Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006

188. «ξεπήδησε το Θηρίο από μέσα του»



είναι μια φράση

που ανιχνεύει την ανθρωπιά

δίνει διάσταση στην πάλη

του ανθρώπου με τον εαυτό του



«ξεπήδησε το Θηρίο από μέσα του»


είναι μια φράση

που αδυνατεί να ειπωθεί

για στρατόκαυλους πολιτικούς

πλανηταρχιδικού τύπου


*****
(υποτίθεται ότι σε καίριες θέσεις, θέσεις ρυθμιστικές για την τύχη μας, εκλέγονται άνθρωποι που ελέγχουν το θηρίο μέσα τους -τουλάχιστον)



----------------------------
ΣΗΜ. Η φράση αυτή ειπώθηκε χθες το βράδυ, σε τηλεοπτικό παράθυρο, από τον ξάδελφο του βοσκού-φονιά, από έναν άνθρωπο που έκανε 25 χρόνια φυλακή, έναν άνθρωπο καταδικασμένο συνολικά σε 178(!!!) χρόνια κάθειρξη. Του βγάζω το καπέλο για την αυτογνωσία του. Γνωρίζει φαίνεται πολύ καλά τη μάχη αυτή σε βάθος, με όλες τις λεπτομέρειες. Δεν ξέρω αν και κάποιος άλλος εκτός από μένα έδωσε σημασία σε αυτή τη μικρή φράση, γιατί μόλις την ξεστόμισε κόπηκε η σύνδεση με τον δερβέναγα της εκπομπής -"πίεζε ο χρόνος" μάλλον.

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2006

187. περί συνδετηρίου κρίκου

Είναι ένας κρίκος που πετάγεται εκεί που δεν τον σπέρνουν. Ενας κρίκος λαλίστατος. Ενας κρίκος συνδέων τα ασύνδετα. Ενας κρίκος αδύναμος, αλλά συνάμα και δυνατός να φέρει τη σύγχιση.
Ο συνδετήριος κρίκος είναι ο αφανής ένοχος.
Χαίρομαι που ο παπούς μου έσπασε (στο ξύλο) κάποτε ένα τέτοιο κρίκο
Ο παπούς μου λοιπόν, ο κτηνοτρόφος, είχε ένα χωραφάκι γεμάτο αχλαδιές που έκαναν πεντανόστιμα αχλάδια. Κάθε Σεπτέμβρη, τα μάζευε, τα έβαζε σ' ένα κοφίνι και τά 'στελνε σε μας, τα εγγόνια του, που χαιρόμαστε τη γεύση των ωραίων καρπών.

Μια φορά, ένας καλοθελητής ειδοποίησε τον παπού μου ότι κάτι αλάνια είχαν μπει στο χωραφάκι του και κόβαν τ' αχλάδια, κι εκείνος έτρεξε κατά κει αλλά δεν πρόλαβε τα παιδιά να τα προγκήξει κι έπιασε το πριόνι και κουτσούρεψε τα δέντρα.

«Τι έκανες πατέρα;» του είπε ο πατέρας μου τα Χριστούγεννα που ήρθε να μας δει ο παπούς, «τώρα πια δε θα μπορούν ούτε τ' αγγόνια σου να φάνε αχλάδια»

Οταν γύρισε στο χωριό, ο παπούς μου έπιασε τον καλοθελητή και του μέτρησε τα πλευρά μ' ένα παλούκι και όλοι οι χωριανοί είπαν πως είχε δίκιο!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2006

186. περί της φαγούρας του Θανάση

Είναι Δευτέρα πρωί, κι ο Θανάσης ξυπνά με μια τρομερή φαγούρα στο μουστάκι. Στην αριστερή γωνία. Μισοκοιμισμένος ακόμα, γυρίζει μπρούμυτα και τρίβεται στο μαξιλάρι. Πέρα-δώθε καναδυό φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η φαγούρα ίσα ίσα δυναμώνει. Στρίβει στο αριστερό πλευρό και χρησιμοποιεί το δείκτη του δεξιού χεριού σε ένα απαλό ξύσιμο. Τίποτα. Η φαγούρα απλώνεται σε όλη την έκταση του άνω χείλους. «Να σε πάρει ο διάολος για μουστάκι» μουρμουρίζει κι αποφασίζει να σηκωθεί.

Δεν είναι η συνηθισμένη ώρα που ξυπνά, αλλά δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Πάει γραμμή στο λουτρό, κατούρημα, κοίταγμα στον καθρέφτη του νιπτήρα, πλύσιμο χεριών και προσώπου, βούρτσισμα δοντιών, κινήσεις καθημερινές, ρουτινιάρικες. Η φαγούρα ξεχειλίζει λες από το μουστάκι και απλώνεται προς τα μάγουλα. Τα τρίβει με τις παλάμες του με μανία, πάνω-κάτω, τίποτα, η φαγούρα εξαπλώνεται στο πρόσωπό του όπως ένας λεκές από λάδι σε ύφασμα λινό. Σα να την πίνει το δέρμα του.

Αν και δεν είναι η μέρα του να ξυριστεί -τα γένια του είναι ανοιχτόχρωμα και ξυρίζεται μέρα παρά μέρα- παίρνει τον αφρό και τον απλώνει με προσοχή. Νιώθει μια προσωρινή δροσιά, ηρεμεί για λίγο, όσο να περάσει τη λεπίδα στο πρόσωπό του. Η φαγούρα στα μάγουλα καταλαγιάζει, το μουστάκι του όμως τον φαγουρίζει τόσο που βάζει τα μεγάλα μέσα: Το ξύνει με τα νύχια και των δώδεκα* δαχτύλων του. Το δέρμα κάτω από τον παχύ θύσσανο, χρώματος κοκκινωπού, γίνεται κατακόκκινο κι αυτό. Αποφασίζει να το ξυρίσει και το κοντοκουρεύει με το ψαλιδάκι των νυχιών ώστε να το πιάνει η λεπίδα. Τελειώνει με το ξύρισμα του μουστακιού, «πω πω σαν κόλος έγινε η μούρη μου» λέει από μέσα του, και ρίχνει μπόλικη κολόνια. Τον τσούζει το αλκοόλ, μπερδεύεται το τσούξιμο με τη φαγούρα, πράγμα που τον κάνει να πιστέψει ότι το μαρτύριό του έχει πάρει τέλος.

Αμ δε! Μόλις σκουπίζει τα απομεινάρια του αφρού από τους κροτάφους, η φαγούρα επιστρέφει απειλητική. Δεν περιορίζεται στο άνω χείλος και στα μάγουλα, σκαρφαλώνει από τους κροτάφους και προς το τριχωτό της κεφαλής του. Σκύβει στο νιπτήρα για ένα σύντομο λούσιμο. Ξεβγάζει το σαμπουάν καλά καλά με κρύο νερό και τινάζει τα μαλλιά σα βρεγμένο σκυλάκι. «Αχ, αυτό ήταν!» αναστενάζει με ανακούφιση, αλλά η φαγούρα παραμονεύει. Τώρα κατεβαίνει στο σβέρκο κι από το σβέρκο απλώνεται στους ώμους κι από κεί στην πλάτη και στο στήθος ταυτόχρονα κι ο Θανάσης ανεβοκατεβάζει τα χέρια του όπου προλάβει, δεν ξέρει τι να πρωτοξύσει.

Τα νύχια του γεμίζουν αίμα και τρίχες και συνεχίζει να ξύνει το δέρμα του χωρίς να σκέφτεται ότι το πληγώνει, «μόνο να τελειώσει αυτό το πράγμα να πάω στη δουλειά» σκέφτεται, αλλά "αυτό το πράγμα" δεν τελειώνει με τίποτα. Τηλεφωνεί στον προϊστάμενο πως του έτυχε μια αναπάντεχη δυσκολία και δε θα μπορέσει να πάει σήμερα, μετά στο φίλο του το Νότη, το γιατρό, και κλείνει ραντεβού μετά από μια ώρα, να τον δει ως επείγον περιστατικό. Οσο ντύνεται, η φαγούρα κατακλύζει ολόκληρο το σώμα του. Περνώντας από την κοιλιά και τα οπίσθια, κατεβαίνει προς τους μηρούς γύρω-γύρω, τα γόνατα, τις γάμπες, τους αστραγάλους. Το μόνο απρόσβλητο μέρος μένουν οι πατούσες ευτυχώς, κι έτσι μπορεί να φορέσει παπούτσια και να περπατά.

