτας όταν εγραφε αυτο ή εκεινο, κλπ κλπ. 
 
Επειτα, καθενα αναγνωστη ποιησης "αγγιζει" ενα έργο που του λέει κάτι, του αναμοχλεύει συναισθηματα μέσω των εικονων που του δίνει την ευκαιρία να σχηματίσει ή να ανακαλύψει *ο ίδιος ο αναγνωστης, χωρις τη βούληση του ποιητή* κρυμμένες μέσα στον εγκέφαλό του. Ο ποιητής μπορεί να μην είχε τις ιδιες εικονες στο μυαλο του οταν έγραφε το συγκεκριμενο ποιημα, μπορει να μην ειχε καν εικονες, και το αν "άγγιξε" ευαισθητες χορδες του αναγνωστη οφείλεται αποκλειστικα στον εγκεφαλο του αναγνωστη. 
 
Το φίδι του Λώρενς μπορει καλλιστα να σιαχτηκε τη στιγμη που ο ποιητης ειδε ενα φιδακι να περνα!!!
Οι στιχοι όμως γραφτηκαν με τετοιο τροπο ωστε να δινουν την ευκαιρια/δυνατοτητα στον αναγνωστη να σχηματισει όποια εικονα (ή περισσοτερες απο μια) ήθελε με το μυαλό του -και να την αποδιδει κατοπιν στο Λωρενς.
-->> Οθεν, το ζητουμενο ειναι ο τροπος, ο τόπος και η χρονικη συγκυρια. Τι λες;»
 

Τρίτη, Οκτωβρίου 11, 2022

1.042 Χρώμα γκριζοπράσινο μουντό

Ολη νύχτα έψαχνα ένα ποίημα.
Το έγραφα σιγά σιγά.
Το χτένιζα, άλλαζα λέξεις,
άλλες τις διέγραφα εντελώς,
άλλες πρόσθετα,
κάπου καταργούσα άρθρα,
να γίνει το ποίημα πιο λιτό και περιεκτικό.


Εφτασε το πρωί.
Χουζούρεψα μισή ώρα τουλάχιστον
συνεχίζοντας το χτένισμα του ποιήματος.
Λίγο πριν ανοίξω τα μάτια,
το ποίημα -φφρρττ!- πέταξε.
Με εγκατέλειψε.
Χάθηκε.


Θυμάμαι πώς, από το πολύ χτένισμα,
ειχαν μείνει πεντέξι στίχοι μονάχα.
Ξεκίναγε με τη λέξη «Σουρουπώνει».
Μετά συνέχιζε να σκοτεινιάζει σιγά σιγά.
Ηθελε να δώσει το χρώμα που έχει το μούχρωμα,
ένα γκριζοπράσινο μουντό,
λίγο πριν πέσει το απόλυτο σκοτάδι.

Δευτέρα, Ιουλίου 26, 2021

961. Η Λίμνη

 

Τών υψιπέδων τις κατάχλωρες πλαγιές
αφού ξυρίσει μανιασμένο το αγιάζι
ταράσσει τα ύδατα μιάς λιμνης -τού Λοχ Νες,
που στον βυθό της πλάσμα άγνωστο λουφάζει.
 
Κανείς δεν τ' άγγιξε, κανείς δεν τό 'χει δεί,
ποτέ δεν έλαμψε γι αυτό το φώς τής μέρας
κι όμως μορφή τού αποδίδουν αηδή
οι Σκώτοι, όταν αναφέρονται στο "τέρας".
 
Κακό ποιό τάχα να τους έκανε μπορεί;
Απ' τα σκοτάδια όπου τό 'κρυψε η φύση
φαρμακωμένο τους ακούει κι απορεί
κι έχει μιά λίμνη με το δάκρυ του γεμίσει.
 
--
E. Δαμίρας

Παρασκευή, Ιουλίου 09, 2021

956. άρνηση της φύσης

στέγνωσες γέρο κι εσύ γριά φαρφάλεψες

σβουρίζεις στη γειτονιά -τι ψάχνεις νά 'βρεις;

αυτό που νομίζεις πως ο γέρος δεν σού 'δωκε;
 
εσύ γριά τό 'χεις, δικό σου είναι το κουμπί,
 
μια ζωή κάθεσαι πάνω του.
 
