Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006

160. αλλάζει η ώρα.. να κοιμηθώ λιγάκι παραπάνω..



..παραπάνω από το χαλί που με καταπίνει


ΚΑΙ το χάλι που με περιλούζει


ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ


έτσι, αόριστα ντρέπομαι, όχι γιατί με βρήκαν ξυπόλητη στ' αγκάθια ούτε ξεχτένιστη και με άπλυτα δόντια ούτε έχω κάνει κάπου λάθος ούτε έκαψα το φαΐ ούτε σιδέρωσα στραβά την τσάκιση του παντελονιού κάποτε,

ντρέπομαι που ΚΟΙΜΑΜΑΙ, ναι, κοιμάμαι όρθια και

γίνονται ΟΛΑ ΤΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ γύρω μου,

συμβαίνουν πράγματα και θαύματα

ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ όχι μόνο εναντίον ανθρώπων αλλά και

κατά ΙΔΕΩΝ,

ΑΡΧΩΝ,

ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ
,


και δεν βρίσκω τρόπο να υπερασπιστώ αποτελεσματικά τη συνείδησή μου, τη συνείδησή σου, τη συνείδησή μας, για τούτο ντρέπομαι πιο πολύ, επειδή δεν θα μπορώ να γελάω -ΙΣΩΣ να είναι ΠΟΛΥ ΥΠΟΠΤΟΣ ένας άνθρωπος που γελά- μπορεί και να μπουν ταμπέλες αισθητικά άψογες


«ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ

ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ»



στις στάσεις των λεωφορείων και στους σταθμούς των τρένων και στο ΕΛ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ και στο Μετρό Θεσαλονίκης -ΠΑΙΖΩ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΤΣΑΛΑΚΩΤΟΥ που θα σιδερώνεται άλλα 4 χρόνια τζάμπα- και στους θαλάμους αναμονής τηλεφωνικών κλήσεων από άγνωστα κινητά και στα


χειρουργεία

ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙΩΝ,


και πορτοφολάδων θα έγραφα αν δεν ενοχοποιούσα την εφορία... Πού μείναμε; Τι έγραφα; Εχασα τον ειρμό... Υπάρχει ειρμός; Δεν ξέρω για ειρμό,



ΣΥΡΜΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ

ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΑΝΕΧΩΡΗΣΕΝ

ΠΡΟΣ

ΑΓΝΩΣΤΟΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΙΝ



Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2006

159. μια διάρρηξη φρέσκια φρέσκια



Επιστροφή από την αιμοκάθαρση. Αδυναμία. Ανάγκη ξεκούρασης επιτακτική. Η εξώπορτα δεν ανοίγει. Η κλειδαριά παραβιασμένη, σπρωγμένη μέσα με κατσαβίδι. Απελπισία. Αντί να αναπαυθεί στο κρεββατάκι του, κατάκοπος μετά την αιμοκάθαρση, βρίσκεται μπροστά σε μια εξώπορτα που δεν ανοίγει. Συναγερμός. Πού αλλού να πάει; Ηρθε σε μένα. Τηλεφώνημα στον κλειδαρά της γειτονιάς. Δεν απαντάει. Τηλεφώνημα στο διπλανό μαγαζί. Ο κλειδαράς κλειστός. Στο ασσανσέρ γρήγορα. Εκεί κολλάνε χαρτιά οι κλειδαράδες. Ευτυχώς απαντάει αμέσως. Φτάνει σε τρία λεπτά. Αλλάζει κλειδαριά. Κλειδιά δύο. «Διαρρήξανε και του αποπάνω σήμερα, ξέρετε. Να βάλετε κλειδαριά ασφαλείας», λέει, «κοιτάξτε τη διπλανή πόρτα, αυτή γιατί δεν την ανοίξανε;» Μας έπεισε. Κλείνει ο όγδοος μήνας χωρίς σύνταξη. Φράγκο τσακιστό. Ευρώ, δηλαδή. Το Ταμείο ήθελε αίτηση για ανανέωση. Λες και τα νεφρά ξαναγίνονται. Απατεώνες. Ταλαιπωρούν τον κοσμάκη, ενώ οι επιτήδειοι τους κοροϊδεύουν μέσ' στα μούτρα τους. Σκατά. Μπαίνουμε μέσα. Ολα άνω κάτω. Συρτάρια μισάνοιχτα, ντουλαπάκια ανοιχτά, οι κασέττες έξω, η συλλογή με τ' αυτοκινητάκια απείραχτη. Το φως του λουτρού ανοιχτό. Στο υπνοδωμάτιο χαμός. Τα ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, οι κλειδαριές των ντουλαπιών σπασμένες, ενώ ήταν ξεκλείδωτες με τα κλειδιά απάνω. Καλά, ντιπ χαζός ο διαρρήκτης; Το ρολτόπ ανοιχτό και πάνω στο κρεββάτι δυο τρία κουτάκια ανοιχτά και άδεια. Ο σταυρός, η ασημένια ταυτότητα πάνε, βγάλαν φτερά. Σιγά την περιουσία. Αλλά. Σκεφτόταν να τα χαρίσει στα ανήψια του. Μαγκούφης βλέπεις. Θέλει την Ασφάλεια, να δηλωθεί η διάρρηξη και η κλοπή. Μπορεί και να ελπίζει να βρει τα χαμένα. Τηλέφωνο στην Ασφάλεια. «Εχω να καταγγείλω μια διάρρηξη με κλοπή», λέω και εξιστορώ τα συμβάντα, ότι το θύμα είναι ασθενής και να χτυπήσουν σε μένα να τους πάω, δεν είναι μακριά. «Θέλετε να έρθει η Σήμανση;» με ρωτά ο υπεύθυνος. «Οπως νομίζετε», απαντώ, «δεν είναι δική σας δουλειά;» ρωτάω και μου αντιτείνει «δική μας, ναι, αλλά μπορεί να μη θέλετε, πολλοί δεν θέλουν, μη τους λερώσουν το σπίτι». Καταλαβαίνω ότι γίνονται πολλές κλοπές. «Διαρρήξανε και το αποπάνω διαμέρισμα», λέω «και νομίζω ότι θα έρθουν και για εκείνο» και «ναι, το ξέρω, την πολυκατοικία αυτή την έχουνε ρημάξει», μου απαντά. «Τι ποσοστό υπάρχει να βρεθεί ο διαρρήκτης με τα κλοπιμαία;» ρωτώ, για να λάβω την απάντηση «Σχεδόν μηδενικό! Πού να τους πιάσουμε κυρία μου; Δεν υπάρχουν αστυνομικοί, είμαστε πολύ λίγοι». Ευχαριστώ και κλείνω το ακουστικό. Δεν του λέω πως είχα άλλη εντύπωση. Ισως όμως να εννοούσε ότι είναι πολύ λίγοι σχετικά με τον αριθμό των διαρρηκτών. Να μη ξεχάσω να δείξω στη Σήμανση το πορτάκι που ανοίγει στο μπαλκονάκι όπου ανεβαίνει το ασσανσέρ υπηρεσίας. Ηταν ανοιχτό και μπορεί από εκεί να μπήκε ο διαρρήκτης. Μετά σκέφτομαι αυτό που σκέφτομαι συνήθως όταν χάνω κάτι: Μπορεί αυτός ο φουκαράς ο κλέφτης να έχει ανάγκη για να κλέβει. Αλλά, να κλέβει ένα ρημαγμένο ανθρωπάκι πιο φτωχό απ' αυτόν; Δεν υπάρχει τσίπα. Πάει, χάλασε ο κόσμος. Παλιά, υπήρχαν οι μπουγαδοκλέφτες, οι κλεφτοκοτάδες, οι γρυλλάκηδες, οι λαχανάδες. Σήμερα, αλωνίζει ο κατσαβιδάκιας. «Τον ξέρουν, τον πιάνουν και τον χώνουν μέσα, αλλά μόλις τον αμολάνε ξαναρχίζει το ίδιο βιολί. Δεν ξέρει άλλη δουλειά» μου είπε ο περιπτεράς τώρα δα που κατέβηκα για καπνό, «προψές μια κυρία άφησε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα της για να κυνηγήσει το σκύλο που της ξέφυγε, είχε αφημένο και το πορτοφόλι γεμάτο μπροστά στη πόρτα, κάνει ντου το παληκάρι -ποιος ξέρει πώς βρέθηκε- το ξαφρίζει. Τά 'θελε η κυρία, δεν τά 'θελε; Και είχε και πόρτα ασφαλείας. Πόρτα ασφαλείας και τα κλειδιά απάνω! χαχαχα» γελάει, ξεκαρδίζεται ο κυρ Πανάγος. Πολύ αστείο το βρίσκω, ίσως γράψω καμιά ιστοριούλα, αλλά τώρα δε μπορώ να γελάσω. Δε μού 'ρχεται. Πειράζει;