Ξύνοντας διαρκώς και χωρίς ανάπαυλα το κορμί του, ο Θανάσης φτιάχνει και ρουφά δυο γουλιές καφέ, αν και δεν τον χρειάζεται, μια και η φαγούρα τον έχει ξυπνήσει για τα καλά. Να πάει στο νοσοκομείο με λεωφορείο αποκλείεται. Πώς να σταθεί ανάμεσα σε τόσο κόσμο και να ξύνεται; Να πάρει τη μηχανή του, ούτε λόγος. Θα γκρεμοτσακιστεί πουθενά. Το αυτοκίνητό του δεν κυκλοφορεί σήμερα, αλλά και να κυκλοφορούσε δε θα το ρισκάριζε. Ταξί; Ασε καλύτερα, τι θα πει ο ταξιτζής, θα τον περάσει για κάναν μουρλό. Το νοσοκομείο απέχει τέσσερις στάσεις από το σπίτι του κι έτσι θα πάει με τα πόδια.

Τέσσερις στάσεις λεωφορείου είναι περίπου ένα χιλιόμετρο κι αυτό το χιλιόμετρο, τη σημερνή μέρα, ισοδυναμεί με την άνοδο στο Γολγοθά για το Θανάση. Προχωρεί δυο τρία βήματα και σταματά για να ξυστεί. Δαγκώνει τα χείλια, τινάζει το κεφάλι, σφίγγει τους γλουτούς, κινεί παράξενα τους ώμους τρίβοντας τ' αυτιά, γέρνει μια δεξιά και μια αριστερά τρίβοντας -μια με τό 'να χέρι και μια με τ' άλλο- τις γάμπες, βάζει το δεξί χέρι στην τσέπη ν' ανακουφίσει προσωρινά τ' αχαμνά του, σαν το ανέκδοτο με το κουστούμι του σακάτη δείχνει. Αν και τόσο νωρίς το πρωί δεν κυκλοφορούν αργόσχολοι, μερικοί περαστικοί τον παρατηρούν κουνώντας με συμπόνια το κεφάλι, κι ο Θανάσης δεν σταματά να ξύνεται, να ξύνεται, να ξύνεται, ώσπου φτάνει στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου. Εκεί, ως δια μαγείας, παύει η φαγούρα, όπως ακριβώς αναστέλλονται για λίγο οι πόνοι της γέννας μόλις η επίτοκος φτάσει στην κλινική.

Ξαφνιάζεται ο έρημος, παρόλ' αυτά όμως θα τον δει το γιατρό, πρέπει να του εξηγήσει τι του συνέβει, μη και το ξαναπάθει. Το ραντεβού είναι σε ένα τέταρτο της ώρας και ο Θανάσης το εκμεταλλεύεται για να πιει ένα καφεδάκι στο κυλικείο του νοσοκομείου σαν άνθρωπος. Αγοράζει κι ένα κρουασάν και κάθεται σ' ένα παγκάκι, μελετώντας από μέσα του τα συμβάντα, ώστε να απαριθμήσει ένα προς ένα τα συμπτώματα στο φίλο του το Νότη, το δερματολόγο. Το τέταρτο της ώρας περνά αρκετά αργά, τόσο μεγάλη είναι η απόλαυση αυτού του διαλείμματος. Κάποια στιγμή, αποφασίζει να σηκωθεί και να προχωρήσει προς το ιατρείο. Ο Νότης τον περιμένει με αγωνία γιατί ο φίλος του ο Θανάσης δεν τον έχει ξαναενοχλήσει για θέματα υγείας. Δεν έχει καταλάβει καν ότι πρόκειται για δερματολογικό πρόβλημα, ο Θανάσης του τα μάσαγε στο τηλέφωνο, «έρχομαι να στα πω από κοντά» του είχε πει, κι ο Νότης είχε σκεφτεί πως το τηλεφώνημα του φίλου του θα μπορούσε να αφορά ίσως κάποιον συγγενή του, κάποιο ρουσφετάκι, ή και κάνα θαλασσοδάνειο ακόμα.

Χτυπά την πόρτα, μπαίνει, χαιρετιούνται οι δυο φίλοι, «ποιο είναι το πρόβλημα;» ρωτά ο γιατρός καθισμένος στο γραφείο του, «άστα φίλε μου, που να σου λέω τι έπαθα» απαντά ο Θανάσης, και, εκείνην ακριβώς τη στιγμή, η φαγούρα ενσκήπτει ξαφνικά και δριμύτερη! Τινάζεται πάνω και αρχίζει να ξύνεται με μανία, ενώ ο γιατρός τινάζεται κι αυτός από την καρέκλα του. Τέτοια περίπτωση δεν του έχει ξανατύχει. Ανοίγει ένα ντουλαπάκι, παίρνει κάτι χάπια, γεμίζει ένα ποτήρι πλαστικό με νερό από το νιπτηράκι, «για πάρε δυο απ' αυτά, να δούμε» λέει και τείνει στο Θανάση το ποτήρι και τα χάπια. Απλώνει ο Θανάσης το χέρι να πιάσει το ποτήρι και «ωπ, τι γίνετ' εδώ;» ρωτά ξαφνιασμένος ο Νότης ο γιατρός, «έχεις έξι δάχτυλα σ' αυτό το χέρι;» και παίρνει πίσω χάπια και ποτήρι.

Ο Θανάσης παρατηρεί το χέρι του το δεξί πρώτα, ύστερα το αριστερό, μετρά τα δάχτυλά του, τα βρίσκει πράγματι δώδεκα και «γιατί, εσύ πόσα έχεις;» ρωτά τον ξαφνιασμένο γιατρό. «Δέκα, όπως όλοι οι άνθρωποι» απαντά ο γιατρός και «για έλα πιο κοντά να εξετάσω αυτό το φαινόμενο» συνεχίζει, ενώ τα μάτια του έχουν πεταχτεί έξω από την κατάπληξη. Ο Θανάσης σταματά για λίγο το ξύσιμο, η φαγούρα φαίνεται να έχει αλλεργία στα ξαφνιάσματα, ενώ ο δερματολόγος τηλεφωνεί στον ορθοπεδικό, λέγοντάς του «παράτα τα κι έλα γρήγορα στο ιατρείο μου στα επείγοντα, συμβαίνει κάτι τι απίστευτο!»

Σε χρόνο μηδέν, που λένε, ο ορθοπεδικός βρίσκεται άναυδος κι αυτός μπροστά στον εξαδάχτυλο Θανάση και του ζητά να βγάλει τα παπούτσια του για να δει πόσα δάχτυλα έχει στα πόδια. Μετρούν όλοι μαζί με προσοχή, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, στο ένα πόδι, άλλα πέντε στο άλλο και «α, γι αυτό δεν σε τρώνε και οι πατούσες σου!» αναφωνεί ο δερματολόγος και ο ορθοπεδικός βιάζεται να συμφωνήσει, ενώ ο Θανάσης δεν εννοεί να καταλάβει ποια είναι η σχέση της φοβερής του φαγούρας με τον αριθμό των δαχτύλων στα χέρια του, ο οποίος ήταν ο ίδιος από την ώρα που γεννήθηκε. Το έκτο δάχτυλο σε κάθε του χέρι, βεβαίως, δεν προστέθηκε στα ξαφνικά σήμερα το πρωί!

Οι δυο γιατροί, μετά από ένα σύντομο συμβούλιο, προτείνουν στο Θανάση μια αγωγή με χάπια και, αν αυτή δεν τελεσφορήσει, να του αφαιρεθούν τα επι πλέον δάχτυλα. «Μια επεμβασούλα είναι, μη φοβάσαι, θα γίνει με τοπική αναισθησία» τον καθησυχάζει ο ορθοπεδικός, «εγώ ο ίδιος θα στην κάνω και θα προτείνω να μη σου κοστίσει τίποτα, αν συναινέσεις να ανακοινώσω την περίπτωσή σου στο διεθνές ετήσιο συνέδριο των ορθοπεδικών» τελειώνει την κουβέντα του και ο φίλος δερματολόγος συνεχίζει «είναι ευκαιρία Θανάση μου, σκέψου το, θα σου έλεγα μάλιστα να μην επιβαρύνεις καν τον οργανισμό σου με χάπια αλλά να εγχειριστείς αμέσως».

Ο Θανάσης, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, δεν συμπαθεί τα μαχαίρια και μάλιστα χωρίς να το σκεφτεί λιγουλάκι, έτσι αποφασίζει την πρώτη περίπτωση με τα χάπια, οπότε ο Νότης του ξαναδίνει τα αντισταμινικά που είχε βγάλει λίγο πρωτύτερα από το ντουλαπάκι και η φαγούρα υποχωρεί αρκετά, τόσο που ο Θανάσης αποφασίζει στη συνέχεια να πάει στη δουλειά του. Χαιρετά με ανακούφιση τους γιατρούς σωτήρες του, φεύγει από το νοσοκομείο, παίρνει το τρόλλεϊ και βρίσκεται στην υπηρεσία του. Η φαγούρα κοντεύει να γίνει ανάμνηση.

