για να θυμάμαι : η θεια η Θοδωρούλα εμεγάλωσε τον παπού μου τον Κωστα και τ' αδέρφια του όταν εχάσανε τη μάνα τους. Στη θεια την Αντριανούλα είχανε στείλει τον μικρό Πανταζή, τον μικρό αδελφό της γιαγιάς μου, να τον αναθρέψει επειδή δεν εφτάνανε τα όβολα για όλους. Είχε γεννηθεί εντωμεταξύ κι ο μικρότερος Μεμάς και η μάνα της γιαγιά μου, η Ελένη, ήτανε πολύ στριμωγμένη.
Παρασκευή, Ιουλίου 17, 2026
Δευτέρα, Ιανουαρίου 08, 2024
1.736 όνειρα σημαδιακά
ένα πρωί, η γιαγιά μου ξύπνησε τον πατέρα μου και γιο της λέγοντάς του να την πάει να πεθάνει στο χωριό, είχε δει όνειρο του είπε. Ετσι κι έγινε, στη διαδρομή ο πατέρας μου έριχνε κρυφές ματιές μη τυχόν και μείνει αδεκεί, αλλά η γιαγιά βράχος. Αντεξε να πάει ως το χωριό και μετά από μια βδομάδα πέθανε. Η γιαγιά μου εμπιστευόταν τα όνειρά της και ήξερε να ξεχωρίζει τα (λεγόμενα) σημαδιακά.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2023
1.702 το σκαντζοχοιράκι
καναδυό φορές το χρόνο, ερχόταν από το χωριό η γιαγιά μου η βλάχα να μας δει και μια φορά έτυχε να είναι καλοκαίρι, πηγαίναμε μεγάλες βόλτες με τη γιαγιά μου και μου μάθαινε τα χόρτα και τα ζούδια, καμμιά φορά χτίζαμε και σπιτάκια από πέτρες, αυτή η γιαγιά ήταν πολύ ανθεκτική στο περπάτημα και υπομονετική στις ερωτήσεις μου που οι μεγάλοι τις βρίσκανε παράξενες, και μια φορά συναντήσαμε μια γκριζωπή αγκαθωτή μπαλίτσα και όρμησα να την πιάσω αλλά η γιαγιά με πρόλαβε και την σήκωσε με τέχνη κι η μπάλα άνοιξε εμφανίζοντας μέσα της ένα ροζουλί πλασματάκι και ρώτησα "τι είναι αυτό γιαγιά;" και μου απάντησε "ένας μικρός σκαντζόχοιρος" και ξαναρώτησα "τι τρώει γιαγιά;" και "του αρέσουν τα σταφύλια" μου είπε και τον πήραμε σπίτι και τον βάλαμε σε ένα μεγάλο μπρούτζινο ταψί κάτω από την παγωνιέρα μαζί με μπόλικες ρόγες σταφυλιού, από τα σταφύλια που μας είχε φέρει από το χωριό μέσα σε ένα καλάθι με πανί ραμμένο από πάνω του, αλλά την άλλη μέρα που πήγα να χαιρετήσω το σκαντζοχοιράκι δεν το βρήκα στη θέση του, το είχε στείλει η μάνα μου να βρει τη μαμά του που σίγουρα θα είχε ανησυχήσει από την απουσία του. Ετσι κάνουν όλες οι μαμάδες: ανησυχούν.
Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2023
1.673 οι τέχνες των γιαγιάδων
διασώζω την τέχνη της γιαγιάς μου της βλάχας να κεντά και να υφαίνει, να σιάχνει πετιμέζι από αγριάχλαδα (αγκόρτσα), το μόνο γλυκαντικό που υπήρχε στο σπίτι της στο χωριό, κλεισμένο σε ένα μικρό ντουλάπι του τοίχου.
διασώζω την τέχνη της γιαγιάς μου της κοντέσσας να πλέκει, ιδίως μωρουδιακά ρούχα και παιχνιδάκια, να σιάχνει τσέρρυ και γλυκό Κοπεγχάγη, κρέμα ζαχαροπλαστικής με σιμιγδάλι, μπεζέδες, μουσταλευριά και λικέρ βερύκοκκο.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2023
1.635 η γάστρα.
