τα πρώτα σοβαρά βιβλία που διάβασα, που δεν ήταν παραμύθια δλδ, ήταν "Ο
Ρομπέν των Δασών" και οι "Ιστορίες για το αρχαίο θέατρο", χαρισμένα από
τον πατερούλη μου και, στο καπάκι, πέτυχα στη βιβλιοθήκη της γιαγιάς μου
το μικρό βιβλιαράκι "Ο Φερδινάνδος ο ταύρος", που ακόμα με
προβληματίζει όχι τόσο η συμπεριφορά αυτουνού του ταυρούλη, αλλά γιατί
οι άνθρωποι δεν τον αφήναν στην ησυχία του και περίμεναν από αυτόν κάτι
που δεν μπορούσε να κάνει. Το διήγημα «Η Ιστορία του Φερδινάνδου»
γράφτηκε το 1936 από τον Ισπανό συγγραφέα Μανρό Λιφ και ήταν από τα
βιβλία εκείνα που ρίχτηκαν στη φωτιά από τους ναζί. Απαγορευμένο από το
Φράνκο στην Ισπανία, γυρίστηκε ταινία κόμικ στα χρόνια μας. Δεν ξέρω τι
θα σκεφτούν τα σύγχρονα παιδάκια διαβάζοντάς το, αλλά ελπίζω να δεχτούν
το φιλειρηνικό του μήνυμα.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 27, 2019
787. οι γουρουνομύτες: τα παιδιά τα προσέχουν όλα!
δεν είχα κλείσει ακόμα τα δέκα όταν διάβασα "τον καιρό του
Βουλγαροκτόνου" της Πηνελόπης Δέλτα. Είχα βρει το βιβλίο στη βιβλιοθήκη
της γιαγιάς μου κάποιο από τα μεσημέρια που με βάζανε να κοιμηθώ εκεί
μέσα και το ρούφηξα κυριολεκτικά: στο τσάκα τσάκα το διάβασα, που λένε.
Μερικές μέρες αργότερα, πήγαμε με τον πατερούλη μου (μετά τα 12
επιβλήθηκε το "πατέρας", αν θυμάσαι) στο γιατρό να εξετάσει τις
αμυγδαλές μου και παραδίπλα, στην αίθουσα αναμονής, καθόταν ένας
παχουλός κύριος τεραστίων διαστάσεων με
μια μύτη κατακόκκινη με τεράστια ρουθούνια, ίδια με αυτά που είχε η κεφαλή του χοίρου που έκανε πηχτή η
Βιτώρια μας. Σιγοψιθύρισα λοιπόν το ερώτημα "αυτός ο κύριος είναι
βούλγαρος;" και ο πατερούλης έστριψε και με κοίταξε παραξενεμένος "θα
μιλήσουμε μετά" λεγοντάς μου. Φύγαμε μετά από αρκετή ώρα και στο δρόμο
ήρθε η αναμενόμενη ερώτηση "πώς σού ήρθε αυτό Μαρίνα, ότι ο άνθρωπος
είναι βούλγαρος;" και απάντησα "έτσι, γουρουνομύτες τους λέει το βιβλίο
που διάβασα..." και ξεκινήσαμε μια συζήτηση περί του βιβλίου και των
χαρακτηρισμών, κλπ, μέχρι να καταλάβω καλά ότι και οι βούλγαροι είναι
άνθρωποι και οι μύτες τους είναι σαν και τις δικές μας και ότι μάλλον ο
κύριος που είδαμε στο γιατρό θα είχε κάποιο πρόβλημα στη μύτη του, όπως
και'γώ στις αμυγδαλές μου.