κανένας δεν σού φταίει που η πηγή ξεράθηκε.
 
----------
(αφιερωμένο στις γυναίκες που αρνήθηκαν να νοιώσουν)

Κυριακή, Ιουλίου 07, 2019

749. η πέτρινη κουρτίνα

πλάι μου θρόϊζε μια πέτρινη κουρτίνα
ανάλαφρα την κινούσε το αεράκι
πέρα δώθε, σαν πέτρα από μετάξι
κι ο ήχος βότσαλα στην άμμο

πήγα να κλείσω το παράθυρο, μα όχι,
είχαν φρακάρει οι μεντεσέδες
πάνω στο βράχο που ήταν η κουρτίνα
και τότε φύσηξα και φύγαν όλα:

έφυγε το παράθυρο, ο αέρας και ο βράχος.

Πέμπτη, Απριλίου 25, 2019

728. προστασία

πόρτες ανοίγαν μπροστά μου
-θαύματα με καλούσαν-
κι εσύ τις έκλεινες
φτερά φυτρώναν στους ώμους
-ουρανοί ανοιχτοί με καλούσαν-
κι εσύ τα ψαλίδιζες
ξέρω πως με προστάτευες
αλλά τόση προστασία πια
ούτε θεός ούτε διάολος τη θέλει
αυτό που γλίτωσα είναι ο διορισμός
που πάντα επιθυμούσες
(για μένα)

________________________
ΣΗΜ. αφιερωμένο σε προστατευτικούς γονείς

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 11, 2019

663. ήλιος οσκαρικός

χάμω στα πλακάκια, σπαρταρά ετοιμόγεννη η Αυγή,
Ηλιος οσκαρικός αναμένεται να ανατείλει.
Βουνοκορφές, ισοπεδωθείτε:
περνούν τα σελέμπριτις
με δεκανίκια. 

Η χώρα γλιστρά σαν άμμος
και ποιος θα γυρίσει την κλεψύδρα;


Βαρειά καρφιά λειαίνουν μονοπάτια φθόνου.
Φέρνει σκουριά η υγρασία των βλεφάρων,
εκεί όπου χρειάζεται φωτιά και πνίξιμο.

Παράνοια σκοτώνει την Ηθική Αναστολή.
Ο Ανθρωπος επιστρέφει στη μήτρα του αρουραίου.

_______________
πρέπει να κλάψεις πολύ
για να λυώσουν 
-σκουριάζοντας από τα δάκρια-
τα καρφιά στις αρβύλες.
ευκολότερο είναι να τις κάψεις,
αν τις πετάξεις στο νερό,
μπορεί να ξαναβγούν στην επιφάνεια.
_______________
ήλιος οσκαρικός=υποτιμάται εδώ η αξία και το μεγαλείο του ζωοδότη μας ήλιου: τον φέρνουμε στα άθλια μέτρα μας.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2019

655. διάβρωση

τα πάντα διαβρώνονται, όλα ξεφεύγουν
καθώς η ροή της άμμου
ο χρόνος τρέχει, γλιστράει
στην κατηφόρα πέφτει

ποια βεβαιότητα, ποια προστασία
θα αντιμετωπίσει
τα στερημένα σου βράδια

δεν μπορώ να σκεφτώ το πλεονέκτημα
χωρίς να κόψω τις φλέβες μου
για ένα κάστρο

τίποτα δεν είναι οριστικό
τίποτα δεν είναι αμετάβλητο

Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2018

616. το παιδί από το Κούλε

Ηταν παλιά στην παρέα μας
ένα παιδί από το Κούλε
Ενα παιδί χωρίς
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά,
άξια να θυμάται κανείς

Μόνο που έλεγε κάθε τόσο
-χωρίς ιδιαίτερο λόγο-
«Εγώ είμαι από το Κούλε» ή
«Εγώ γεννήθηκα στο Κούλε»

Το παιδί από το Κούλε
ήταν ζωντανή γεωγραφία
Θυμόταν απ' έξω όλα τα κράτη της Γης
με τις πρωτεύουσές τους
-κράτη ανύπαρκτα σήμερα,
γιατί ο κόσμος άλλαξε