και βρε παιδι μου, μάθαμε στην άνεση και στα ηλεκτρικά και θυμηθηκα οτι η γιαγια μου στο χωριο δεν ειχε κουζινα ούτε τιποτα και μαγειρευε στα ξυλα εξω απο το σπιτι κι έψηνε στη γάστρα. Καιρός να κατεβαινουν ιδέες για το εγγυς μελλον!! Πάρκα υπαρχουν μερικα, ακαλυπτοι χωροι επισης. Εμπρός λοιπόν! (προς τα πισω)
25 Οκτ. 2021
Σάββατο, Οκτωβρίου 07, 2023
1.572 Δον Κιχώτης: αστείο ή θλιβερό βιβλίο;
κάποτε, η γιαγιά μου λέγοντας «είναι αστείο, θα σού αρέσει» μού χάρισε τον Δον Κιχώτη, ένα βιβλίο που δεν το βρήκα καθόλου αστείο, κόντεψα κιόλας να χάσω (προς στιγμή) πάσα ιδέα για τη γιαγιά μου την κοντέσσα, που μέχρι τότε εμπιστευόμουν τη γνώμη, το κριτήριό της στην επιλογή βιβλίων και τις συμβουλές της, καθώς επίσης διασκέδαζα πολύ με τις ιστορίες που δεν κουραζότανε ποτέ να διηγείται.
Ο καημένος ο Δον Κιχώτης μού προξένησε θλίψη, μεγάλη θλίψη λέμε, αμέσως μόλις άρχισα να εντρυφώ στις ιστορίες του, και όχι μόνο για το παρουσιαστικό του. Ηταν φανερό πως επρόκειτο για έναν άνθρωπο χαμένο κάπου, σε μια άλλη εποχή, σε κάποιον τόπο όπου μονάχα εκείνος μπορούσε να βρεθεί μια και ο τόπος αυτός βρισκότανε στο δικό του μυαλό και, όσο κι αν πάσχιζε ο ταλαίπωρος Σάντσο Πάντσα να προσγειώσει το αφεντικό του, ο ιππότης της ελεεινής μορφής δεν προσγειωνόταν με τίποτα!
Τον Δον Κιχώτη τον αγάπησα πολύ αργότερα, αφού έμαθα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε κι αφού μελέτησα όσα βρήκα για τη ζωή του Θερβάντες, που ύστερα από αυτη την ταξιδιωτική περιπέτεια στο χώρο της γραφής έγινε ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς.
Πράγμα που σημαίνει ότι ο συγγραφέας και το έργο του είναι αλληλένδετα και η κατανόηση ενός έργου είναι σχεδόν αδύνατη χωρίς την γνωριμία με τον συγγραφέα, τα πάθια του και την εποχή του, ιδίως αν το έργο είναι δύσληπτο, δεν είναι απολυτα προφανές δηλαδή. Αν κρύβει παραλληλισμούς, κλπ. και χρειάζεται αποκρυπτογράφηση για να το νιώσεις. Αυτά.
