Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2007

286. οι κερδισμενες μερες και οι φευγατες

...καθε μερα που περνουσε και δεν εφευγες τη λογαριαζα για κερδισμενη -νικησαμε και σημερα ψιθυριζα στα κρυφα οταν η μερα τελειωνε και τα ρουχα σου περιμεναν να φορεθουν την αλλη μερα απο το ζωντανο κορμι σου- κι οταν πια εφυγες ξαπλωτος αποτομα στο δαπεδο της κλινικης τη στιγμη που ολα δειχναν οτι ο βραχνας κοντευε να τελειωσει και τελικα ο εχθρος θα νικιοταν κατα κρατος που λενε δεν ηξερα πως να λογαριασω ολες τις μερες που ειχαν περασει γεματες προσκαιρες νικες δεν ηξερα αν οι μερες εκεινες ολες εκεινες οι μερες επι τοσα χρονια ηταν πραγματικα κερδισμενες λεω μεσα μου πως μαλλον χαμενες ηταν...

...πετιομουν απο την ψαθινη καρεκλα μου να προλαβω να σε δω να φευγεις ανεβαινοντας τα τεσσερα σκαλακια προς το πεζοδρομιο να στριβεις τη γωνια με την καπαρντινα σου να ανεμιζει βιαστικος και γοργοπατουμενος οπως παντα και συ εστριβες το λαιμο και μου ριχνες ενα βλεμμα παιχνιδιαρικο και στριβοντας το υπολοιπο κορμι προς την αντιθετη κατευθυνση εξαφανιζοσουν τρεχοντας σχεδον σε ενα στριψιμο ματιου χανοσουν -τοτε παλια που αγαπιομασταν πολυ- αλλα το τελικο φευγιο σου δεν ηταν τοσο γρηγορο αργο ηταν και βασανιστικο στα υπογεια με τους ετοιμοθανατους κοντευε να σαπισει εκεινο το ομορφο σωμα το απαλοδερμο για εξι ολοκληρους μηνες και δεν το ηξερα οτι χανοσουν κανεις δεν μου το ειπε αν το ξερα θα ρχομουν να σε δω αλλα καλυτερα μαλλον που δεν ηρθα ετσι κι αλλιως δεν θα με γνωριζες...

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2007

284. Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ



Μια φορα, ηταν ενας που ζουσε στο ιπταμενο μανταρινι του και δεν ειχε βγει ποτε στον εξω κοσμο, ουτε ηξερε τι σημαινει "εξω κοσμος", ουτε και μπορουσε να το φανταστει. Ζουσε μεσα στη θαλπωρη του μανταρινιου, ο ηλιος το ελουζε τη μερα και η δροσια τη νυχτα, το παχυ και τρυφερο και απαλο φλουδι του μανταρινιου ηταν ολοκληρος ο κοσμος του -αυτο που τον ετρεφε και αυτο που τον προστατευε συναμα- και ηταν πολυ ευτυχισμενος και χαρουμενος στον κοσμο αυτο: τον απομεσα κοσμο του μανταρινιου του.

Μια μερα που ο ηλιος φωτιζε για τα καλα τη μισοδιαφανη φλουδα κι εκεινος χοροπηδουσε μεσα στο μανταρινι τρελος απο χαρα, οπως καθε φορα που εβλεπε αυτο το λαμπερο πραγμα που ερχοταν για να κανει τη φλουδα του μανταρινιου χρυσοροδινη, ειδε ξαφνικα να πλησιαζει μια σκια, κατι τι να σκοτεινιαζει σε καποιο σημειο τη χνουδωτη επιφανεια του μανταρινιου του και παγωσε απο τρομαρα.