Μόλις μπαίνει στο γραφείο, αρχίζουν τα κρυφομιλήματα και τα χαχανητά. Δεν αργεί να καταλάβει τι συμβαίνει, έχει ξυρίσει το μουστάκι και το πρόσωπό του είναι αλλαγμένο, σίγουρα περί αυτού πρόκειται. Καλημερίζει χωρίς πολλά πολλά, κάθεται στη θέση του και ξεκλειδώνει τα συρτάρια του γραφείου του, όταν η κυρία Καπούζογλου λέει «με όλο το θάρρος, τι έγινε κύριε Θανάση το μουστάκι σας, το έφαγε η γάτα;» βέβαιη ότι η φράση της είναι μια φράση η οποία υποδηλώνει εξυπνάδα, κοιτάζοντας παράλληλα προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις για να λάβει υποστήριξη στο ανόητο χιούμορ της. Αντιπαρερχόμενος την κρυάδα, ο Θανάσης τη ρωτά με τη σειρά του «αλήθεια, ξέρετε πόσα δάχτυλα έχω στα χέρια μου;» και «φυσικά δέκα, όπως όλοι οι άνθρωποι, τι ερώτηση!» απαντά η κυρία Καπούζογλου χαχανίζοντας «εκτός αν εννοείται και κάποιο άλλο δάχτυλο» συνεχίζει δήθεν πονηρά.

Η κυρία Καπούζογλου δεν είναι καθόλου κυρία, αν και παντρεμένη εδώ και πέντε χρόνια με τον κύριο διευθυντή της υπηρεσίας. Είναι το καρφί του κυρίου διευθυντή, αυτό το ξέρουν όλοι στο γραφείο, και παίζει το ρόλο της εύθυμης και καλοπροαίρετης τάχα, ενώ από πίσω δεν διστάζει να τα χώνει σε όλους. Ο Θανάσης νιώθει μια γλυκειά ικανοποίηση που θα την κάνει σε λίγο να χάσει το χρώμα της. «Για μετρήστε τα λοιπόν, αν είστε περίεργη βεβαίως, να δούμε, είναι ή δεν είναι δέκα;» της λέει τείνοντας και τα δυο του χέρια στο ύψος των ματιών της και η κυρία Καπούζογλου βάζει μια τσιρίδα και πέφτει ξερή στο πάτωμα. Σε στρίψη ματιού, όλοι οι υπάλληλοι τρέχουν να μετρήσουν τα δάχτυλα των χεριών του Θανάση, αντί να συνεφέρουν την κυρία Καπούζογλου, η οποία στο μεταξύ συνέρχεται μόνη της και, οπωσδήποτε, θα τους ανταποδώσει με πρώτη ευκαιρία την αδιαφορία τους για το άτομό της.

Οταν σε δέκα λεπτά μπαίνει ο κύριος διευθυντής αναστατωμένος από το σούσουρο που ακούγεται ίσαμε τον επάνω όροφο, όπου βρίσκεται το γραφείο του, και βλέπει το Θανάση ανεβασμένο σε μια καρέκλα να μουτζώνει δεξιά κι αριστερά και όλο το προσωπικό της υπηρεσίας να κοάζουν μαζί του εν χορώ «πάρε έξι!» και «πάρε δώδεκα!» κοντεύει να πάθει συμφόρηση. Βλέπει και τη σύζυγό του να κάθεται σαν ξέπνοη παράμερα και το εγκεφαλικό είναι στο δρόμο. «Απολύεσαι! Τώρα! Μάζεψτα και τράβα!» κραυγάζει θέλοντας να ισορροπήσει με τις κραυγές τη δειλία και την αδυναμία του, πιθανότατα και το μικρό του τσουτσούνι, καθώς η κυρία Καπούζογλου «μπράβο Μενέλαε» και «μπράβο κύριε διευθυντά μου» του λέει, «αλλά μέτρα και τα δάχτυλα του Θανάση μας» προσθέτει για να του βγει από πάνω, ο κύριος διευθυντής τα μετρά, τα ξαναμετρά και αυτομάτως ηρεμεί.

Είναι η πρώτη φορά που τα δώδεκα δάχτυλα του Θανάση δρουν ως ηρεμιστικό. Ισως και η τελευταία, γιατί μετά την πρόταση που του κάνει κατ' ιδίαν ο κύριος διευθυντής, ο Θανάσης αποφασίζει να πάει να κόψει τα περισσευούμενα.

(συνεχίζεται και έχει πολύ ακόμα)

------------------
ΣΗΜ.1. η λέξη "δώδεκα" γράφτηκε τυχαία και όταν πρόσεξα αυτό το λάθος αποφάσισα να το αφήσω και να μη το διορθώσω, έτσι η ιστορία οδηγήθηκε μόνη της προς τη δική της συνέχεια και το δικό της τέλος, αποφάσισε δλδ το κείμενο αντί για μένα προς τα πού θα πάει -πράγμα που μου συμβαίνει συχνά, χωρίς να βρίσκω κάποια εξήγηση γι αυτό.
ΣΗΜ.2. Γράφτηκε σήμερα, ξεκίνησα πριν 4 ώρες, με διακοπές κάθε τόσο για ειδικούς λόγους που με αναγκάζουν να ξαγρυπνώ σήμερα.
ΣΗΜ.3. (ενημέρωση ένα χρόνο περίπου αργότερα) το επόμενο και τελευταίο επεισόδιο εδώ


Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2006

185. περί φαντασίας και περιεχομένου


«Μου βγάζεις τον κακό μου εαυτό»

του είπε και του έστειλε ένα πρόστυχο γράμμα.


Η απάντηση δεν άργησε να φτάσει:

«Δε γίνεται να βγάλω από μέσα σου

κάτι που δεν υπάρχει»

της απάντησε και πήγε ήσυχος να κοιμηθεί,

αν και ήξερε καλά πως εκείνη δε θά 'κλεινε μάτι.




Για μέρες είχε σφηνωθεί στο νου της το ερώτημα:
«Είμαι πράγματι κακιά

ή μπορώ να ανιχνεύω την κακία;»


Αμφέβαλλε για τα πάντα ως τότε,

αλλά πρώτη φορά

η αμφιβολία άγγιζε τον ίδιο τον εαυτό της.



«Εχω σκοτώσει τρεις ανθρώπους»

της είχε πει σε ανύποπτο χρόνο.

Μάλλον αυτή η φράση είχε ερεθίσει τη φαντασία της.

Το γράμμα δε γινόταν να το πάρει πίσω.

Αποφάσισε να διακόψει οποιαδήποτε επαφή μαζί του.


184. Κατερίνες έρχονται και φεύγουν



Παλιά, το όνομα Κατερίνα δεν ήταν συνηθισμένο. Ολο το παράλλαζαν σε Καίτη, Καιτούλα, Κάτια, Κάκια, Κατίνα, Κατινίτσα, κλπ, και τα εξ αυτών υπο-υποκοριστικούλια Νίτσα, Νίνα, Νινέττα, Κατιούσα, κλπ, αν δεν το πήγαιναν προς το Κάθριν και το Κατρίν ή Κατρίνα. Ολο του έτρωγαν κάτι τι κι αν δεν του έτρωγαν το παραμόρφωναν σε Εκατερίνη (με έψιλον στην αρχή) σε σημειώματα για μνημόσυνα και τρισάγια που είχε τύχει να δω.

Το Κατερίνα φοριόταν πολύ στα νησιά, κυρίως στις πάλαι ποτέ ενετοκρατούμενες Κυκλάδες με απόθεμα καθολικών, έτσι γνώρισα την πρώτη μου Κατερίνα πριν πολλά χρόνια. Ηταν ένα πλάσμα γένους θηλυκού, μια γυναίκα εξαιρετικά κοντού αναστήματος με δύναμη μεγάλη, αντιστρόφως ανάλογη με το μπόι της. Εργαζόταν ως παραδουλεύτρα στο σπίτι μας για πολλά χρόνια, ώσπου να πάρει σύνταξη και να πάει στο νησί της.

Την αγαπούσαμε και μας αγαπούσε, ιδίως εμάς τα παιδιά, τον πατέρα τον σεβόταν και ζητούσε συμβουλές και κάποιο μικρό δάνειο αραιά και που για να βολέψει τίποτε έκτακτα έξοδα με τις σπουδές των παιδιών της. Τρία είχε και τα σπούδασε όλα δουλεύοντας αυτό το άχαρο επάγγελμα και μάλιστα σε καλά σπίτια, όχι ό,τι κι ό,τι, και πάντα με το γέλιο στα χείλη και με απονήρευτη ματιά. Αλήθεια, τώρα που το σκέφτομαι, δεν έχω ξαναδεί τόσο απονήρευτη ματιά αν και αρκούντως παιχνιδιάρικη, άστραφτε το βλέμμα της κυρίας Κατερίνας -έτσι την φωνάζαμε, "κυρία Κατερίνα", ούτε κυρά-Κατερίνα ούτε Κατερίνα σκέτο.

Ηταν ικανή για την προσεκτική δουλειά του σιδερώματος, όσο και για το τίναγμα και κουβάλημα των χαλιών, επιδέξια στο καθάρισμα του βύσσινου, αετός στα ψώνια από το μπακάλη, το μανάβη και το χασάπη, δεν τη γελούσε κανείς με τίποτα!