Ομολογώ ότι τη γιαγιά μου τη συγχώρεσα αργότερα για την κασκαρίκα που μού έκανε με την σύστασή της περί "αστείου" Δον Κιχώτη, αν και δεν της το είπα ποτέ ούτε και συζητήσαμε ποτέ γι αυτό: ούτε για το ότι της είχα θυμώσει ούτε για τη συχώρεση ούτε για το βιβλίο. Εμεινε σαν κάτι το συνωμοτικό μεταξύ μας: ήξερε ότι το διάβασα, καταλάβαινε την ένστασή του για τη σύστασή της και ήξερα και καταλάβαινα γιατί μού είπε πως ήταν ένα βιβλίο αστείο. Ισως μού τον σύστησε έτσι, ώστε να αναγκαστώ να τον διαβάσω γιατί αποκλείεται να τον έβρισκε η ίδια αστείο. Σίγουρο αυτό, δεδομένου του χαρακτήρα της. Αλλίμονο, τη γιαγιά μου δεν ήξερα;
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 30, 2023
1.552 το ξεμάτιασμα
η γιαγιά μου η βλάχα κατάλαβε ότι μάτιαζε όταν κάποτε, μικρή, πέρασε από μιαν αυλή και είδε μια κλώσσα με τα κλωσσόπουλα και σκέφτηκε "αχ, τι όμορφα πουλάκια" κι όταν γύρισε από τον ίδιο δρόμο αντίκρυσε τα κλωσσόπουλα όλα καταγής, ψόφια. Τρόμαξε το λοιπόν η γιαγιά μου κι από τότε όλο "φτου φτου φτου" έφτυνε (χωρίς σάλιο) τον πάσα ένα που της γυάλιζε στο μάτι, ιδίως εμάς τα εγγόνια της. Επίσης, ήταν ειδική στο ξεμάτιασμα και δεν παρέλειψε να μου δείξει και μένα. Να μη ξεχάσω να γράψω ότι με ξεμάτιαζε καθημερνά εξ αποστάσεως και μάλλον σε αυτό οφείλω την επιβίωσή μου! Αυτά.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 25, 2023
1.533 εχμ...
"τα πολλά γέλια είναι φτώχεια" έλεγ' η γιαγιά μου, "γελά καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος" λέγανε άλλοι, "τα πολλά γέλια βγαίνουν ξινά στο τέλος" ήταν αυτό που επιβεβαιώθηκε πολλές φορές ως τώρα και λέω να τα σταματήσω πριν φτάσει το τέλος. Σοβαρή (όχι σοβαροφανής) αντιμετώπιση χρειάζεται και τσεκουράτη. Οχι χάιδεμα, όχι ελαφρές σαχλαμαρίτσες. Αυτά για σήμερα.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2023
1.513 η εφτάχρονη γιαγιά μου!
Μιά ιστορία που μου διηγόταν η γιαγιά μου ήτανε πολύ αστεία. Είχανε πάει με τη μάνα της, τη σιόρα Ελένη, επίσκεψη στην κοντέσσα Μελπομένη. Ενα σπίτι δυό φορές μεγαλύτερο απ' το δικό τους κι από μέσα... δέκα φορές πιό πλούσιο! Τα έπιπλα αστράφτανε φρεσκολουστραρισμένα, οι πολυέλαιοι, οι κουρτίνες, ήτανε άλλο πράγμα. Οταν εχτυπήσανε το κουδούνι και τους άνοιξε ο πορτιέρης, μιά νεαρή καμαριέρα τις έμπασε στο μικρό σαλονάκι. Εκεί να δείς πολυτέλεια! Ολα όμορφα και με πλούσια φαντασία τοποθετημένα. Η γιαγιά μου -εφτά χρονώνε τότε- εκάθησε σ' ένα πολύχρωμο σκαμνάκι. Η μάνα της όμως εδιάλεξε την πολυθρόνα στη γωνία του σαλονιού, που πάνω της ήτανε ριγμένο ένα αστραφτερό ύφασμα. Ισως νά 'πε μέσα της πως ετούτη τη θέση τηνε προώριζε η κοντέσσα για τους πιό διαλεχτούς καλεσμένους.
Με το που θρονιάστηκε όμως η σιόρα Ελένη στην πλουμιστή πολυθρόνα, εγίνηκε το θάμα! Τα ματάκια της μικρής Ολγούλας αντικρύσανε ξαφνικά τα πόδια της μάνας της σηκωμένα στον αέρα, να κοιτάνε οι σόλες των παπουτσιώνε το ταβάνι, σφηνωμένα ανάμεσα στις νταντέλλες των πολυπληθών μεσοφοριώνε της, την ανάποδη του κρινολίνου της και του αστραφτερού πανιού που -μόλις μιά στιγμή νωρίτερα- εσκέπαζε την πολυθρόνα. Ποτέ μέχρι τότε δεν την είχε δεί τη μάνα της σε τέτοια παράξενη στάση, και για τούτο την επιάσανε κάτι γέλια, μα κάτι γέλια! «Βόηθησέ με, μωρή να ξαγκιστρωθώ από δώ μέσα!» της εφώναζε πνιχτά η σιόρα Ελένη, μα η Ολγούλα τίποτα. Δεν εμπόριε να κουνηθεί απ' το ξεκάρδισμα. Εκοίταζε τη μάνα της και τα ματάκια της κοντεύανε να πεταχτούνε όξω απ' τίς κόγχες τους. «Βόηθησέ με μην έρτει κανένας! Βόηθησέ με, κακομοίρα μου, μη σε σκοτώσω!» Η μικρή όμως είχε μαρμαρώσει. Ενα άγαλμα ξεκαρδισμένο απ' τα γέλια, αν γίνεται κάτι τέτοιο.