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006

156. Δύο πεντάρια κολλητά κάνουν πενήντα πέντε



Απ' το παράθυρο έβλεπε τη Ζωή να περνά.
Μια θολή φιγούρα στα μωβ.
Κάπου κάπου άφηνε την πόρτα μισάνοιχτη.

Εκείνη προσπέρναγε,
αφήνοντας μια μουτζούρα στον τοίχο.

Πόσο θάθελε νά 'χε θαλασσοπνιγεί για χάρη της!
Αντί γι αυτό, κατάφερε να πνίγεται σε μια γουλιά νερό,
και τώρα κοντεύει να πιάσει πάτο.
Οταν του δείχναν το φεγγάρι, εκείνος κοίταζε το δάχτυλο.
Η Ζωή αγναντεύει μακριά τα νέα θύματά της.

πενήντα πέντε αστραπές υπήρξε η ζωή του
τη σβήνει με ένα φύσημα
κάθεται στο τραπέζι
αυτός να κλαίει για τη Ζωή
κι εκείνη να τον παίζει



-----------------------
Μόλις επέστρεψα από τα γενέθλια φίλου, αμετανόητου καλοπερασάκια. Τώρα, βρίσκεται με μοναδική παρέα τις αρρώστιες του, σε κατάσταση αδυναμίας. Ενδιαφέρεται για τα μικρά καθημερινά και τίποτε παραπάνω. Δεν αναπολεί, αρνείται το παρελθόν. Του αρκεί να σκέφτεται και να ελπίζει σε μια επιπλέον μέρα ζωής. Γιατί άραγε να παραιτείται έτσι εύκολα ο άνθρωπος; Ημουν η μοναδική επισκέπτρια. Μιλήσαμε για τα φάρμακά του και την νέα θεραπευτική αγωγή που ακολουθεί. Υποσχέθηκα να ψάξω σχετικά στο διαδίκτυο. Του χάρισα ένα βιβλίο Τέχνης. Χάρηκε πολύ και το έδειξε με τον τρόπο του: Μου παραχώρησε την καλή του πολυθρόνα!

