Ημουν στην Ξάνθη για δουλειά όταν σε βάλαν σε ιδιωτική κλινική για εξετάσεις. Στο δημόσιο νοσοκομείο ο γιατρός είχε πει ότι αυτή την εξέταση δεν θα την αντέξεις. Σε είχα διαβεβαιώσει ότι δεν θα αφήσω να πεθάνεις μακριά από το σπίτι, ότι δεν θα αφήσω να υποστείς τον εξευτελισμό του νοσοκομείου. Εσβηνες αργά, μέρα με τη μέρα, αλλά στηριγμένος καλά, διατηρώντας τις καθημερινές σου συνήθειες, ψώνια, καφενείο, πληρωμή λογαριασμών. Πατούσες γερά στα πόδια σου -που δεν είχες- δραστήριος και ζωηρός ώσπου, για κάποιο λόγο πείστηκες να μπεις στην κλινική. Η ελπίδα των άλλων θόλωσε το υπέροχο μυαλό σου ή θέλησες να τους δώσεις μια τελευταία ευχαρίστηση ότι παίζεις και το τελευταίο σου χαρτί ενάντια στο Χάρο; Γύρισα άρον άρον και μπήκα στο δωμάτιο της υπερπολυτελούς κλινικής νύχτα, κατευθείαν από το αεροδρόμιο. Με είδες και σα να σκιάχτηκες, όπως ήμουν ντυμένη στα σκούρα μπλε. Μετά, μιλήσαμε, μου είπες να προσέχω τη μάνα και το μικρό αδερφό, μετά είπες "άστον αυτόν, θα τον φροντίσω, μη φορτώνεσαι" και την επομένη έδωσες εντολή να πουληθούν κάποια περιουσιακά σου στοιχεία ώστε να αγοράσει το διαμέρισμα της Φιλοθέης, πράγματα που πρόλαβαν κι έγιναν πριν φύγεις. Μέχρι την τελευταία στιγμή φρόντιζες τους άλλους. Στις δεκατρείς μέρες που έμεινες μακριά από το σπίτι, αυτό που έχτισες με χίλια βάσανα για να στεγάσεις την οικογένειά σου, πίστεψα και 'γώ ότι μπορεί να γίνουν και θαύματα και έτρεχα σαν τρελή να ετοιμάζω χαρτιά για να φύγουμε στην Αγγλία, όπου, όπως είχε πει ο καρδιολόγος, η επέμβαση στην οποία έπρεπε να υποβληθείς ήταν δυνατή. Την παραμονή του ταξιδιού το μεσημέρι, μας αποχαιρέτισες, εμένα και τη μάνα, λέγοντας να πάμε να ξεκουραστούμε γιατί αυριο έχουμε ταξίδι. Είχαμε ταξίδι πράγματι, επειδή εσύ σε λίγες ώρες έφυγες και δεν είχες κανέναν κοντά σου. Το απόγευμα, πέρασα για λίγο από το γραφείο να δώσω μερικές οδηγίες και έλαβα το τηλεφώνημα "ο πατέρας σου πέθανε" με τη φωνή της μάνας σκληρή και βαρειά, μια φωνή ξένη. Εφτασα γραμμή, σχεδόν ταυτόχρονα μαζί της και μαζί με τ' αδέρφια και σε είδα στο συρτάρι, ζεστόν ακόμα. Στάθηκα κολλημένη στον τοίχο και ούτε σε άγγιξα. Μόνο τους άλλους αποτραβούσα όταν τέλειωναν τους ασπασμούς, να μη πέφτουν πάνω σου. Δεν μου έμενε παρά να ικανοποιήσω την τελευταία σου επιθυμία, αφού την υπόσχεσή μου, αυτή για ένα θάνατο ήρεμο και γλυκό στο σπιτικό σου, εμποδίστηκα να την τηρήσω. Ετσι, την άλλη μέρα, κηδεύτηκες ήσυχα ήσυχα, χωρίς άλλο κόσμο εκτός από τη γυναίκα, τα παιδιά και τα εγγόνια σου, εμπόδισα και τον αρχηγό του αγήματος που ήθελε να βγάλει λόγο, μόνο το άγημα που ήρθε να αποτίσει τιμές δεν γινόταν να εμποδίσω, τα λυπήθηκα τα φανταράκια. Ηταν μια υπέροχη κηδεία, γεμάτη αισθήματα χαλαρά, σαν αποχαιρετισμός κάποιου που φεύγει για ταξίδι μετ' επιστροφής. Θυμήθηκα τι έλεγες στη μάνα σε χρόνο ανύποπτο στη βεράντα ένα καλοκαίρι, να μη ξεχάσει να σε φωτογραφίσει στο φέρετρο, σχολιάζοντας τη φωτογραφική της μανία. Το είπα όσο βαδίζαμε προς τον τάφο και γελάσαμε όλοι. Την ώρα που κατέβαινε το φέρετρο παγώσαμε. Ακούστηκαν οι ομοβροντίες, φόρος τιμής στον πρώτο ανάπηρο του ελληνοϊταλικού πολέμου, τον πρώτο ανάπηρο του πολέμου του σαράντα. Στη ζωή σου αρνήθηκες πολλά που θα μπορούσαν να την είχαν κάνει πιο εύκολη, είχες δικαίωμα λοιπόν να φύγεις όπως έζησες. Σήμερα ζει μονάχα ένας από όλη την παρέα σας, ένας τυφλός δάσκαλος μουσικής. Νιώθω τύψεις που άφησα τελικά να σβήσεις μακριά από το σπίτι, να φύγει η ψυχή σου μέσα από τοίχους άγνωστους και παγωμένους. Με συγχωρείς πατέρα που δεν μπόρεσα, συγχώρεσέ με που τυφλώθηκα και πίστεψα πως ίσως θα μπορούσες να ζήσεις λίγο περισσότερο, συγχώρεσέ με και που κάθομαι τώρα και το γράφω αυτό. Είναι επειδή θέλω να το βγάλω πια από μέσα μου. Δέκα χρόνια το κουβαλάω.
Πέμπτη, Μαρτίου 23, 2006
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



This is a FunEL