Η Αφρική άλλαξε,
ήρθαν τα πάνω κάτω και το ανάποδο.
Η Ασία παίζεται ακόμα.
Στην Ευρώπη συνεχίζουν
τις ανακατατάξεις.
Η Αμερική πέφτει λίγο μακριά,
αλλά κι εκεί υπάρχουν αλλαγές

Σήμερα, το παιδί από το Κούλε
θα ήταν μια γεωγραφία
του παρελθόντος,
με γνώσεις χρήσιμες στους ιστορικούς

***

«Εγώ είμαι από το Κούλε»,
έλεγε κάθε τόσο,
αλλά κανείς δεν ρώτησε ποτέ
«κατά πού πέφτει το Κούλε;»
ούτε άνοιξε κανείς ένα χάρτη
να ελέγξει, να το βρει.

«Εγώ γεννήθηκα στο Κούλε»
έλεγε και κανείς δεν πρόσεχε
αυτή τη μικρή φράση,
που ίσως δήλωνε την ανάγκη του παιδιού
να ανήκει κάπου
ή που την επαναλάμβανε
για να μη ξεχνά
την καταγωγή του
ή που ήταν σημαντική για να ξεχωρίζει,
να ξεχωρίζει από τους άλλους
για τους οποίους η καταγωγή
δεν σήμαινε τίποτα
-ή σήμαινε ελάχιστα.

***

Το παιδί από το Κούλε
μια μέρα εξαφανίστηκε.
Κανείς δεν έψαξε να το βρει,
κανείς δεν ξέρει τί τού συνέβη.
ισως να γύρισε στο Κούλε,
ίσως και να πέθανε.

Κάποια μέρα σκέφτομαι
να ανοίξω ένα χάρτη,
να ψάξω να βρω
αυτό το Κούλε,
τον τόπο όπου θέλω να σκέφτομαι
αυτό το παιδί ευτυχισμένο,
με τους δικούς του,
στην πατρίδα που έκλεινε μέσα
στην επαναλαμβανόμενη φράση:
«Εγώ είμαι από το Κούλε»

Το μόνο που με εμποδίζει να ψάξω
είναι ο φόβος
μήπως δεν υπάρχει Κούλε,
μήπως το παιδί αυτό ήταν
ένα πλάσμα ομαδικής παράκρουσης.

***

Χτες, άκουσα ένα γεροντάκι
στο λεωφορείο
να μονολογεί:
«Εγώ γεννήθηκα στα Γρεβενά»
«Ωραία τα Γρεβενά» τού απάντησα,
αλλά δεν με άκουσε
και συνέχισε να μονολογεί...
(2015, f/b)

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2018

554. το μικρό παιδί

μέσα κλαίει ένα μικρό παιδί
πολλά μικρά παιδιά μαζευτήκαν μέσα
σίγουρα και το δικό σου μικρό παιδί θα κλαίει
γιατί βιάστηκες να το ενηλικιώσεις;
γιατί στον πόλεμο το έστειλες;
νόμιζε πως πάει στο περίπτερο, μα εκεί έπεφτε ντουφεκίδι
άσε το παιδί ελεύθερο
ελευθέρωσε το μικρό παιδί
ελευθέρωσε άλλο ένα μικρό παιδί
άσε να βγει
άνοιξε τις πόρτες
οι καρδιές δεν πρέπει νά 'ναι φυλακές
με πόρτες ερμητικά κλειστές
με μικρά παιδιά που κλαίνε μέσα

***
κάπου κάπου ανεβαίνει ένας αδύναμος λυγμός:
κάπου μέσα κλαίει ένα μικρό παιδί

***
______________
ΣΗΜ. μόλις τώρα γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου

Κυριακή, Απριλίου 08, 2018

515. η φυλακή του δέρματος και άλλα

Οσο μένουμε κλεισμένοι στο δέρμα μας
Οσο αυτό το δέρμα μας περιορίζει
Οσο δεν σχίζεται και δεν αποκολλάται
Οσο αντέχει τους σπασμούς της ψυχής
Ναι, θα πονάμε...