786. περί ρούχων
κάποτε τα ρούχα ήτανε πανάκριβα, ψωνίζαμε υφάσματα με ακρίβεια, μη περισσέψει ούτε ρούπι (τότε είχαμε πήχυ και ρούπια, αργότερα ήρθανε τα μέτρα), όσοι μπορούσανε κιόλας παίρνανε μοδίστρα μεροκάματο για 2-3 μέρες και βόλευε όλη την οικογένεια. Ηταν πολύ χρήσιμο να γνωρίζουν οι γυναίκες και τα κορίτσια να ράβουν, έστω να στριφώνουν να καρικώνουν και να τρυπώνουν ώστε, κερδίζοντας λίγο χρόνο βοηθώντας τη μοδίστρα, να βγει περισσότερη δουλειά.
Το σημαντικότερο ήτανε οι πρόβες για να έρθει το ρούχο ακριβώς στο σώμα, πράγμα που μια σκέτη νοικοκυρά ήθελε αρκετά χρόνια να το μάθει --αν το μάθαινε ποτέ. Σε κάθε σπίτι υπήρχε κι από μια ραπτομηχανή, να γλιτώνει λίγα έξοδα, γιατί οι μοδίστρες της γειτονιάς στοίχιζαν ακριβότερα. Αναγκαστικά, έμαθα να ράβω, να αντιγράφω πατρόν, να κόβω υφάσματα, θα μπορούσα να γίνω και μοδίστρα αν δεν το έβρισκα πολύ κουραστικό αυτό το επάγγελμα. Εραβα δικά μου ρούχα, ρούχα φιλενάδων στο οικοτροφείο (με μικρό χαρτζηλίκι) αλλά η ειδικότητά μου ήταν τα καλύματα επίπλων, γιατί μια καρέκλα π.χ. ή ένας καναπές δεν κουνιόταν στις πρόβες.
Δυο πολύ παλιά Σαββατοκύριακα γνώρισα το Κιλκίς, ράβοντας καλύμματα για έπιπλα με ανταμοιβή ένα ψητό κοτόπουλο συν ένα μικρό χαρτζηλίκι και τα ναύλα μου πηγαινέλα. Αμέ!
Σήμερα τα ρούχα έρχονται από Κίνα κλπ ασιατικες χώρες, είναι πάμφτηνα και τα υποτιμάμε. Χάρη σε αυτή την εμπειρία έμαθα να ξεχωρίζω την ποιότητα των υφασμάτων, πράγμα που σήμερα μου είναι άχρηστο μια και όλα σχεδόν τα υφάσματα που κυκλοφορούν θα τα λέγαμε παλιά μπακατέλες ή "Κυριακής χαρά Δευτέρας θλίψη" επειδή έχουν μικρή αντοχή στο χρόνο.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 18, 2019
785. καθημερινότητα
Η καινούργια κοπελίτσα του φούρνου θέλει να αδυνατίσει. Οχι πως είναι
παχιά, ούτε καν παχουλή είναι, αλλά θέλει να αδυνατίσει και όλο ρωτάει
"πώς με βλέπετε; αδυνάτισα καθόλου;" και απαντάω "μια χαρά είσαι
κουκλίτσα μου! σαν σκελετός!" και γελάμε και ψωνίζω και φεύγω, χωρίς να
θέλω να αδυνατίσω ούτε γραμμάριο.
Η κυρία που κρατά το ψιλικατζίδικο είναι παχουλή, πολύ παχουλή λέμε, σαν ξανθό ιπποποταμάκι! αυτή δεν με ρώτησε ποτέ πώς την βλέπω και μάλλον δεν θα θέλει να αδυνατίσει. Συνήθως μιλάμε για είδη παγωτών το καλοκαίρι και, όταν χειμωνιάζει, λέμε για ρομαντικά βράδια σε χωριάτικα τζάκια, ψηλά στα χιονισμένα βουνά της πατρίδας της. Αυτές οι συζητήσεις δεν σηκώνουν γέλια, μονάχα νοσταλγικά βλέμματα και κάνα γλυκό δάκρυ να τα παχνίζει.