Τι να γινοταν αραγε εκει εξω; Μηπως θα τολμουσε καποιος η κατι να χαλασει την ησυχια του τρυπωντας τη φλουδα; Μηπως αυτο θα τον εβλαπτε η θα τον ωφελουσε; Ηθελε να δει τελικα τι γινοταν απεξω;

Κουρνιασε σε μια μικρη απαλη λακκουβα της φλουδας και περιμενε κοιταζοντας εντρομος. Η σκια τριγυριζε το μανταρινι, μια πλησιαζε και μια απομακρυνοταν, ωσπου, στο τελος, οπως ειχε ερθει εφυγε και χαθηκε ξαφνικα. Κι εκεινος εμεινε μονος μεσα στο μανταρινι του, που ταξιδευε στο διαστημα, και δεν μπορουσε να ησυχασει και πλησιαζε τη φλουδα ετοιμος να ανοιξει μια τρυπιτσα να κρυφοκοιταξει εξω, αλλα δισταζε και οπισθοχωρουσε. Κρυβοταν πισω απο μια μισοφαγωμενη ζουμερη χρυσωπη φετα και ουτε χοροπηδητο, ουτε τιποτα, ηταν καταστενοχωρημενος. Στενοχωριοταν επειδη δισταζε να κοιταξει εξω; Μηπως στενοχωριοταν που η σκια του ειχε δημιουργησει προβλημα με την υπαρξη της; Τι ηταν αυτη η σκια; Κατι τι καλο, κατι τι κακο, κατι τι αναγκαιο, κατι τι βλαβερο και τρισαθλιο;


Δεν θα το μαθαινε ποτε αν εμενε κολλημενος στη γωνια του, ετσι, εδωσε μια με τη γροθια του στη φλουδα κραυγαζοντας, αλλα δεν εγινε τιποτε απολυτως. Εδωσε κι αλλες γροθιες, μεχρι που ματωσαν τα χερια ισαμε τους αγκωνες, εδωσε και κλωτσιες γερες, και κεφαλιες, και φωναζε, φωναζε με ολη τη δυναμη της ψυχης του «αφηστε με να βγω!» ελεγε, αλλα κανενας δεν τον ακουγε καθως φαινεται, γιατι καμια σκια δεν πλησιαζε το μανταρινι του. Ετσι, επεσε για υπνο εξουθενωμενος.

Οταν φωτισε η καινουρια μερα, προσεξε μικρες χαρακιες σε μια πλευρα της φλουδας. Ξαφνιαστηκε. Εστριψε το βλεμμα και κοιταξε αλλου. Η φλουδα ανεπαφη. Ξανακοιταξε προς τις χαρακιες. Ηταν πραγματικα χαρακιες και ηταν στην ιδια θεση. Μαλλον θα ηταν το αποτελεσμα της προηγουμενης παλης του με τη φλουδα. Ειδε και ιχνη απο αιματα πανω τους και βεβαιωθηκε πως εκεινος τις ειχε προξενησει. Ο ιδιος ειχε καταφερει να χαραξει τη φλουδα! Τρελλαθηκε απο χαρα και αρχισε να χοροπηδα και να φωναζει, μεχρι που ειδε τη σκια απεξω να ξαναπλησιαζει. Ζαρωσε και δεν εβγαζε κιχ. Παλι τον κυριεψε η αγωνια, τα εβαζε με τον εαυτο του. Μα τι ηθελε πια; Να βγει η να μεινει για παντα μεσα στο μανταρινι;


Η σκια πλησιασε πολυ αυτη τη φορα, κατι αγγιξε τη φλουδα και αφαιρεσε ενα μικρο κομματι. Μετα, η σκια χαθηκε ξανα κι εκεινος ειδε εξω. Ειδε ενα κομματι γαλαζιο, ενα χρωμα που δεν ειχε ξαναδει, που δεν γνωριζε, αλλα του φανηκε τοσο ομορφο και δροσερο! Αποφασισε να πλησιασει το ανοιγμα και οσο προχωρουσε προς αυτο, τοσο το φως δυναμωνε και το χρωμα το γαλαζιο κι αλλα πολλα χρωματα γεμιζαν την καρδια του με κατι απεριγραπτο. Να περασει απο το ανοιγμα η να μεινει μεσα στη σιγουρια του μανταρινιου; Τωρα, ηταν αργα πλεον για δισταγμους, το μανταρινι ειχε ραγισει, ειχε τραυματιστει σοβαρα, δεν ηταν ασφαλες πια, κι ετσι, με μια δρασκελια, πηδηξε εξω φωναζοντας δυνατα κατι που δεν ειχε ξαναπει, το πρωτο πραγμα που ηρθε στα χειλη: «ΜΑΝΑ ΜΟΥ!»




________________
ΣΗΜ. η εικονα του μανταρινιου απο εδω: -->>
http://www.cepolina.com/gr/vm/1415.htm


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...