Επιστροφή από την αιμοκάθαρση. Αδυναμία. Ανάγκη ξεκούρασης επιτακτική. Η εξώπορτα δεν ανοίγει. Η κλειδαριά παραβιασμένη, σπρωγμένη μέσα με κατσαβίδι. Απελπισία. Αντί να αναπαυθεί στο κρεββατάκι του, κατάκοπος μετά την αιμοκάθαρση, βρίσκεται μπροστά σε μια εξώπορτα που δεν ανοίγει. Συναγερμός. Πού αλλού να πάει; Ηρθε σε μένα. Τηλεφώνημα στον κλειδαρά της γειτονιάς. Δεν απαντάει. Τηλεφώνημα στο διπλανό μαγαζί. Ο κλειδαράς κλειστός. Στο ασσανσέρ γρήγορα. Εκεί κολλάνε χαρτιά οι κλειδαράδες. Ευτυχώς απαντάει αμέσως. Φτάνει σε τρία λεπτά. Αλλάζει κλειδαριά. Κλειδιά δύο. «Διαρρήξανε και του αποπάνω σήμερα, ξέρετε. Να βάλετε κλειδαριά ασφαλείας», λέει, «κοιτάξτε τη διπλανή πόρτα, αυτή γιατί δεν την ανοίξανε;» Μας έπεισε. Κλείνει ο όγδοος μήνας χωρίς σύνταξη. Φράγκο τσακιστό. Ευρώ, δηλαδή. Το Ταμείο ήθελε αίτηση για ανανέωση. Λες και τα νεφρά ξαναγίνονται. Απατεώνες. Ταλαιπωρούν τον κοσμάκη, ενώ οι επιτήδειοι τους κοροϊδεύουν μέσ' στα μούτρα τους. Σκατά. Μπαίνουμε μέσα. Ολα άνω κάτω. Συρτάρια μισάνοιχτα, ντουλαπάκια ανοιχτά, οι κασέττες έξω, η συλλογή με τ' αυτοκινητάκια απείραχτη. Το φως του λουτρού ανοιχτό. Στο υπνοδωμάτιο χαμός. Τα ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, οι κλειδαριές των ντουλαπιών σπασμένες, ενώ ήταν ξεκλείδωτες με τα κλειδιά απάνω. Καλά, ντιπ χαζός ο διαρρήκτης; Το ρολτόπ ανοιχτό και πάνω στο κρεββάτι δυο τρία κουτάκια ανοιχτά και άδεια. Ο σταυρός, η ασημένια ταυτότητα πάνε, βγάλαν φτερά. Σιγά την περιουσία. Αλλά. Σκεφτόταν να τα χαρίσει στα ανήψια του. Μαγκούφης βλέπεις. Θέλει την Ασφάλεια, να δηλωθεί η διάρρηξη και η κλοπή. Μπορεί και να ελπίζει να βρει τα χαμένα. Τηλέφωνο στην Ασφάλεια. «Εχω να καταγγείλω μια διάρρηξη με κλοπή», λέω και εξιστορώ τα συμβάντα, ότι το θύμα είναι ασθενής και να χτυπήσουν σε μένα να τους πάω, δεν είναι μακριά. «Θέλετε να έρθει η Σήμανση;» με ρωτά ο υπεύθυνος. «Οπως νομίζετε», απαντώ, «δεν είναι δική σας δουλειά;» ρωτάω και μου αντιτείνει «δική μας, ναι, αλλά μπορεί να μη θέλετε, πολλοί δεν θέλουν, μη τους λερώσουν το σπίτι». Καταλαβαίνω ότι γίνονται πολλές κλοπές. «Διαρρήξανε και το αποπάνω διαμέρισμα», λέω «και νομίζω ότι θα έρθουν και για εκείνο» και «ναι, το ξέρω, την πολυκατοικία αυτή την έχουνε ρημάξει», μου απαντά. «Τι ποσοστό υπάρχει να βρεθεί ο διαρρήκτης με τα κλοπιμαία;» ρωτώ, για να λάβω την απάντηση «Σχεδόν μηδενικό! Πού να τους πιάσουμε κυρία μου; Δεν υπάρχουν αστυνομικοί, είμαστε πολύ λίγοι». Ευχαριστώ και κλείνω το ακουστικό. Δεν του λέω πως είχα άλλη εντύπωση. Ισως όμως να εννοούσε ότι είναι πολύ λίγοι σχετικά με τον αριθμό των διαρρηκτών. Να μη ξεχάσω να δείξω στη Σήμανση το πορτάκι που ανοίγει στο μπαλκονάκι όπου ανεβαίνει το ασσανσέρ υπηρεσίας. Ηταν ανοιχτό και μπορεί από εκεί να μπήκε ο διαρρήκτης. Μετά σκέφτομαι αυτό που σκέφτομαι συνήθως όταν χάνω κάτι: Μπορεί αυτός ο φουκαράς ο κλέφτης να έχει ανάγκη για να κλέβει. Αλλά, να κλέβει ένα ρημαγμένο ανθρωπάκι πιο φτωχό απ' αυτόν; Δεν υπάρχει τσίπα. Πάει, χάλασε ο κόσμος. Παλιά, υπήρχαν οι μπουγαδοκλέφτες, οι κλεφτοκοτάδες, οι γρυλλάκηδες, οι λαχανάδες. Σήμερα, αλωνίζει ο κατσαβιδάκιας. «Τον ξέρουν, τον πιάνουν και τον χώνουν μέσα, αλλά μόλις τον αμολάνε ξαναρχίζει το ίδιο βιολί. Δεν ξέρει άλλη δουλειά» μου είπε ο περιπτεράς τώρα δα που κατέβηκα για καπνό, «προψές μια κυρία άφησε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα της για να κυνηγήσει το σκύλο που της ξέφυγε, είχε αφημένο και το πορτοφόλι γεμάτο μπροστά στη πόρτα, κάνει ντου το παληκάρι -ποιος ξέρει πώς βρέθηκε- το ξαφρίζει. Τά 'θελε η κυρία, δεν τά 'θελε; Και είχε και πόρτα ασφαλείας. Πόρτα ασφαλείας και τα κλειδιά απάνω! χαχαχα» γελάει, ξεκαρδίζεται ο κυρ Πανάγος. Πολύ αστείο το βρίσκω, ίσως γράψω καμιά ιστοριούλα, αλλά τώρα δε μπορώ να γελάσω. Δε μού 'ρχεται. Πειράζει;