Τα πράγματα έμειναν έτσι για κάμποσην ώρα, μέχρι που εμπήκε η κοντέσσα Μελπομένη και -κρυφογελώντας κι εκείνη- εφώναξε τη δούλα να βοηθήσει τη σιόρα Ελένη να σηκωθεί. Εζήτησε τα χίλια συγνώμη «Ω, σιόρα μου, τι επάθετε! Την είχα για το μάστορη την πολυθρόνα και για να μη φαίνεται την εκουκούλωσα με τούτο το πανί... Και πώς δε σας τό 'πε το δουλικό! Ω, τι ετραβήξετε! Ω,ω,ω! Λαχτάρα που θα επήρατε!» «Τίποτε, κοντέσσα μου, τίποτε, έχω και τούτο το μόμολο που άλλο δεν ηξέρει απ' το να χάσκει το βλοημένο!» «Αμ, θα σου δείξω εγώ κακομοίρα μου, όταν φτάσουμε οπίσω στο σπίτι!» εσφύριξε της γιαγιάς μου κάποια στιγμή.
Οταν ετελειώσανε τις κουβέντες τους οι δυό κυράδες, ήτανε κιόλας σούρουπο. Τα νεύρα της σιόρας προγιαγιάς μου ήτανε τεντωμένα σα συρματόσκοινα, για τούτο κι εγυρίσανε με τα πόδια, μήπως και τα μολάρει. Η Ολγούλα ακολουθούσε τη μάνα της αμίλητη, ούτε κιχ δεν έβγαλε μέχρι το σπίτι ελπίζοντας να ξεχάσει η σιόρα μάνα της το ρεζιλίκι. Μα πού! Μόλις εκλείστηκ' η αυλόθυρα οπίσω τους και, σαν εμπήκε κι ο καδινάτσος, πού σε πονεί και πού σε σφάζει! Εφαγε της χρονιάς της η μικρή κι επί πλέον εκοιμήθηκε και νηστική εκείνο το βράδυ.
Σκέφτομαι ώρες-ώρες πως ίσως η γιαγιά μου να μην εκατάλαβε καθόλου το λόγο που την καταχέριασε η μάνα της και γι αυτό εθυμότανε τόσο ζωντανά ετούτη την ιστορία μέχρι τα γεράματά της. Πάντως, όσες φορές και να τηνε διηγότανε, εξέσπαγε σε κάτι γέλια, μα κάτι γέλια!
Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2023
1.426 τα πρώτα σοβαρά βιβλία
τα δύο πρώτα βιβλία που διάβασα από τη βιβλιοθήκη της γιαγιάς μου και μάλιστα με την άδειά της, ή μάλλον μετά από σύστασή της, ήταν "Παπαδιαμάντη, τα παιδικά" και οι "ιστορίες του βαρώνου Μυνχάουζεν", είχαν και τα δυο χοντρό εξώφυλλο, το πρώτο είχε μια ωραία ζωγραφιά που αργότερα έμαθα ότι ήταν από πίνακα του Jean François Millet και το δεύτερο μια αστεία ζωγραφιά με τον βαρώνο καβάλα σε μια μαύρη μπάλα που έβγαινε από ένα κανόνι. Οταν έκανα πρόβα να δω αν μπορούσα να ανυψωθώ τραβώντας τα κοτσιδάκια μου, η γιαγιά μου εξήγησε με απλά λόγια τι σημαίνει παράλογο και εκείνη ήταν η πρώτη σοβαρή συζήτηση που έκανα στη ζωή μου, επειδή είχα φυσικά τις αντιρρήσεις μου για το αν πρέπει να γράφονται ψέμματα σε τόσο σοβαρά βιβλία. Αυτά συνέβησαν όταν πήγαινα στη Β' Δημοτικού, μετά το ξετίναγμα των συμβατικών "παιδικών" παραμυθιών.
Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2023
1.414 η Γκριζού
η Γκριζού ήτανε γάτα, αλλά όχι γάτα τυχαία: γάτα με πέταλα, που λένε. Στην Αθήνα βρέθηκε συνοδεύοντας την προγιαγιά μου όταν ήρθε για να αφήσει τα κόκκαλά της στην πρωτεύουσα, αλλά δεν τα κατάφερε. Η ασθένεια που έλεγε πως είχε πέρασε και η προγιαγιά έζησε καμμιά δεκαπενταριά χρονάκια ακόμα και τα κοκκαλάκια της τα άφησε τελικά στην Κεφαλονιά. Η Γκριζού όμως έμεινε και διέπρεψε στην πρωτεύουσα.
Εκανε στράκες από όπου πέρναγε, άνθρωποι και γάτοι τρέχανε πίσω της, οι γάτοι κυρίως το Γενάρη, και η Γκριζού ήτανε περήφανη και ακατάδεχτη μέχρι που γνώρισε το γάτο της καρδιάς της, έναν κατάμαυρο αλήτη με πράσινα μάτια. Την πολιορκούσε παντού ο άτιμος, δεν την άφηνε σε χλωρό κλαρί, που λένε.
Μια στην αυλή, μια στην ταράτσα, τελικά τα κατάφερε και κάπου τη στρίμωξε και η Γκριζού, αντίθετα από τις συνηθισμένες γάτες που γεννοβολάν ασύστολα, γέννησε μονάχα ένα γατάκι, ένα κοριτσάκι που το βαφτίσανε Μαυρούλα γιατί έμοιασε του μπαμπά και βγήκε κατάμαυρο.
Η μάνα μου διηγόταν ένα σωρό ιστορίες με την αγαπημένη της Γκριζού, μια με τον ψαρά που τον ξεγέλασε και τού βούτηξε ένα ψάρι, μια άλλη με τον παπού μου που τον ακολουθούσε σαν σκυλάκι, μια που άρπαξε ένα καημένο ποντίκι που τόλμησε να μπει στην κουζίνα, κι άλλες αμέτρητες που δεν τις θυμάμαι τώρα.
__________________________
μόλις τώρα δα γράφτηκε στο f/b
Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2023
1.392 ανάμνηση σεισμών του 1953
αποφράδες ημέρες: η Αρετή στο σπίτι μας, η μάνα της στο νησί, η Αρετή να πηδάει και να δέρνεται και να ξεμαλλιάζεται φωνάζοντας "αχ, μάνα μου, μάνα μου!" κι εμείς τα παιδιά να μη καταλαβαίνουμε Χριστό που λένε, μονάχα αργότερα, όταν γύρισε ο πατέρας από τη δουλειά μάς εξήγησε τι είναι σεισμός. Ακούστηκαν πολλά τότε, ότι άνοιξε η γη και κατάπιε ένανε μαζί με το γάϊδαρό του, ότι η στράτα του Αργοστολιού ισοπεδώθηκε και δεν εγνωριζόταν τίνος είναι τα σπίτια αφού σπίτια δεν υπήρχανε πια ούτε και πόρτες. Πάντως, το κρυστάλινο σερβίτσιο του ούζου της προγιαγιάς μου εσώθηκε συσκευασμένο καλά όπως ήτανε και κάποιος το εβρήκε το κουτί το ξύλινο και το πήγε στη γιαγιά μου κι αυτή τό'δωσε στη μάνα μου κι εκείνη σε μένα και'γώ στην κόρη μου τη μεγάλη κι έτσι υπάρχει ως τα σήμερα αυτό το κομψοτέχνημα με τα κολονάτα ποτηράκια και το μακρουλό καραφάκι. Α! στα Ομαλά, εσώθηκε ο τοίχος με το μπαλκόνι, όπου εκαθόταν η οικογένεια της γιαγιάς μου τα καλοκαίρια που παραθερίζαν εκειπέρα τον προπερασμένο αιώνα. Τον φωτογράφισα το 1964 που επισκέφτηκα για πρώτη φορά το νησί.