Οταν έφυγε η κυρία Κατερίνα για το νησί της, μας έστειλε μια ανηψιά της με άλλο όνομα να πάρει τη θέση της, η οποία δυστυχώς στάθηκε ανάξια και της έμπιστης θείας της αλλά και του ονόματος που κουβαλούσε -τη λέγαν Σοφία- όνομα και μη χωριό που λέει η παροιμία, μια και κατάφερε να με κατακλέψει μπροστά στα μάτια μου, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία, τώρα γράφω για Κατερίνες.
Η άλλη Κυρία Κατερίνα, με κάππα κεφαλαίο και τα δυο, ήταν η Κυρία Κατερίνα Ανδρεάδη, μεγάλη ηθοποιός του θεάτρου, πανέμορφη γυναίκα, ένα αιθέριο πλάσμα και δυναμικό συνάμα, με άφθαστο χιούμορ, μια πηγή γέλιου και χαράς. Με είχε πάρει μαζί της η μάνα μου να δούμε την τελευταία της παράσταση, πριν αποσυρθεί μέσα στη δόξα της, στο θέατρό της το θέατρο "της Κατερίνας", έτσι λεγόταν. Το έργο ήταν "Η Χαρτοπαίχτρα" που παίχτηκε και στο σινεμά με πρωταγωνίστρια τη Ρένα Βλαχοπούλου. Καμία σχέση με το πρωτότυπο παίξιμο που είχα παρακολουθήσει στο θέατρο.

Πολύ καλή ηθοποιός η κυρία Βλαχοπούλου, αλλά ούτε στο μικρό νυχάκι δεν έφτανε την Κυρία Κατερίνα! Η επικοινωνία της με το κοινό που την καταχειροκροτούσε ήταν μοναδική εμπειρία για μένα, όπως μοναδική εμπειρία ήταν όταν την επισκεφτήκαμε στο καμαρίνι της κι εκεί έμαθα πόσο τη λάτρευε ο παπούς μου, ο οποίος της έστελνε λουλούδια σε κάθε πρώτη παράσταση της βδομάδας, και πόσο την είχε πληγώσει ο θάνατός του. Φέρνω στο νου μου την όμορφη ψηλή κυρία με το σκούρο βέλο που είχε έρθει στην κηδεία του και στενοχωριέμαι που δεν έμαθα εγκαίρως για το θάνατό της ώστε να ανταποδώσω την αβρότητα.
Μια τρίτη Κατερίνα, γερμανίδα αυτή τη φορά, είναι η Katarina Witt, διάσημη παγοδρόμος. Γεννημένη στο Βερολίνο το 1965, γεμάτη δύναμη όργωνε τις παγοπίστες χορεύοντας και κατακτώντας βραβεία μαζί με το θαυμασμό του κόσμου, μέχρι πριν μια δεκαετία περίπου. Βέβαια, η Katarina Witt βρίσκεται ανάμεσά μας και χαίρεται -ελπίζω για πολλά χρόνια ακόμη, Χρόνια Πολλά Καταρίνα!- το δώρο της ζωής, απλώς έχει φύγει από το προσκήνιο της μεγάλης δημοσιότητας που χαρίζουν οι αθλητικές διοργανώσεις. Κοινό γνώρισμα και των τριών αυτών γυναικών βρίσκω τη δύναμη, το γέλιο, τη χαρά της ζωής, για τούτο σκέφτηκα να τις παρουσιάσω μαζί, αφού όλες μαζί έρχονται ταχτικά στη σκέψη μου.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

181. περί μυστικών κειμένων



Μια βδομάδα πριν πεθάνει έσκισε όλα τα χαρτιά που είχε φυλαγμένα στο ρολτόπ. Εφημερίδων αποκόμματα, σημειώματα, τετράδια πυκνογραμμένα, αλληλογραφίες, όλα. Τι έγραφαν αυτά τα οποία έσκιζε επιμελώς σε πολύ μικρά κομματάκια, κανείς δεν ξέρει. Η μάνα μου υποπτεύεται ή ίσως και να γνωρίζει περί τίνος επρόκειτο. Οταν τη ρώτησα, μου απάντησε ότι περίμενε μια ζωή ο πατέρας για να μας μιλήσει, σε μας τα παιδιά του, για όλα όσα είχε ζήσει, αλλά στα τελευταία του είχε αποφασίσει πως δεν συνέτρεχε λόγος γι αυτό. Μέσες άκρες, κάτι μου είπε στο νοσοκομείο όπου πέρασε τις τελευταίες λίγες μέρες της ζωής του. Κράτησα μερικές σημειώσεις, κάποιες ημερομηνίες, στα κρυφά, έξω από το δωμάτιο, πάνω σε πακέτα τσιγάρων. Σχημάτισα την εικόνα του ακόμα πιο σαφή, μια εικόνα ενός περήφανου ανθρώπου. Θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί ορισμένα γεγονότα, των οποίων είχε υπάρξει πρωταγωνιστής, προς όφελος του εαυτού του ή των παιδιών του και δεν το έπραξε. Εφυγε χωρίς να αφήσει κανένα σημάδι πίσω του. Η κηδεία του έγινε όπως το επιθυμούσε και το είχε διατυπώσει σε ανύποπτη χρονική στιγμή, ένα βράδυ στη βεράντα μετά το φαγητό ανάμεσα σε γέλια και τραγούδια. Μοναδικοί συμμετέχοντες στην τελετή, τα μέλη της στενής οικογένειας, γυναίκα, παιδιά, εγγόνια. Κάποιοι ήρθαν απρόσκλητοι να βγάλουν λόγους και να απονείμουν τιμές. Τους λόγους τους εμπόδισα, τις ομοβροντίες όμως δεν μπόρεσα, σκέφτηκα μη φύγουν άπρακτα τα φανταράκια. Αρεσε στα μικρά η φάση, είχε μια υποβλητικότητα. Ηταν ο πρώτος ήρωας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, του ελληνοϊταλικού πολέμου του '40-41. Για μένα, το δικό μου ρολτόπ είναι το διαδίκτυο, όπου οι πολλοί αναγνώστες ισοδυναμούν με κανέναν. Γράφω μεν, αλλά το πιθανότερο είναι ότι κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς γράφω, τι εννοώ γράφοντας, εκτός από λιγοστά πράγματα. Σκορπίζομαι και μου αρέσει να σκορπίζομαι, σαν ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί ψιλοκομμένο και αφημένο ν' αρμενίζει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

180. άτιμα κινητά και παλιο-SMS



ΜΑΝΟΥΛΑ, ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΣΤΕΙΛΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΝΩΡΙΤΕΡΑ, ΓΙΑΤΙ ΥΠΕΡΚΟΠΩΘΗΚΑ, ΛΙΠΟΘΥΜΗΣΑ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΗΡΘΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΜΕ ΚΑΝΑΝΕ ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΕΧΩ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΩ ΤΩΡΑ ΜΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΞΟΝΙΚΗ, ΑΠΟ ΕΓΚΕΦΑΛΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚΛΠ... ΠΑΝΤΩΣ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ, ΜΟΝΟ ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ ΘΕΛΩ!

Αποστολέας: ΧΧΧΧΧΧ η κόρη
Εστάλη: 21-Νοε-2006, 20:56:34

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

- Σκατόπαιδο, τι τρέχει;
- Τίποτα μαμά, καλά είμαι!
- Τι συνέβη;
- Ε, να.. λιποθύμησα από κούραση...
- Και οι εξετάσεις στο νοσοκομείο; Δεν υπάρχει ασφάλεια για τους φοιτητές;
- Ενα μέρος πρέπει να πληρώσω...
- Τι σου είπαν οι γιατροί;
- Οτι χρειάζομαι ξεκούραση.. μέχρι και για επιληψία μου κάναν εξέταση...
- Αντε, έλα σπίτι γρήγορα!
- Γιατί;
- Για να ξεκουραστείς! Να μείνεις μερικές μέρες να ξεκουραστείς...
- Εχω μαθήματα!
- Ναι, και ξενύχτια, και δεν τρως καλά, και και...
- Ελα, μη μου γκρινιάζεις μαμά τώρα... Θα έρθω τα Χριστούγεννα!
- Και δε μου λες, άμα δεν φροντίζεις τον εαυτό σου, τι θα μάθεις στα παιδιά μεθαύριο; Θα τους λες «Ορμάτε βιολιτζήδες και ούμπα τούμπα τούμπαλα»;
- Χαχαχαχαχα! πώς το είπες αυτό μαμά; Για ξαναπές το, μου άρεσε!
- Πρόσεχε τον εαυτό σου. Χωρίς εαυτό στα καλά του, τι να τις κάνεις τις σπουδές;
- Ναι, μαμά.
- Τον εαυτό σου πρώτα λέμε. Πρό-σε-χε!
- Καληνύχτα μαμά, είμαι καλά, μην ανησυχείς, φιλάκια!
- Φιλάκια μωρό μου και να προσέχεις!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