Η κυρία που κρατά το ψιλικατζίδικο είναι παχουλή, πολύ παχουλή λέμε, σαν ξανθό ιπποποταμάκι! αυτή δεν με ρώτησε ποτέ πώς την βλέπω και μάλλον δεν θα θέλει να αδυνατίσει. Συνήθως μιλάμε για είδη παγωτών το καλοκαίρι και, όταν χειμωνιάζει, λέμε για ρομαντικά βράδια σε χωριάτικα τζάκια, ψηλά στα χιονισμένα βουνά της πατρίδας της. Αυτές οι συζητήσεις δεν σηκώνουν γέλια, μονάχα νοσταλγικά βλέμματα και κάνα γλυκό δάκρυ να τα παχνίζει.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 14, 2019
784. ιστορία χωρίς τίτλο
προχτες βγήκα στο μπαλκόνι κι έβλεπα κάτω στο δρόμο. Η διάβαση πεζών
ήταν κατειλημμένη όπως πάντα. Πάνω στην άσφαλτο βάδιζε μια κοπέλα
σέρνοντας ένα σκυλάκι. Πίσω ακολουθούσε ένα κοριτσάκι ίσαμε 8-9 χρονών
σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με κουκούλα, γιατί ψιχάλιζε. Θα είναι η κούκλα της μέσα, σκέφτηκα. Αμ, δε!
η προπορευόμενη κοπέλα άνοιξε την πίσω δεξιά πόρτα ενός
διπλοπαρκαρισμένου τουτού και το σκυλάκι πήδησε μέσα. Μετά, σήκωσε από
το καροτσάκι της μικρής ένα αληθινό μωρό και το τοποθέτησε στο ειδικό
κάθισμα του αυτοκινήτου. Η μαμά
(φαντάστηκα ότι ήταν η μαμά) έκανε το γύρο και πήγε στη θέση του οδηγού,
ενώ η μικρή έσπρωξε το ειδικό κάθισμα για να χωρέσει να καθίσει δίπλα
στο μωρό. Στο καπάκι, φτάνει μια άλλη κοπέλα, ανοίγει την πόρτα του
συνοδηγού και κάθεται. Η μαμά βάζει μπρος, το τουτού ξεκινάει και "άντε,
έλα πια!" ακούγεται μια φωνή, τη στιγμή που ένα αγοράκι συνομήλικο της
μικρής φτάνει τρέχοντας (πάνω στην άσφαλτο, βεβαίως), ανοίγει την πόρτα
πίσω αριστερά, μπαίνει, και το όχημα φεύγει.
Ποιος είναι ο τίτλος που ταιριάζει στη μικρή αυτή ιστορία;
Ποιος είναι ο τίτλος που ταιριάζει στη μικρή αυτή ιστορία;
Κυριακή, Νοεμβρίου 10, 2019
783. στιγμιότυπο
πριν απο λίγο: στέκομαι στη διάβαση πεζών. Ο δρόμος είναι άδειος, εκτός
από ένα μικρό αυτοκίνητο που τσουλάει αργά προς το μέρος μου και
αναρωτιέμαι αν, μόλις με δει, θα φουλάρει ή θα σταματήσει. Σταματάει,
πράγματι, αλλά πάνω στη διάβαση, μπροστά μου, σαν κάτι να έψαχνε, ίσως
προς τα πού να στρίψει. Οδηγός μια νεαρή ξανθιά κοπέλα με ένα σκυλάκι
στη θέση του συνοδηγού. Χτυπάω απαλά το τζάμι λέγοντας "εδώ είναι
διάβαση" και απαντάει "εδώ είναι δρόμος!" αποστομώνοντάς με.
_______________
ΣΗΜ. γράφτηκε στο f/b στις 5/11/2019
_______________
ΣΗΜ. γράφτηκε στο f/b στις 5/11/2019
782. επισκέπτες και ικέτες
στην αρχή ήρθαν οι Φιλιππινέζες. Δεν υπήρχε σοβαρό σπίτι και σοβαρή
κυρία που να μη διαθέτει (και επιδεικνύει) μια φιλιππινέζα τουλάχιστον.