Παρασκευή, Αυγούστου 11, 2023
1.382 ενθύμιον των σεισμών του 1953
μεσα σε ολα τα θλιβερά και αποτρόπαια, συχνά υπαρχει και κατι παραξενο ως και αστειο: Η στρατα του Αργοστολιου ισοπεδωθηκε, οπως ξερουμε, στους σεισμούς του 1953. Τα σπιτια γινανε ενας σωρός απο κοτρώνες, μαζί και το (κενό) σπιτι της γιαγιας μου φυσικά. Αργοτερα, η στρατα ξαναγινε αλλα σε θεση κοντα στην προηγουμενη, γιατί δεν βρισκανε τα παλια σημαδια. Τεσπα, η γιαγια μου ελαβε ενα δεματακι μετα απο κανα μηνα. Περιείχε ενα κρυσταλλινο σερβιτσιο του ούζου, συσκευασμένο στο ξύλινο κουτί του! Αν ειναι δυνατον! όποιου του μελλει να πνιγει, ποτε του δεν πεθαινει, δε λένε; (αυτο το σερβιτσιο ειναι κορακοζώητο, ζει ακομα)
Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2023
1.306 τα γεροντομπασμένα
Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2023
1.292 γιαγιάδες
Κυριακή, Απριλίου 02, 2023
1.213 Απρίλης
εμένα ο Απρίλης ποτέ δεν μού άρεσε, επειδή είναι κάτι μεσοβέζικο, ανάμεσα Μάρτη και Μάη, ούτε κρύο ούτε ζέστη δλδ, κι επειδή ακολουθούσαμε το ρητό της γιαγιάς μου (και των Γάλλων) en Avril ni un fil, δηλαδή τον Απρίλη να μη βγάζεις ούτε κλωστή απο πάνω σου, που σημαίνει να μην ελαφραίνεις το ντύσιμό σου επειδή ο καιρός είναι άστατος και πουντιάζεις χωρίς να το καταλάβεις. Αυτά και εύχομαι να περάσει γρήγορα αυτός ο ακατάστατος μήνας!
οι
Γάλλοι λένε «En Avril ne découvre pas d'un fil. En Mai fais ce quil
quait.» που σημαίνει: τον Απρίλη, ούτε κλωστή να βγάλεις από πάνω σου,
το Μάη κάντε ό,τι θέλετε. Η γιαγιά μου το έλεγε απλοποιημένα «en Avril
ni un fil» θέλοντας να τονίσει τη σημασία που έχει να μην ελαφραίνουμε
το ντύσιμό μας τον Απρίλη, επειδή ο καιρός είναι άστατος, κυκλοφορούν
και διάφορα μικρόβια, και μπορεί να κρυολογήσουμε.
Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2023
1.202 statua
«τι στέκεις σαν στάτουα;» με ρώταγ' η γιαγιά μου όταν μερικές φορές στεκόμουν ακίνητη ονειροπολώντας. Αργότερα, πολύ αργότερα, έμαθα τι σημαίνει statua (=άγαλμα).
Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2023
1.055 κεφάλαιο Ι (ΤΟ ΔΩΡΟ)
Με τον καινούργιο χρόνο που θά 'κανε την εμφάνισή του σε δυο μέρες, ο κόσμος δεν θ' άλλαζε απλώς χρονιά αλλά θά 'μπαινε στον εικοστό αιώνα και η μικρή Ολγούλα θα συμπλήρωνε εφτά χρόνια ζωής πάνω στον πλανήτη.
Εκείνη τη μέρα είχε διαλέξει η μάνα της, η σιόρα Ελένη, να της παρουσιάσει το δώρο της, ένα δώρο ζωντανό που είχε φτάσει ποδαρόδρομο από 'να χωριό στα περίχωρα του Αργοστολιού.