179. η επώδυνη κλίμαξ και ο ανελκυστήρ


Βρίσκεσαι χαμηλά, στη βάση του κτιρίου, κοιτάζεις ψηλά, εκεί όπου προσφέρονται τα οράματα. Ολες οι εικόνες οι θαυμαστές ενός κόσμου χάρισμα, αν κι εσύ χαριστείς, αν δεχτείς να τον φτάσεις με τον ανελκυστήρα, χωρίς κόπο. Το κτίριο είναι στα δεξιά κι αριστερά είναι η σκάλα.Στην αρχή, η σκάλα σου φαίνεται γαλάζια και ξεκούραστη. Τι είναι εκατό σκαλιά μονάχα; Μπορείς να τ' ανέβεις χωρίς να χαριστείς, χωρίς να πουλήσεις τα δικά σου οράματα για ν' αποκτήσεις οράματα ξένα, εικόνες διαφημισμένες. Ξεκινάς λοιπόν να ανεβαίνεις. Στα δεξιά υπάρχει χειρολαβή κατά μήκος της σκάλας, όπου μπορείς να στηρίζεσαι, αν το επιθυμείς. Δεν την έχεις ανάγκη, ανεβαίνεις με περήφανο βήμα καταμεσίς της σκάλας, χωρίς να πιάνεσαι από πουθενά.Δεξιά, βλέπεις τον πέμπτο όροφο του κτιρίου με τα προς χάρισμα οράματα. Βλέπεις κόσμο, ανθρώπους να πηγαινοέρχονται βουΐζοντας, χαρούμενοι που πήραν τον ανελκυστήρα και απόχτησαν εικόνες και γνώση έτοιμη, προαποφασισμένη γι αυτούς. Ολα είναι πολύχρωμα εκεί πάνω, έχει και μουσική.Η σκάλα που διάλεξες να πάρεις χάνει σιγά σιγά το χρώμα της και γίνεται γκρίζα. Αρχίζεις να κουράζεσαι, η χειρολαβή αλλάζει θέση, βρίσκεται στην αριστερή πλευρά πλέον. Μερικοί που αποφάσισαν ν' ανεβούν πίσω από σένα, δυσανασχετούν πως τους καθυστερεί το αργό σου ανέβασμα. Δεν βλέπεις πια το κτίριο με τα βουητά των ανθρώπων.Το κτίριο δεν έχει αλλάξει θέση, βρίσκεται εκεί όπου ήταν από πάντα, οι πολλοί άνθρωποι ανεβαίνουν με τον ανελκυστήρα και χαίρονται τα οράματα και τις εικόνες τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι το αντίτιμο γι αυτές τις απολαυστικές εικόνες είναι τα ίδια τους τα μάτια. Αυτά παραδίδουν στον πορτιέρη βγαίνοντας προς την οδό του Παραδείσου, τον οποίο τους υποσχέθηκαν οι διαφημιστές, κρύβοντάς τους αυτή τη μικρή λεπτομέρεια.Εσύ εξακολουθείς να ανεβαίνεις την επώδυνη σκάλα, γνωρίζοντας απλώς ότι παρακάμπτεις τον ανελκυστήρα, ότι οι διαφημιζόμενες εικόνες των χαρισμένων οραμάτων είναι ψεύτικες. Αλλάζεις με κόπο τη θέση σου ώστε να κρατάς σφιχτά τη χειρολαβή, γιατί η σκάλα γίνεται όλο και πιο απότομη. Ρίχνεις μια ματιά προς τα πίσω, βλέπεις ότι υπάρχουν περισσότερα σκαλοπάτια από όσα προς τα εμπρός, δεν σε παίρνει να κατέβεις, μπορεί και να τσακιστείς, και συνεχίζεις με κόπο. Αναρωτιέσαι αν υπάρχει κάτι στην κορφή που να σε ανταμείψει και απάντηση δεν υπάρχει. Το ανέβασμα το αποφάσισες για να γλιτώσεις το πούλημα, όχι για την ανταμοιβή. Το κορμί βαραίνει, τα πόδια δυσκολεύονται να προχωρήσουν, το μόνο θετικό είναι πως εξακολουθείς να βλέπεις.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006

178. περί ντροπής ή δυο μερίδες πολυτεχνείο παρακαλώ




αύριο είναι η μέρα που ντρέπομαι

ημέρα ντροπής, 17 Νοέμβρη

ντρέπομαι που δεν χτύπησα

τα κουδούνια των πολυκατοικιών

ενώ μπορούσα να τα χτυπήσω

να βγάλω έξω με το ζόρι

να τραβήξω ανθρώπους

από μαλλιά κι από ρούχα

τέτοιες μέρες δε γίνονται εύκολα

ιδίως όχι κατά παραγγελία

δυο μερίδες πολυτεχνείο παρακαλώ

μας τελείωσε δεσποινίς μου

περάστε αύριο, θα έχουμε φρέσκο

φρέσκο αίμα, φρέσκα σουβλάκια

πιτόγυρα ευωδιαστά

σάρκες καμένες με ηλεκτρόδια

φρέσκα στεφάνια περικοκλάδων

αρτηριών και νεύρων ωμών

σιτεμένα πουρά θα προσκυνούν

και θα προσκυνούν

και θα εξομολογούνται

στον αιώνα τον άπαντα

να συχωρεθεί η μοναδική αμαρτία

το ΛΑΘΟΣ

***

το ΠΑΘΟΣ

των προϊόντων καθέλκυσης

των ιερών οστών του Υμνου

παραμένει αλώβητον

***

αύριο το μαγαζί κλειστόν λόγω πένθους

177. περί προσφύγων



«Φάε το φαΐ σου γιατί θα φωνάξω τον πρόσφυγα να σε πάρει» ή «κάτσε καλά γιατί θα σε φάει ο πρόσφυγας» ή «θα φωνάξω τον εβραίο να σου πιεί το αίμα, άμα δεν είσαι φρόνιμο παιδί» ή «θα σε δώσω στους γύφτους» ή «θα σε στείλω στους αρμένηδες» ήταν μερικές από τις φοβέρες που χρησιμοποιόντουσαν κατά συρροή, κυρίως μετά το 1922, συνήθως από καλές μαμάδες που φρόντιζαν για την καλή ανατροφή των παιδιών τους.

Κατόπιν, ήρθαν ο μπαμπούλας, η καλαμοδόντα, και άλλα μυθικά πλάσματα της φαντασίας.

Σήμερα, η Βουλή των Ελλήνων εκθέτει φωτογραφικό υλικό με τίτλο «Η Αττική Γη υποδέχεται τους πρόσφυγες του '22». Θέλω να πάω να δω αν τα λένε όλα σε αυτή την έκθεση ή τα βλέπουν ρομαντικά και ζαχαρωμένα μετά την πάροδο τόσων χρόνων.

Το παρήγορο είναι πάντως ότι τα παιδιά δεν τρώνε κουτόχορτο στις μέρες μας. Μάλλον καλό είναι αυτό, τουλάχιστον (προσπαθούμε να) αποκτούμε σιγά σιγά συνείδηση αντιρατσιστική ως λαός. Πιθανότατα για τούτο έχουν λυσσάξει ωρισμένοι...

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

176. περί μπλογκέρνειν εξομολογητική απάντηση


Γιατί καταπιάστηκα με το μπλογκέρισμα*;

Επειδή μου αρέσει να παίζω
να παίζω

ΝΑ ΠΑΙΖΩ

Ν Α Π Α Ι Ζ Ω

να παίΖΩ

να ΠΑΙ-ζω

ζω
ΖΩ
ΖΩ
ΖΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ




--------------
Δεν γράφω "μπλογκάρισμα" γιατί παραπέμπει σε γαϊδουροφωνάρα και έχω ευαίσθητα ώτα

Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006

173. περί της κυρίας Αδελαΐδας* και του μετά θάνατον έρωτα



Η κυρία Αδελαΐδα είχε παντρευτεί τον άντρα της από έρωτα. Ζούσαν σε ένα υπέροχο σπίτι κοντά στη θάλασσα, είχαν αποκτήσει δυο υπέροχα παιδιά και, μετά από εικοσιτρία χρόνια γάμου, εξακολουθούσαν να αγαπιούνται και να συμπεριφέρονται μεταξύ τους σαν περιστεράκια.Η κυρία Αδελαΐδα ήταν εξαιρετική μαγείρισσα και ο άντρας της το εκτιμούσε αυτό ιδιαιτέρως. Το στομάχι του ήταν η καλύτερη δίοδος για τον έρωτά του και δεν παρέλειπε να διαλαλεί την αξιοσύνη της γυναίκας του σε αυτό τον τομέα.Οταν έμαθε ότι είχε καρκίνο, η κυρία Αδελαΐδα επισκέφτηκε αμέσως ένα γραφείο συνοικεσίων και διάλεξε μια γυναίκα για τον άντρα της, να την αντικαταστήσει μετά τον -βέβαιο- θάνατό της. Κατόπιν, ανέφερε στην οικογένειά της τα περί ασθενείας, ύστερα ακολούθησε τη θεραπεία που της επέβελλε ο γιατρός.Την γυναίκα που διάλεξε, την προσέλαβε να τη βοηθά κατά τη διάρκεια της αρρώστιας της και την δίδασκε επιμελώς τα μυστικά της κουζίνας της. Ευτυχώς, ήταν καλή μαθήτρια, της άρεσε η μαγειρική. Ενα βράδυ, η κυρία Αδελαΐδα έγραψε τη διαθήκη της και σε μια βδομάδα πέθανε.Ενα απόγευμα, χτυπήσαμε το κουδούνι για να επισκεφτούμε οικογενειακώς την αγαπητή μας οικογένεια. Είχαμε γνωρίσει την κυρία Αδελαΐδα όταν είμασταν κι εμείς κάτοικοι αυτής της περιοχής, αργότερα μετακομίσαμε και χαθήκαμε, όπως συμβαίνει συχνά.Αργούσαν λίγο να μας ανοίξουν και η -πάντα ανυπόμονη- μάνα μου φώναξε μερικές φορές το όνομά της «Αδελαΐδα! Αδελαΐδα!» και άνοιξε την πόρτα του κήπου ο άντρας της κάπως σαν χαζός, έτσι τον είδαν τα παιδικά μου μάτια τουλάχιστον.Αμέσως πήρε παράμερα τον πατέρα μου και κάτι του ψιθύριζε, ενόσω εκείνος προχωρούσε προς το σπίτι ο πατέρας μου κάτι ψιθύρισε στη μάνα μου, εμείς τα παιδιά πήγαμε να κάνουμε κούνια και το μυστικό το μάθαμε στη διαδρομή της επιστροφής.Πως η κυρία Αδελαΐδα είχε πεθάνει και πως, με τη δική της επιθυμία, ο άντρας της είχε παντρευτεί μέσα στο τρίμηνο την κυρία που μας σερβίριζε τις σουμάδες. Δεν ξαναπήγαμε σε εκείνο το σπίτι. Ηταν βαρύ το ξάφνιασμα.Καταλαβαίνω τώρα πόσο εκείνη την εποχή η επικοινωνία ήταν δύσκολη, πόσο συνηθισμένο ήταν τα γεγονότα να αργούν τόσο πολύ να μαθευτούν. Μέσα σε ένα μονάχα χρόνο είχαν συμβεί μια ασθένεια, ένας θάνατος, ένας γάμος, κι εμείς που ζούσαμε μερικές δεκάδες χιλιόμετρα μακριά δεν είχαμε πάρει μυρωδιά.

--------------
*Διαλέγω ένα σπάνιο όνομα, σε αντίθεση με το δικό της που ήταν εντελως κοινό.

173. o Peppino di Capri τραγουδά το San Tropez twist



Βρήκα ένα κομμάτι από το film του Bernardo Bertolucci "La Luna"(1979) στη συλλογή του yokonov στο YOU TUBE. Eψαχνα καιρό να βρω αυτή την πρώτη εκτέλεση του ρυθμικού τραγουδιού και -επιτέλους!- τη βρήκα, και μάλιστα σε εκπληκτικό συνδυασμό.



Καλό, ε;

172. ταξιδεύοντας σε κόσμους ονείρων και μουσικής


Ξεκίνησα από το ολόφρεσκο blog συμφωνική ορχήστρα που ξεκίνησε ο sfrang, πέρασα από το blog aspripetraxexaspri και άκουσα και είδα το συγκρότημα Delta Rhythm Boys - Dry Bones που ανέβασε ο kukuzelis από το blog Weirdo Video, πετάχτηκα μέχρι το YOU TUBE και εκεί αναζήτησα ένα τραγούδι που μου άρεσε και που είχα αναζητήσει συχνά σε διάφορους τόπους αλλά χωρίς αποτέλεσμα, το βρήκα στη συλλογή της Christkindl από την Αυστρία και το παρουσιάζω:

The Platters - you´ll never know



Ξαναγύρισα στον τόπο Weirdo Videos και διάλεξα αυτή τη γοητευτική ιστοριούλα,

In My Merry Oldsmobile - Fleischer Brothers



με την οποία κλείνω την σημερινή μου περιήγηση, που... άξιζε τον κόπο!

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006

171. περί νοσταλγίας για την άγνοια της μοναξιάς


Γνώρισα το μεγάλο γάλλο ποιητή Jacques Prévert στην τρυφερή ηλικία των 12 χρόνων, μέσα από το στεγνό και ακατανόητο ποίημά του «Déjeuner du matin», του οποίου ματαίως προσπαθούσε η δασκάλα μας στη Γαλλική Ακαδημία (έτσι λεγόταν τότε το Institut Francais d' Athenes) να μας μεταδώσει το νόημα. Το είχα μεταφράσει, πολύ απλό ήταν, αλλά το βαθύ νόημα το ανακάλυψα πολλά πολλά χρόνια αργότερα. Σήμερα, το ξαναβρήκα και το ανεβάζω εδώ στοργικά, σαν το φτεράκι καναρινιού που ήταν το πρώτο δώρο που έλαβα από το πρώτο αγόρι που με είχε ερωτευτεί θανάσιμα τότε ακριβώς που μάθαινα αυτό το ποίημα:

Il a mis le café
Dans la tasse
Il a mis le lait
Dans la tasse de café
Il a mis le sucre
Dans le café au lait
Avec la petite cuiller
Il a tourné
Il a bu le café au lait
Et il a reposé la tasse
Sans me parler

Il a allumé
Une cigarette
Il a fait des ronds
Avec la fumée
Il a mis les cendres
Dans le cendrier
Sans me parler
Sans me regarder

Il s'est levé
Il a mis
Son chapeau sur sa tête
Il a mis son manteau de pluie
Parce qu'il pleuvait
Et il est parti
Sous la pluie
Sans une parole
Sans me regarder

Et moi j'ai pris
Ma tête dans ma main
Et j'ai pleuré.
Την απόγνωση που κρύβουν οι στίχοι αυτοί, απλοϊκοί για την παιδική μου ματιά, κάποτε θα τη μάθαινα, ευτυχώς (ή δυστυχώς) πολύ αργότερα. Σήμερα, απλώς το ξαναμεταφράζω:
Εριξε τον καφέ
στο φλιτζάνι
Εριξε το γάλα
στο φλιτζάνι του καφέ
Εριξε τη ζάχαρη
στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
ανακάτεψε
Ηπιε τον καφέ με το γάλα
και άφησε κάτω το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει

Αναψε
ένα τσιγάρο
Εκανε κουλουράκια
με τον καπνό
Εριξε τις στάχτες
μέσα στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει

Σηκώθηκε
Φόρεσε
το καπέλο στο κεφάλι του
Φόρεσε
το αδιάβροχό του
επειδή έβρεχε
Και έφυγε
μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει

Και 'γώ πήρα
το κεφάλι στα χέρια μου
Κι έκλαψα.


Σήμερα, που βρίσκομαι χρονικά πολύ μακριά από την ηλικία των πρώτων ερώτων, όσο σχεδόν βρίσκομαι συναισθηματικά μακριά και από την εποχή των τελευταίων, μπορώ να ξαναδώ αυτό το μικρό ποιητικό φτερούγισμα σαν ένα χτύπο καρδιάς και σαν ένα φύσημα του ανέμου, σαν κάτι που πέρασε χωρίς σημασία και χωρίς ίχνη, αν και νοσταλγώ την άγνοια της μοναξιάς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006

170. ο Γαβββος

Το Φάντομ πλέον

Εκεί που πετάει το MPOURDES με κυβερνήτη το Ράμπο,
στο πολικό του Σέλας με τα σελάχια σελαγίζει τον πάγο,
ο Καββαδίας γέρνει στο άγαλμα της ομίχλης,
συννεφάτος άνευ οσμής, ολοζώντανος.
Γαββββββββββ...
Φεύγει προς τον ΠΑΤΡΟΠΟΡΤΗ
ΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟΝ ΟΣΤΙΣ ΕΜΒΑΘΥΝΕΤΑΙ
ΓΑΒΒΒΒΒΒΒ
διαχωρίζει καλά
ως αμαρτωλοί προσμετρώνται
πάγοι στας Κορυφογραμμάς.
ΓΑΒΒΒΒΒΒΒΒΒ... εΔΩ
επιβιβάζεται η γοργοναυκλήραινα η Κλαραμπέλ.
ΓΑΒΒΒΒΒΒΒΒΒΒΒΒΒΒΒΒΒΒ ατρομη στεκεται
πλέει στα νερα ΓΑΒΒΒ-ΓΑΑΑΒ
είμαι το σκυλόψαρο
ο Γαβββος.
ΓΑΒΒΒ
Δυστυχως
ασπροπαγοι εκει γλιστρανε
ζαρια.
Και ταπαιξε χτες το σιρματενιο πεζό
με ΘΟΡΥΒΟ

Παραποίηση του "Ο Νιάρρρος" του blog "SACHLES

Πέμπτη, Νοεμβρίου 09, 2006

169. το πορδοβούλωμα

Δεν κατάλαβα ποτέ, ακόμα και σήμερα προβληματίζομαι, πώς η γιαγιά μου η αρχόντισσα είχε για φιλενάδα μια γυναίκα σαν την κυρία Τιτίκα. Μάλιστα ήταν η καλύτερή της φιλενάδα και, όταν ερχόταν να την επισκεφτεί, η γιαγιά μου με έβγαζε από το σαλονάκι και καθόντουσαν οι δυο τους με κλεισμένη την πόρτα και γελούσαν δυνατά.