Ερχόντουσαν νόμιμα ως νοσηλεύτριες, αλλά ο νόμος ήταν εύκολα
παρακάμψιμος και, αντί να ξεσκατώνουν γερόντια (που κι αυτό το έκαναν)
ξεγοφιάζονταν στη λάτρα των σπιτιών χωρίς ανάσα. Σήμερα διαθέτουν ένα
ισχυρό σωματείο, απόσο γνωρίζω, σχολεία για τα παιδάκια τους, χώρους για
να περνούν τις ημέρες "εξόδου", κλπ, και αποτελούν αξιοπρεπέστατη κοινωνική ομάδα.
Λίγο αργότερα, ήρθαν οι Πολωνοί. Μορφωμένοι νέοι που δούλευαν σε
οικοδομές (ήτανε στα όπα της τότε η ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας)
για να μαζέψουν μερικά χρήματα μέχρι να βγει η βίζα τους, συνήθως για
Καναδά.
Κατόπιν, ήρθαν οι Αλβανοί. Δυνατοί άνθρωποι, οικοδόμοι, νοικοκύρηδες στα οικονομικά τους, συχνά το παίζαν βορειοηπειρώτες για να μην εξεγείρουν τα πνεύματα.
Ηρθαν κι άλλοι πολλοί από τα Βαλκάνια: Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι. Οι Αγάδες, Πασάδες, Δερβισάδες δεν καταδέχτηκαν. Ηρθαν και Αφρικανοί, οδεύοντας προς άλλες δυτικές χώρες.
Οταν άρχισαν να έρχονται οι κυνηγημένοι από τα βάθη της Ασίας, Αφγανοί, Ιρακινοί, Ιρανοί, Πακιστανοί, Ινδοί, Κινέζοι, κλπ, ανοίγαν μαγαζάκια και ήτανε πολύ ΙΝ να τρωει κανείς σε εξωτικά εστιατόρια. Αυτό γινόταν μέχρι που ξύπνησε το Ελληνοευρωπαϊκό δαιμόνιο που θέλει τη χώρα καθαρή, με καθαρόαιμα ζώα ΕΛ, ασχέτως αν (συνεχίζω αργότερα γιατί συγχίζομαι)
Κατόπιν, ήρθαν οι Αλβανοί. Δυνατοί άνθρωποι, οικοδόμοι, νοικοκύρηδες στα οικονομικά τους, συχνά το παίζαν βορειοηπειρώτες για να μην εξεγείρουν τα πνεύματα.
Ηρθαν κι άλλοι πολλοί από τα Βαλκάνια: Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι. Οι Αγάδες, Πασάδες, Δερβισάδες δεν καταδέχτηκαν. Ηρθαν και Αφρικανοί, οδεύοντας προς άλλες δυτικές χώρες.
Οταν άρχισαν να έρχονται οι κυνηγημένοι από τα βάθη της Ασίας, Αφγανοί, Ιρακινοί, Ιρανοί, Πακιστανοί, Ινδοί, Κινέζοι, κλπ, ανοίγαν μαγαζάκια και ήτανε πολύ ΙΝ να τρωει κανείς σε εξωτικά εστιατόρια. Αυτό γινόταν μέχρι που ξύπνησε το Ελληνοευρωπαϊκό δαιμόνιο που θέλει τη χώρα καθαρή, με καθαρόαιμα ζώα ΕΛ, ασχέτως αν (συνεχίζω αργότερα γιατί συγχίζομαι)
Σάββατο, Νοεμβρίου 09, 2019
Πέμπτη, Νοεμβρίου 07, 2019
780. Ευγένεια
στο σπίτι κυκλοφορούσε η Ευγένεια προσωποποιημένη, παντού Ευγένεια και
Ειλικρίνεια, καμιά "κακιά" λέξη, κανένα βρισίδι, τίποτε απολύτως από όλα
όσα ακούγονταν εκτός σπιτιού δεν έμπαινε μέσα, τόσο που όταν θύμωνα με
κάτι ξέσπαγα οργισμένη με υποκατάστατα, όπως "μανέστρα" ή "κονσέρβα",
(επειδή τις έβρισκα οργισμένες λέξεις με πολλά μπερδεμένα σύμφωνα), αλλά
(για άγνωστους λόγους) μου απαγορεύτηκε το β' υποκατάστατο, τόση
γκαντεμιά!