- Ελα να δεις το δώρο σου! είπε η μάνα στη μικρή, σπρώχνοντάς τη προς το πορτόνι του κήπου.
Αυτό το πορτόνι ήτανε σανιδένιο, γκρίζο από τις βροχές πού 'χε φάει. Η μπογιά του είχε ξεβάψει, αλλά τη δουλειά του την έκανε: κράταγε έξω τους περαστικούς και τα σκυλιά. Με τις γάτες δεν τα κατάφερνε και τόσο καλά, μια και το κάτω μέρος του απείχε μια ολόκληρη πιθαμή από το χώμα.
Η πιθαμή αυτή ήταν αρκετή για να δει η Ολγούλα ένα κομμάτι από το φετεινό της δώρο, όταν αντίκρυσε άξαφνα, μετά το σπρώξιμο της μάνας, δυο ξυπόλητα ποδαράκια βουτηγμένα στις λάσπες. Ετρεξε λοιπόν, άνοιξε το πορτόνι, και βρέθηκε μπροστά σε ένα κοριτσάκι της ηλικίας της.
Ενα κοριτσάκι που την κοίταζε με μάτια γουρλωτά, που βρίσκονταν πάνω σε ένα κεφάλι αξάγγλιγο. Τα μαλλιά πεταγόντουσαν ένα γύρω ακατάστατα, τα ρούχα ήτανε γκρίζα, πολύ φτωχά και ελαφρά για την εποχή.
Ηταν χειμώνας, βλέπεις, κι έκανε κρύο και το φτωχούλικο τουρτούριζε. Κάτω από τα μάτια τα ολοστρόγγυλα μια μύτη, κολλημένη στη μέση του προσώπου σαν στρογγυλή σαν πατάτα, έσταζε και η μικρούλα μιά τη ρούφαγε και μιά τη σκούπιζε με το μανίκι του φουστανιού τραβηγμένο πάνω στην ξανάστροφη του δεξιού της χεριού.
- Πώς σε λένε; ρώτησε η Ολγούλα, που όταν θα μεγάλωνε θα τη λέγανε σιόρα Ολγα και, στα πενηνταένα της θα γινότανε γιαγιά μου.
- Βιτόρια, είπε η μικρή. Βιτόρια Βούρτεψη.
- Ελα, πάμε να σε πλύνω και να σε ντύσω, συνέχισε με ύφος μεγάλης κυρίας η Ολγούλα και τράβηξε τη Βιτόρια απο το χέρι.
Ανεβήκανε τις σκάλες και πήγανε γραμμή στο λουτρό, όπου η Ολγούλα έγδυσε κι έπλυνε καλά το δώρο της, τη Βιτόρια, τής έλουσε τα μαλλιά, τής έβαλε κολόνια και την έντυσε με ένα φουστανάκι μάλλινο, ζεστό, σε χρώμα μπλε. Από τότε η Βιτόρια αγάπαγε το μπλε χρώμα και πάντα, όσο τη θυμάμαι, είχε κάτι μπλε πάνω της.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 13, 2022
1.000 97 χρονών
η γιαγιά μου η βλάχα στα 97 της ήταν μια χαρά, την είχαμε πετύχει να βάφει με ασημομπογιά το μπουρί της σόμπας στο χωριό, ενώ είχε βάλει να βράζουν τα χόρτα στο τσουκάλι, αφήνοντας για λίγο παράμερα το πλέξιμο με το βελονάκι. Μας καλοδέχτηκε χαρούμενη που καταφέραμε να πάμε να τη δούμε και, μαζί με το γλυκό από το ντουλάπι, μας φίλεψε μερικές από τις ιστορίες που ήξερε πως μας αρέσουν. Ηταν γριά; φυσικά ήταν και το ήξερε. Το πρόβλημα με τα σύγχρονα γερόντια είναι η άγνοια και η άρνηση: δεν θέλουν και δεν γνωρίζουν να γερνάνε.




This is a FunEL