Τι δεν θά 'δινα ν' άκουγα τι λέγανε! Τόσο ξεκαρδιστικά πράγματα και να μη μπορώ να τ' ακούσω! Τέλοσπάντων, η κυρία Τιτίκα ήταν ψηλή κι αδύνατη, με μεγάλα τρομαχτικά μάτια κι ένα δόντι που το έβγαζε και τό 'φερνε έξω από το στόμα της, ανάμεσα στα χείλια, και το κουνούσε απειλητικά, μουγκρίζοντας κιόλας. Μου προκαλούσε φόβο και η όψη της μονάχα. Τα μάτια της τα γουρλωτά φαινόντουσαν σαν να γελούσαν, αλλά με ένα γέλιο επιθετικό, όπως φανταζόμουν ένα δράκο ή μια μάγισσα να γελά. Και με το στόμα της γελούσε μ' ένα παράξενο τρόπο, σαν να ήταν έτοιμη να με καταβροχθίσει αφού με δάγκωνε με το φοβερό της δόντι, μόλις αφηνόμουν να χαλαρώσω και να γελάσω μαζί της.

Η κυρία Τιτίκα με κορόϊδευε διαρκώς και ποτέ της δεν με πίστευε. Ακόμα και τότε που με έβαλε να της ζωγραφίσω ένα γαρύφαλο και το έφτιαξα μπροστά της και το πέτυχα πολύ ωραία, ακόμα και τότε, αμφισβήτησε πως το είχα ζωγραφίσει μόνη μου. «Κάποιος σε βοήθησε, δεν μπορεί τόσο ωραίο γαρύφαλο να το πέτυχες μοναχή σου» μου είπε, κι όσο και να χτυπιόμουν ότι το ζωγράφισα μπροστά στα μάτια της και δεν είναι αλήθεια αυτό που λέει, εκείνη ήταν ανένδοτη. Σκέτο πειραχτήριο ήταν αυτή η κυρία Τιτίκα, ένα μικρό παιδάκι όμως που δεν έχει πάει ακόμα σχολείο, θέλει να το παίρνουν στα σοβαρά και να μη το κοροϊδεύουν.

Τότε ήταν που ορκίστηκα -από μέσα μου, μου είχαν πει ότι ο όρκος δεν είναι καλό πράγμα- πως δεν πρόκειται να μεγαλώσω ποτέ. Θα έμενα μικρή, γιατί οι μεγάλοι είναι ακατανόητοι και κακοί με τα μικρά παιδάκια. Μόνο τις γιαγιάδες, τους παπούδες, και τον πατερούλη μου θα αγαπούσα και κανέναν άλλο μεγάλο. Ούτε τη μανούλα μου, ούτε την κυρία Τιτίκα -ιδίως εκείνη.

Εκτός από τα τερτίπια που ανέπτυσσε σε μεγάλη ποικιλία για να με στενοχωρεί, η κυρία Τιτίκα είχε κι άλλον ένα ακαταμάχητο τρόπο να με φέρνει εκτός εαυτού: Τα βρωμόλογα. Στο σπίτι ήταν απαγορευμένο ν' ακούγονται βρωμόλογα, κανείς δεν έλεγε, εκτός από τον παπού μου τον πλούσιο που μούντζωνε βρίζοντας την τηλεφωνική συσκευή μόλις έκλεινε η γραμμή, ενώ η γιαγιά μου του έλεγε παρακλητικά «μη, Κώστα μου, το παιδί» και τότε ο παπούς μού έκλεινε το μάτι και με έπαιρνε στα γόνατά του. Εξαγνιζόταν τότε, ήταν σα να μου ζητούσε να τον συχωρέσω, και'γώ έτρεχα κι έπαιρνα ένα πανί να ξεσκονίσω τα παπούτσια του, μια δουλειά που ήταν της Βιτώριας μας, αλλά που ήθελα να την κάνω κάπου κάπου σαν για να του δείχνω ότι τον είχα συχωρεμένο και δεν του κρατούσα κάκια.

Αυτό που δεν θα συχωρέσω ποτέ όμως στην κυρία Τιτίκα είναι το ότι μια μέρα είπε πως είμαι ένα «πορδοβούλωμα» και 'γώ της απάντησα «εσύ είσαι πορδοβούλωμα» και εκείνη την ώρα φάνηκε η γιαγιά μου στην πόρτα και με άκουσε που το έλεγα και με μάλλωσε πως λέω κακά λόγια. Και νά 'ξερα και τι θα πει «πορδοβούλωμα» πάει στα κομμάτια! Εμείς τότε τις πορδές τις λέγαμε «προυμ». Ούτε καν «πριτς»!

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

168. ο κύριος Μιχάλης


Ηταν ο καλύτερος φίλος του πατέρα μου. Οι φίλοι του πατέρα μου μετριόντουσαν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Μου χάριζε βιβλία για μεγάλους, βιβλία με περιπέτειες, με ποίηση, βιβλία με θεατρικά έργα, βιβλία, βιβλία, βιβλία. Μαζί του πήγα πρώτη φορά στο Θέατρο Τέχνης.



Από την παράσταση ΒΟΪΤΣΕΚ στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν

Δεν μιλούσε πολύ. Σχεδόν καθόλου. Οταν ερχόταν σπίτι μας, καθόταν πλάι στον πατέρα μου και συνομιλούσαν χαμηλόφωνα. Ο πατέρας μου μιλούσε δηλαδή και ο κύριος Μιχάλης κουνούσε το κεφάλι του ή έβγαζε κάποιον αναστεναγμό ή βόγγο.

Είχε μια γυναίκα που δεν τον αγαπούσε και μια κόρη που φόρεσε κόκκινα στην κηδεία του, γιατί ο κύριος Μιχάλης σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ενα ηλίθιο δυστύχημα, που αν φορούσε ζώνη ασφαλείας θα γλίτωνε τη ζωή του. Σε μια στροφή, στα βουνά της ιδιαίτερης πατρίδας του, το αυτοκίνητο ντεραπάρισε, άνοιξε η πόρτα, και βρέθηκε το κεφάλι του μεταξύ πόρτας και σασί, όλο το βάρος του αυτοκινήτου του έκοψε το σβέρκο. Οχι εντελώς, τσάκισε τη σπονδυλική στήλη και απομόνωσε το νωτιαίο μυελό.

Εζησε δυο τρεις μέρες στο νοσοκομείο, λογαριάζοντας τις δουλειές που είχε να κάνει στο χτηματάκι του. Ο πατέρας μου πλάι του. Συζητούσαν με δυνατή φωνή, όσο γινόταν δυνατή μέσα στο νοσοκομείο. Γελούσαν κιόλας. Ο κύριος Μιχάλης ήταν σίγουρος ότι θα γινόταν καλά, ο πατέρας μου μετρούσε τις στιγμές της ζωής που έμεναν για το φίλο του, τις στιγμές της φιλίας τους. Σημείωνε σχολαστικά σε ένα μπλοκάκι παραγγελίες για φυτά, φυτοφάρμακα, χώμα, λίπασμα και εργαλεία.

Ο κύριος Μιχάλης είχε πολεμήσει κι αυτός στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και ήταν ανάπηρος επίσης. Η αναπηρία του τον είχε εμποδίσει να πεταχτεί εγκαίρως έξω από το αυτοκίνητο ή να μείνει σταθερός στο κάθισμά του και να μη τραυματιστεί θανάσιμα.