779. οι ουρές των λεωφορείων
τα παλιά τα χρόνια, υπήρχαν στις στάσεις οι "ουρές" των λεωφορείων.
Για να μπεις στο λεωφορείο δηλαδή, έπρεπε να περιμένεις με τις ώρες στη
σειρά, την οποία μερικοί εξυπνάκηδες προσπαθούσαν (υποκρινόμενοι τους
αφελείς, εκείνους τους "δεν ξέρω-δεν άκουσα-δεν είδα") να παρακάμψουν
και να προσπεράσουν τους υπομονετικά αναμένοντες. Οπότε, έπρεπε μέσα
στην κούραση μετά τη δουλειά και την ορθοστασία, να έχεις τα μάτια σου
τέσσερα για να μη σου πάρουνε τη σειρά και μείνεις ξανά στην απέξω.
Το λεωφορείο έφτανε κάποια στιγμή αγκομαχώντας, φορτωμένο τίγκα,
ανοίγαν οι πόρτες και, πριν προλάβουν να κατεβούν εκείνοι που είχανε
πατήσει το κουδούνι για τη στάση, μπουκάριζαν οι ουραίοι για να
προλάβουν να ανεβούν και στο άνοιγμα της πόρτας (εκεί, σε χώρο μικρότερο
από ένα μέτρο) γινότανε το έλα να δεις. Στριμωξίδι και των γονέων, που
λένε.
Η πλάκα είναι ότι μόλις πάταγε πόδι κάποιος στο μαρσπιέ (στο σκαλάκι δλδ) φώναζε στον οδηγό "φύγε! πλήρης!" αλλά ευτυχώς ο οδηγός άκουγε μονάχα τον εισπράκτορα (ναι, υπήρχαν εισπράκτορες τότε, που όταν καταργήθηκαν κλαίγανε μανούλες για τις χαμένες θέσεις εργασίας) που φώναζε "προχωρείτε παρακαλώ στο διάδρομο! προχωρείτε να ανέβει ο κόσμος!" και προχώραγαν μερικοί και η πόρτα ξεφράκαρε κάπως, με κάποον κρεμασμένο απέξω σαν τσαμπί να φωνάζει κι αυτός "προχωρείτε!" μέχρι που η πόρτα κατάφερνε να κλείσει ζουλώντας επικίνδυνα την πλάτη του.
Αυτά συνέβαιναν μέχρι να γεμίσουν οι δρόμοι ιδιωτικά τουτού και να μάθουν οι επιβάτες να περιμένουν ήρεμα τη σειρά τους. Αναρωτιέμαι πάντως αν οι εποχούμενοι ιδιωτικών οχημάτων είναι οι ίδιοι παλιοί εξυπνάκηδες. 🤔
Σημειώνω ότι ουρές υπήρχαν και σε δημόσιες υπηρεσίες και σε τράπεζες, όπου συνέβαινε ακριβώς το ίδιο και μη σου πω κιόλας ότι όλο αυτό με τους πρόσφυγες θυμίζει τον παλιό καιρό, που δεν ήταν καθόλου καλός.