155. όταν ο κ. Χούμπερτ γνώρισε καλά τον εαυτό του



Κάποτε, ο κ. Χούμπερτ αποφάσισε να βρει ποιος είναι και μίκρυνε τον εαυτό του τόσο πολύ, που κατάφερε να τον καταπιεί και να τον ταξιδέψει μέσα στο σώμα του. Πρώτα επισκέφτηκε το μυαλό, όπου βρήκε τρία πουλάκια να κάθονται. Γάργαρα νερά κυλούσαν, όλα ένα γύρω ήταν γαλάζια και το μυαλό του έκανε νάζια. Αυτό το λένε φαντασία οι απέξω. Σιγά σιγά, άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω. Με κινήσεις σαν της σβούρας ή όπως ο σκιέρ στο σλάλομ, πέρασε από μάτια, μύτη κι αυτιά, πολύ βιαστικά, αλλά όχι και τόσο, ώστε να προλάβει να διαπιστώσει ότι όλα δούλευαν ρολόι. Η μύτη του μονάχα δεν τον πήρε μυρωδιά, αν και φορούσε τα παλιά του τα παπούτσια. Κάτι πρέπει να κάνει με την όσφρησή του ή μήπως είναι καλύτερα να την αφήσει ήσυχη; Η πόλη του δεν είναι και πολύ καθαρή και τον συμφέρει να γλιτώνει λίγη βρωμιά.Το λαρύγγι τον κατέβασε πολύ βιαστικά, σαν τσουλήθρα, στα πνευμόνια που σφυρίζανε λίγο και τον παρακάλεσαν να υποσχεθεί πως θα κόψει το κάπνισμα, πράγμα που έκανε με προθυμία, δεδομένου ότι μια υπόσχεση παραπάνω δεν βλάπτει. Αλλωστε, στον ίδιο τον εαυτό του την έδινε, ποιος ο λόγος να την κρατήσει; Μπήκε λοιπόν βιαστικά στο κυκλοφορικό μέσα από μια αρτηρία, την Αορτή. Η αορτή τον εκτόξευσε με φόρα σε όλα τα μέλη του σώματος. Μύες, νεύρα, κόκκαλα, τα είδε όλα και τα βρήκε σε καλή κατάσταση, όπως -ας πούμε- φαίνεται η Γη σαν Υπέρλαμπρο Αστρο από ένα διαστημόπλοιο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έκανε το γύρο του Χούμπερτ. Ζαλίστηκε κάπως, ήταν λίγο μεγάλος για παιχνίδια του λούνα παρκ.Ετσι, μόλις έφτασε στο σημείο εκκίνησης, ανέβηκε προς τα πάνω και διάλεξε νέα πορεία, μπαίνοντας στον οισοφάγο αυτή τη φορά. Κατηφορική κι αυτή η οδός αλλά ανώμαλη, σκέτα κατσάβραχα. Είχε την ευκαιρία να απολαύσει τη διαδρομή, και, τυλιγμένος σε ζεστά μαλακά στρωματάκια έφτασε στο στομάχι. Μπλουμ! έπεσε σε μια τεράστια κινούμενη πισίνα - ζακούζι, γεμάτη καυστικά υγρά.Καιγόταν, τσουρουφλιζόταν, και, κολυμπώντας γρήγορα, κατάφερε να περάσει από μια σχισμή σε ένα πολύ μακρύ χνουδωτό τούνελ, του οποίου τα τοιχώματα τον έσπρωχναν προς τα έξω, οπότε έπαψε να κολυμπά. Εντελώς ξεκούραστα έφτασε στην άκρη του τούνελ, που είχε στο μεταξύ φαρδύνει αρκετά, και είδε φως. Μαζί με το φως όμως είδε και τη λεκάνη του καμπινέ. Αν είναι δυνατόν! Γνωρίστηκε τόσο καλά με τον εαυτό του, που κατάφερε να τον χέσει!

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

154. αποθέματα στοργής



Μ' ανεμομύλους θα τα βάζω
 και κατά κράτος θα νικώ 
-τι κι αν δεν φαίνεται σε όλους λογικό-


Με το κοντάρι θα τσακίζω 
τα δεινά όλης της γης
Δον Κιχώτης με ανδρείακαι απόθεμα στοργής!


Εμαθα τη λέξη "σκατίφλωρος" και τι σημαίνει, τον ξενερέ εντελώς, έτσι μου είπαν. Σκέφτηκα να τη χρησιμοποιώ όταν ακούω πολιτικούς να επαναλαμβάνουν πάνω από τρεις φορές το γνωστό σλόγκαν εταιρείας "παιδικών προϊόντων" περιποίησης δέρματος για να ισχυροποιήσουν τη "θέση" τους. Αμάν πια! Ουδέν κακόν αμιγές καλού όμως, μια και προέκυψε το στιχουρματίδιον:
Φλώροι χρώματος σκατί 
μου πατούν την αορτή 
εκτινάσσεται το αίμα συντριβάνι 
μια ζωή χαλκομανία στο ταβάνι! 
Περαστικά μας...

153. zukini=κολοκύθι



...το σώμα μπαίνει στη διαδικασία παράδοσης άνευ όρων, ενώ το πνεύμα αντιδρά σθεναρώς αντεπιτιθέμενο. Παίζει το πνεύμα, πάει κόντρα, εκφράζοντας έναν εαυτό βλάκα κι εριστικό, με μια λέξη απαίσιο...