Τον θυμάμαι κάθε χρόνο και ευχαριστώ την ψυχή του για όσα όμορφα μου έμαθε. Ενας άνθρωπος γλυκός και τρυφερός, ένα παληκάρι. Ο κύριος Μιχάλης ήταν δάσκαλος. Ποτέ δεν τον άκουσα να μιλά δυνατά. Θα τον έλεγε άσχημο ένας παρατηρητής άσχετος, ένας παρατηρητής που δεν θα είχε προσέξει το απαλό του βλέμμα, ένα βλέμμα γεμάτο όνειρα και αισιοδοξία, ένα βλέμμα που χάιδευε τη ζωή γύρω του. Ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Τρίτη, Νοεμβρίου 07, 2006

167. περί ενός που υπόγραψε



Είχα γνωρίσει κάποιον που υπόγραψε. Κόντευε να πεθάνει, γι αυτό. Γύρισε το '63 και κανείς δεν του μίλαγε. Στη δικτατορία τον ξαναπιάσαν και τον στείλαν εξορία. Γύρισε πίσω με την αμνηστεία του Παπαδόπουλου. Αρρωστος, είχε τα χάλια του. Γέρος πια. Τότε, του μίλησαν.Στη μεταπολίτευση έβαλε υποψηφιότητα για δήμαρχος και βγήκε με μεγάλη πλειοψηφία. Με το κόμμα. Ξαναεκλέχτηκε δεύτερη τετραετία, χωρίς το κόμμα αυτή τη φορά. Θα έβγαινε και τρίτη, αλλά πέθανε. Ηταν καλός άνθρωπος, πάνω απ' όλα. Είχε ωραίο τρόπο να γελά και να διηγείται ανέκδοτα.Δραστήριος δήμαρχος, ελισσόταν σε όλα τα επίπεδα για το καλό των δημοτών του Δήμου του. Είχε περισσότερους εχθρούς από φίλους, πολλοί τον χλεύαζαν και του πετούσαν στα μούτρα την υπογραφή που είχε βάλει. Παρ' όλ' αυτά, ο κόσμος τον ψήφιζε. Κάπου διάβασα να αναφέρεται σε κάποιο βιβλίο ως δειλός. Ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

166. ο καιρός των βερυκόκκων



Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων

ανέπι και ανέπι και στρεπτί

προς άγραν ξεκινώ βολιδοσκόπων

για τούτο σιγοκλαίει το γατί



Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων

τα δέντρα ξεραθήκανε μεμιάς

ξερά και καταξέρα

και αέρα και πατέρα

και για όλα φταίει μόνον ο γαμιάς!


Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

165. περί ελευθερίας του ίππου





Η ελευθερία του αλόγου φτάνει ως τη μέρα που θα του φορέσουν σέλλα.

Υπάρχει άραγε άλογο που να επιθυμεί να σελλωθεί;

Αραγε, γνωρίζει ένα άλογο τι σημαίνει σέλλα πριν του την φορέσουν;

Οταν ένα άλογο τρέχει ελεύθερο στις πάμπες ή στα νερολίβαδα, ονειρεύεται σέλλες;

Λένε πως τα κοπάδια των αλόγων που ζουν ελεύθερα έχουν αρχηγό, όπως όλα τα κοπάδια των ζώων άλλωστε.

Αραγε, ο αρχηγός τους θέλησε ποτέ να τα σελλώσει;

Εστω κι αν υποτεθεί ότι γνωρίζει την ύπαρξη του εργαλείου αυτού, το οποίο τα υποδουλώνει, της σέλλας δηλαδή, θα περνούσε ποτέ από το νου του να υποβάλλει τα καθοδηγούμενα από εκείνον ζώα σε αυτό το μαρτύριο;

...αλλά.. τα άλογα είναι άλογα ζώα...

Πόσο τα ζηλεύω ώρες ώρες!

Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2006

164. μεταποίηση Πόπης

με λέγαν Πόπη

και είχα ερωτευτεί στο Νευροκόπι

έναν ακαταμάχητο στρατιώτη

-μου ψώνιζε τουλούμπες βερεσέ-



τον λέγαν Γιάννη

και κρέμαγε μπαλόνια στο ταβάνι

μου διάβαζε Ρουσώ κι Αριστοφάνη

-μαγείρευα αρνάκι φρικασέ-



στα μακαρόνια

ξεμείναμε κι οι δυο μετά από χρόνια

η αγάπη μας μια γλάστρα με μπιγκόνια

-κι ο έρωτας γιαούρτι σε κεσέ-



--------------
ΣΗΜ. Φυσικά και είχα στο νου μου το γνωστό "με λένε Πόπη"

Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2006

163. περί φαντασμάτων



τα φαντάσματα ξυπνούν

στις διασταυρώσεις των ονείρων

εφιάλτες τρώνε και πατούν


 σε συσκευές ανακλαστήρων



τα φαντάσματα περνούν

απ' τα στενά των εγκεφάλων

λιώνουν μολύβι και ξερνούν

τις εποχές των γαρυφάλων


Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

162. μίλα μου για ξύλο




Μίλα μου για ξύλο,
αυτό που τρως σαν ζητιανεύεις ένα μήλο,
ξύλο που τρως ανελεήτως εδώ κάτου,
μίλα για ξύλο του θανάτου...

Μίλα μου για ξύλο μόνο,
για θλίψη, για θανάτους και για πόνο!



Μίλα μου για ξύλα,
για δακρυγόνα, για γροθιές κι ανατριχίλα,
όταν να ζήσεις προσπαθείς -αλλά του κάκου-
μίλα για ξύλο του θανάτου...

Μίλα μου ξύλο, πες μου,
τι κάνουν οι επτά οι αδελφές μου;



Μίλα μου για ξύλο,
ξύλο που τρως όταν στηρίζεις ένα φίλο,
ξύλο βαρύ σαν το σταυρό του Λασκαράτου,
μίλα για ξύλο του θανάτου...

Μίλα μου για ξύλο πάλι,
κι άμα δε θέλεις να μου λες, χαλάλι!



------------------------
ΣΗΜ. τραγουδιέται στο σκοπό του υπέροχου "μίλα μου για μήλα" του τρομερού Ευγένιου Τριβιζά, που τον θαυμάζω απεριόριστα.

161. τα δεδομένα μου είναι πολύ ευαίσθητα



Εχω προσωπικά δεδομένα. Είμαι δεδομένη, αλλά όχι παραδομένη. Δίνομαι, παραδίνομαι, ντύνομαι και ξεντύνομαι, μοιράζω και μοιράζομαι, τυφλώνω και ασπάζομαι.

Ακούγομαι και δεν μιλώ, μέσ' στο μυαλό παραμιλώ. Φαντάζομαι, ονειρεύομαι, οσμίζομαι και γεύομαι. Πανί στο στόμα χώνω, κι αν βρω το δολοφόνο, μέσα μου τον κρατώ, τον φυλακίζω. Δεν λέω πουθενά, δεν μαρτυράω, τα δεδομένα του παρακρατάω.

Είναι ευαίσθητα αυτά τα δεδομένα, όταν μιλούν αυτά για μένα. Οσο αυτά μιλούν ο νους αποβλακώνεται, και όταν παύουν να μιλούν απλώς σκοτώνεται. Σαν του περίστροφου την κάννη, πυροβολούν όποιον τα πιάνει.

Τα δεδομένα μου τα έχουν ξεμπροστιάσει, τά 'χουνε φτύσει, τά 'χουνε χαλάσει. Απ' όταν βρέθηκε αυτή η φόρμουλα των δεδομένων, βρέθηκα στο βασίλειο των χαμένων. Χάθηκα, λέμε, από χέρι, είμαι χαμένη. Και, επιπλέον, δεδομένη.

Τα δεδομένα σου φέρτα να στα φυλάξω, στον Πουθενά δεν θα τα πω, θα τα φωνάξω! Ολοι θα μάθουν από μένα, τα μυστικά σου δεδομένα. Μη φοβηθείς, αν είναι και προσωπικά, θα τα καρφώσω μυστικά.

Στη μαύρη νύχτα, σαν του Τάκη το μουστάκι, θα τα ψουψου σ' ένα αυτάκι. Και ψουψουψου και ξαναψου σιγά σαν γάτα, τα δεδομένα σου θα γίνουνε σαλάτα. Θ' ανακατέψω τότε πάλι τα χαρτιά, θα ρίξω ζάρια, θα σε γαμήσω -αν χρειαστεί- με χειροπέδες θα σε δέσω, τα δεδομένα θ' αφαιρέσω.

Αν μου τα δώσεις χωρίς βία, δεν τα παίρνω. Στα δεδομένα είμαι γνώστης και αστήρ. Προσωπικός ή μαζικός οδοστρωτήρ. Τα κάνω πλάκα, αλοιφή, χαλκομανία, πριν τα ρημάξω στα χαστούκια. Τα δεδομένα περασμένα ξεχασμένα, κάποτε υπήρχε χαφιές και τώρα ένας τενεκές.

Αυτός απόμεινε και είναι κιόλας τρύπιος, ξεγανωμένος, δεδομένος, προσωπικός. Αυτό είναι ένα δεδομένο που αλλάζει, όσο τσιμπιέται το μυαλό και δεν τρομάζει. Τέλος, έχω μια θλίψη, τα δεδομένα μ' έχουν πια εγκαταλείψει. Θα πάρω τα δικά σου και άει χάσου!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...