___________
ΣΗΜ. από κλαμπ μου στον Pathfinder, στις 23/8/2002 04:19


ΜΑΝΤΙΝΑΔΑ

Αδέρφι μου που χάθηκες και η καρδιά ματώνει
ο χρόνος όσο κι αν περνά τον πόνο μεγαλώνει

______________
ΣΗΜ. από κλαμπ μου στον Pathfinder, στις 6/7/2002 21:37


ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ

Το ελικόπτερο ξαναπέρασε
Βαρύς ο ήχος
μάλλον στρατιωτικό
Τι να ψάχνουν πάλι;
Ευτυχώς ρε μάνα
Αυτά δε ρίχνουν μπόμπες
___________________
ΣΗΜ. από κλαμπ μου στον Pathfinder, στις 6/7/2002 16:07



ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Ο έρωτας κι ο θάνατος
πηγαίναν χέρι χέρι
ο ένας κράταγε φιλί
κι ο άλλος το μαχαίρι

Καρδούλα συναντήσανε
και τη ρωτούν τι θέλει:
του θάνατου τη μαχαιριά;
του έρωτα τα βέλη;

Εκείνη πρώτα διάλεξε
τ' όμορφο παιδαρέλι
που το φιλί του έστειλε
με τα γλυκά του βέλη

Υστερα δίνει ο θάνατος
μια μαχαιριά μεγάλη
σαν καντιοζάχαρη γλυκειά
στου έρωτα τη ζάλη

Πάντα πηγαίνουνε μαζί
και κείνους που ποθούνε
ο θάνατος κι ο έρωτας
πληγώνουν κι αγαπούνε 

________________
ΣΗΜ. από κλαμπ μου στον Pathfinder, στις 18/6/2002 02:48 


ΠΡΕΠΕΙ.
Πόσο πρέπει;
Πόσα "πρέπει";
Πόσο πολύ πρέπει;
Πόσα πολλά "πρέπει";
Ετσι πρέπει.
Γιατί έτσι να πρέπει;
Γιατί έτσι.
Γιατί έτσι είναι.
Γιατί έτσι να είναι;
Γιατί έτσι πρέπει να είναι.
Γιατί να πρέπει να είναι έτσι;
Γιατί δεν θα έπρεπε να είναι αλλιώς.
Και γιατί δεν θα έπρεπε να είναι αλλιώς;
Γιατί δεν θα ήταν σωστό.
Μα γιατί δεν θα ήταν σωστό;
Δεν θα ήταν σωστό γιατί δεν πρέπει.

ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ.
Μα γιατί δεν πρέπει;
Απλώς, δεν πρέπει.
Τελικά, πρέπει ή δεν πρέπει;
Μάλλον δεν πρέπει να πρέπει.
Ή μήπως πρέπει να μην πρέπει;
Ισως θα έπρεπε να μην πρέπει.
Ισως δεν θα έπρεπε να πρέπει.
Κι αν έπρεπε να πρέπει;
Τότε το "πρέπει" δεν θα ήταν τόσο φοβερό.

ΠΡΕΠΕΙ;
Δυστυχώς ή ευτυχώς πρέπει, αν και θα έπρεπε να μην πρέπει τόσο πολύ.

14/2/1998
 

_________________
ΣΗΜ. από κλαμπ μου στον Pathfinder, στις 3/6/2002 21:16 

Τρίτη, Απριλίου 03, 2018

507. ΟΛΟΙ ΑΔΕΛΦΙΑ ΕΙΜΑΣΤΕ


Πότε θα σε σκοτώσουν αδελφέ μου,
να σου πάρω το σπίτι,
τα λεφτά, τα παπούτσια,
το συλλεκτικό μυροδοχείο,
τα νεφρά,
το συκώτι,
το πάγκρεας,
το σκύλο, το πηγάδι, την πετρελαιοπηγή;


Πότε θα χυθούν τα μυαλά σου αδελφέ μου,
στην άσφαλτο,
στο τσιμέντο,
στη λάσπη, στα βράχια, στην άμμο;

Πότε θα σε τουφεκίσουν αδελφέ μου,
πότε θα πεθάνεις απ' την πείνα,
πότε θα λιθοβολιθείς;

Πλησιάζει η ώρα...
Καιροφυλακτώ...

Αδελφέ μου βοήθεια!
Με σκοτώνουν!
______________
ΣΗΜ. από Pathfinder (2003)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...