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

152. γάμπα με πυτιρίδα



Τη γάμπα που έχει πυτιρίδα, τη λέν' αρίδα!
Αρίδα: το μακρύ κανί με άφθονες τις τρίχες,
-τρίχες μακριές, ίσιες ή κατσαρές-
με μεγάλη πιθανότητα πυτιριδοφορίας,
γάμπες επικινδύνως πυτιριδοφόρες...

Αν ληφθεί υπ' όψιν το ότι ο Συμεών το Αρκάδι τίναξε πυροδοτών βαρέλιον πλήρες πυτιρίδος*, μπορεί εύκολα να κατανοηθεί η επικινδυνότης του υλικού αυτού.

Γι αυτό στις γάμπες πρέπει το ξουράφι,
μη τιναχτούμε στον αέρα και πάμε στράφι!
(κι εμείς και οι γάμπες μας)

-----------
Ηθελημένο ή όχι, το λάθος υπήρξε σε ΠΑΛΑΙΑ έκδοση αναγνωστικού της Στ' Δημοτικού, όπου αντί "πυρίτιδος", ανεγράφετο "πυτιρίδος".
Γιατί το θυμήθηκα σήμερα; Ε, μ' έπνιξαν οι τρίχες που κυκλοφορούν -με γάμπες παντελονάτες και μη- στα κανάλια.
..ώρες ώρες γίνομαι κακιά.. :-)

Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006

151. 3 εικονιδια αποθηκη



150. τα δώρα της φαντασίας δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτα




Κάποτε, ταξίδεψα κάποιον σε μέρη εξωτικά. Τον πήγα σε στέππες με τσερκέζες ντυμένες πολύχρωμα υφαντά. Στην έρημο τον πήγα με τους μαυροντυμένους γαλανομάτηδες Τουαρέγκ. Από την κάψα της Αφρικής στο ψύχος της Λαπωνίας τον ανέβασα, καβάλησε μαζί μου έλκηθρα και μάζεψε κέρατα ταράνδων για να στολίσει τον τοίχο του γραφείου του. Και πού δεν θα τον πήγαινα, αν συνεχίζαμε να αλληλογραφούμε!


Η αλληλογραφία διακόπηκε βάναυσα, όταν γύρεψε να με γνωρίσει. Πώς να με γνωρίσει αφού ήδη είμασταν γνωστοί; Φίλοι λογιζόμαστε και μάλιστα αρκετά στενοί, αλλά το έφερε η τύχη και οι συμπτώσεις να πιάσουμε την αλληλογραφία κι εκείνος να μη καταλάβει εξ αρχής ποια του έγραφε. Εφτιαξε έτσι ένα μοντέλο γυναίκας ή μάλλον πρόβαλλε πάνω μου, στη γυναίκα της αλληλογραφίας δλδ, το μοντέλο που είχε σκαρώσει στο μυαλό του. Σε ένα ενδιάμεσο γράμμα του έγραψα ξεκάθαρα ποια είμαι κι εκείνος συνέχισε να απαντά και πίστεψα πως είχε καταλάβει. Δεν ήταν έτσι όμως, το κατάλαβα όταν μου ζήτησε να γνωριστούμε. Εκτοτε, στοπ η αλληλογραφία, στοπ τα ταξίδια, στοπ και η φιλία -αν υπήρξε ποτέ.


Τιμωρήθηκα με αυτό τον τρόπο, νομίζω, επειδή όταν κάποιος με ταξίδευε και μένα, όταν ήμουν πολύ νέα για να εννοήσω τι σημαίνει και πόση αξία έχει το δώρο της φαντασίας, αρνήθηκα πεισματικά να ακολουθώ και αναζητούσα την "αλήθεια". Μου διηγόταν ιστορίες, έπλαθε για μένα γλυπτούς στηθόδεσμους, με έντυνε με μεταξωτά ανάερα υφάσματα, αλλά τόσο στουρνάρι ήμουν τότε και πού να αντιληφθώ τι παιζόταν! Δεν μπόρεσα να καταλάβω πως μάσκες φορούμε έτσι κι αλλοιώς και πως το να διαλέγουμε την ομορφότερη μάσκα μας είναι τιμή για τον απέναντι που μας αντικρύζει. "Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα", λέει η παροιμία, και σίγουρα έχει δίκιο...

149. και τα μυαλά στα κάγκελα !



