Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2017

438. ο ρήτορας

Κάποια στιγμή, αποφάσισε να γίνει ρήτορας. Με πολύ κόπο βελτίωσε το γο του και το θίγμα του και όταν ένιωσε έτοιμος ανέβηκε στο βήμα να μιλήσει, να ρητορεύσει δηλαδή. Η βελτίωση της άρθρωσης όμως δεν είναι το μοναδικό προσόν ενός ρήτορα και αυτό το κατάλαβε αφού κατέβηκε από το βήμα λουσμένος ζαρζαβατικά. Από τότε αποφάσισε να ρητορεύει σε προσεκτικά επιλεγμένο κοινό: απευθύνεται μόνο σε φίλες και φίλους. Το χειροκρότημα πάει σύννεφο λοιπόν και είναι κατενθουσιασμένος!

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2017

437. Εκτορίνα

ο Εκτωρ, πριν τον βαφτίσω έτσι, ήταν ένα ψοφόσκυλο που τριγύρναγε στα χωράφια της Φραγκόκκλησας και μετριούνταν τα πλευρά του από την αδυναμία και το μαδημένο του τρίχωμα τον έκανε να μοιάζει με ψωριάρη. Παρακάλεσα την Αρετή να τον υιοθετήσουμε, να του ρίχνει τίποτα αποφάγια δηλαδή για να στανιάρει. Ετσι κι έγινε και πολύ διακριτικά μάλιστα, μη το πάρουν μυρωδιά οι μεγάλοι, ιδίως η μάνα μου, που, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, μισούσε τα σκυλιά. Ο Εκτωρ λοιπόν, άρχισε να καλοπερνάει με την τροφοδοσία της Αρετής και τα κρυφά χάδια που του χάριζα μόλις έβρισκα ευκαιρία, μέχρι που μας έκανε τη λαχτάρα και.. γέννησε! Μάλιστα. Ο Εκτωρ προέκυψε Εκτορίνα! Το δυστύχημα είναι ότι το πήρε χαμπάρι ο σπιτονοικοκύρης κι έρριξε τα εφτά κουτάβια σε ένα βαρέλι με νερό και τά 'πνιξε. Η Εκτορίνα δυστυχισμένη έκλαιγε χωμένη σε ένα παραδιπλανό βαρέλι, έκλαιγα και 'γώ, έκλαιγε κι η Αρετή. Τα κουτάβια τα θάψαμε στο νεκροταφείο των πουλιών, εκεί που θάβαμε τα ψόφια πουλάκια, στη συστάδα των κυπαρισσιών. Οι γονείς δεν πήρανε χαμπάρι από όλη αυτή την ιστορία, ήμουν σίγουρη γι αυτό τότε, αλλά σήμερα που το ξανασκέφτομαι διατηρώ αμφιβολίες. Ισως δεν θέλησαν να ανακατευτούν, μια και όταν θα το έμαθαν το συμβάν θα ήταν λήξαν.
______________
στη φωτό είναι ο Blue με τα γαλάζια μάτια, που πάνε χρόνια που μας άφησε για να πάει στον Παράδεισο των σκυλιών.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2017

436. Ο Ματσοντάλες

Ηταν ένας τύπος με καρό πουκαμισάκι στο καταχείμωνο, που γύρναγε στα μαγαζιά της Πλάκας ανάμεσα στα τραπέζια με βήμα χορευτικό, απομεινάρι μιας πολυομυελίτιδας μάλλον, πουλώντας φυστίκια αιγινίτικα ζεστά ζεστά φρεσκοκαβουρδισμένα. Αφηνε μια χουφτίτσα πάνω στο τραπέζι για δοκιμή και επέστρεφε για να πουλήσει -μια και δύσκολα αντιστεκόσουν στην υπέροχη γεύση τους- ένα (τουλάχιστον) διαφανές σακούλι στενόμακρο, που έμοιαζε με μικρό βλήμα, γεμάτο φυστίκια. Το σακούλι ήταν δεμένο με κόκκινη κορδελιτσα, άλλη μια σαγηνευτική λεπτομέρεια. 

Τον φωνάζαν "Ματσοντάλες" ίσως από τη μπερδεμένη ομιλία του, που -χαμηλόφωνα- διαλαλούσε την πραμάτεια του με μια λέξη που έμοιαζε με το παρανόμι που του είχαν δώσει. Κάπου κάπου, κάνας χλεχλές, τού 'δινε καμιά καρπαζιά, χαϊδευτική ή πιο γερή, στο σβέρκο και ο Ματσοντάλες γέλαγε με ένα χαζό χαμόγελο και πήγαινε στο επόμενο τραπέζι κι όταν άδειαζε το πλατύ και ρηχό του καλάθι, έβγαινε από το μαγαζί και ξαναρχόταν με ανανεωμένο το εμπόρευμα.


Μια φορά, τον παρακολουθήσαμε να δούμε πού είναι η βάση του ανεφοδιασμού και τον είδαμε να ανοίγει το καπό μιας πολυτελούς ολόμαυρης μερσεντές, που ήταν γεμάτο σακούλια με φυστίκια. Ματσωμένος ο Ματσοντάλες ή δούλευε για λογαριασμό άλλων; Ποιος ξέρει... Κάποια στιγμή, χάθηκε από την πιάτσα και κάποιοι είπαν ότι δολοφονήθηκε.


Τον θυμήθηκα επειδή ετοιμάζω ένα δεματάκι που θα έχει μέσα και φυστίκια αιγινίτικα και σκέφτηκα ότι την υπέροχη γεύση των φυστικιών του Ματσοντάλες δεν την έχω πετύχει πουθενά μέχρι τώρα! Ανυπέρβλητη!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...