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε μόλις στο f/b
Η πλάκα είναι ότι μόλις πάταγε πόδι κάποιος στο μαρσπιέ (στο σκαλάκι δλδ) φώναζε στον οδηγό "φύγε! πλήρης!" αλλά ευτυχώς ο οδηγός άκουγε μονάχα τον εισπράκτορα (ναι, υπήρχαν εισπράκτορες τότε, που όταν καταργήθηκαν κλαίγανε μανούλες για τις χαμένες θέσεις εργασίας) που φώναζε "προχωρείτε παρακαλώ στο διάδρομο! προχωρείτε να ανέβει ο κόσμος!" και προχώραγαν μερικοί και η πόρτα ξεφράκαρε κάπως, με κάποον κρεμασμένο απέξω σαν τσαμπί να φωνάζει κι αυτός "προχωρείτε!" μέχρι που η πόρτα κατάφερνε να κλείσει ζουλώντας επικίνδυνα την πλάτη του.
Αυτά συνέβαιναν μέχρι να γεμίσουν οι δρόμοι ιδιωτικά τουτού και να μάθουν οι επιβάτες να περιμένουν ήρεμα τη σειρά τους. Αναρωτιέμαι πάντως αν οι εποχούμενοι ιδιωτικών οχημάτων είναι οι ίδιοι παλιοί εξυπνάκηδες. 🤔
Σημειώνω ότι ουρές υπήρχαν και σε δημόσιες υπηρεσίες και σε τράπεζες, όπου συνέβαινε ακριβώς το ίδιο και μη σου πω κιόλας ότι όλο αυτό με τους πρόσφυγες θυμίζει τον παλιό καιρό, που δεν ήταν καθόλου καλός.
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε μόλις στο f/b
Δευτέρα, Νοεμβρίου 04, 2019
778. ο Ρέτος
σκέφτομαι συχνά τον συμμαθητή μου τον Ρέτο (από το Πανάρετος βγαίνει)
που μίλαγε όλες τις γλώσσες του κόσμου, ιδίως στις ευρωπαϊκές δεν
παιζόταν: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, άφταστος λέμε, αλλά και
στις ασιατικές δεν πήγαινε πίσω, μόνο στο μάθημα ξένων γλωσσών πάτωνε
και κόντεψε να χάσει χρονιά για την αδυναμία του αυτή. Είναι πάρα πολλά
χρόνια τώρα φευγάτος από τον κόσμο τούτο, ένας γλυκύτατος άνθρωπος,
κεφάτος και ντροπαλός συνάμα, αλλά ώρες ώρες τολμηρότατος, αφού (χάρη
στην ανάγκη του να διασκεδάζει το σύμπαν) είχε ντυθεί μαθήτρια σε
κάποιον αποκριάτικο χορό! Μάλιστα. Μια φοβερή μαθητριούλα, μαυριδερή και
τριχωτή με μαύρα κοτσιδάκια, μπλε ποδιά με άσπρο γιακαδάκι κι ένα
τεράστιο χαμόγελο ίσαμε τ' αφτιά! Αυτός ήταν ο Ρέτος μας.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 01, 2019
777. αναζητώντας ονειροκρίτη
σήμερα
ξύπνησα με στομάχι σφιγμένο και μυαλό πονεμένο από την έντονη
προσήλωση, ένεκα που έπαιζα τέτρις όλη νύχτα στον ύπνο μου, και μάλιστα
ήταν σε ασπρόμαυρη εκδοχή, μονάχα ένα πράσινο γυαλιστερό χρώμα ξεχώριζε
ανάμεσα στα γκρίζα, ένα καταπράσινο υγρό και φωτεινό και, μετά από αυτή
τη νυχτερινή ταλαιπωρία, αποφάσισα να εκπληρώσω την υπόσχεση που μού
είχα δώσει αποβραδίς: να ξαναπέσω στο κρεββάτι για χουζούρι, πράγμα που
είχα αρκετά χρόνια να κάνω και μού είχε λείψει. Το σατανικό αυτό
παιχνιδάκι το έχω κομμένο πάνω από δυο 10ετίες, μόλις αντιλήφθηκα ότι
έπεφτα στον εθισμό! (1/11/2018)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



This is a FunEL