Ο αναμάρτητος πρώτος να ρίξει το λιθάρι, παρακαλώ. Χαλασμός γίνεται στο διαδίκτυο από τότε που μπήκα για πρώτη φορά -πριν από 12 χρόνια περίπου- περί της "ειλικρίνειας" των χρηστών. Απαίτηση "να είναι ο εαυτός του" έχει καθένας για τον άλλον, ιδίως κάτι περίεργοι τύποι που δήλωναν -βλακωδώς- το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνσή τους, λες και βγάζανε λόγο στην πλατεία του χωριού τους. Στον εαυτό του συγχωρεί τα πάντα, "ε, και τι έγινε με ένα παραστρατηματάκι;" λέει στον καθρέφτη του και χαμογελά πονηρά πως ξεγέλασε τάχα μου αυτό τον περίφημο "άλλον" που δεν τον βλέπει, ενώ μόνο τον ίδιο τον εαυτό του ξεγελά, θεωρώντας ότι αυτός -και μόνο αυτός ο ίδιος- είναι "επώνυμος" και είναι "αληθινός", "ειλικρινής", "ο εαυτός του". ΧΑΑΑΑ!!! Το πιο σίγουρο είναι πως τά 'χει παίξει κανονικά!

Η εικόνα που σχηματίζει καθένας χρήστης για τον οποιονδήποτε "άλλον" χρήστη, είναι η μοναδική πραγματικότητα, μια και το "αναλογικό" επίπεδο δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί μέσω του ψηφιακού. Αυτή είναι και η γοητεία του άλλωστε, μη γελιέται κανείς, ε.

Εχοντας χρησιμοποιήσει κατά καιρούς πάμπολλα παρωνύμια (καλλιτέχνης δεν νοείται χωρίς φαντασία -τουλάχιστον!) αποφάσισα στο χώρο των blogs να παραμείνω με ένα -το πιο γνωστό- παρωνύμιό μου. Είναι κουραστικό να αλλάζω κάθε τρεις και λίγο πλέον, προτιμώ να εκθέτω το σουρεαλισμό μου ξεκάθαρα. Αυτό είναι μια δική μου απόφαση όμως, η οποία δεν αναιρεί την συνέπεια που έχω στο να είμαι ασυνεπής με την ίδια μου την περσόνα, η οποία διατηρεί το δικαίωμα να εκφράζεται διαφορετικά σε καθένα από τα blogs μου.

Εχω συνηθίσει στη βεβαιότητα πως το βασικό χαρακτηριστικό κάθε ανθρώπου είναι η αντίφαση. Ο άνθρωπος είναι όν αντιφατικόν και υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα να το αποδείξουν, όσο κι αν προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από "ειλικρινείς" προθέσεις.

Οποιος δεν το κατανοεί αυτό, είναι απλώς βλάκας και δυσκολεύομαι να αντικρούσω την βλακεία, είναι πιο ισχυρή από την παράνοια, ιδίως όταν είναι ομαδική. Με δυο λόγια, ενδιαφέρον παρουσιάζουν (για μένα, γνώμη μου) τα εκθέματα, είτε είναι κείμενα, είτε εικόνες, είτε μελωδίες. Το ποιο πλάσμα κρύβεται πίσω τους, ουδόλως με απασχολεί και αυτό θα ήτανε καλύτερο για όλους. Να το καταλάβουν όλοι δηλαδή, μήπως πάψει αυτό το αναμάσημα -μάσα φτύσε τα ίδια και τα ίδια με μικρά διαλειμματάκια. ΑΜΑΝ ΠΙΑ! ΜΑΛΛΙΑΣΕ ΤΟ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ ΝΑ ΤΟ ΓΡΑΦΩ!


--------------------
ΣΗΜ. 1. Το επόμενο ποστ θα το γράψει η γάτα μου. :-)
ΣΗΜ. 2. Η μεγαλύτερη κατάκτηση του ιντερνέτ είναι η (σχετική) ανωνυμία. Σχετική, επειδή όποιος θέλει -και έχει λίγη πείρα- βρίσκει!

Παρασκευή, Οκτωβρίου 13, 2006

148. πού είναι η καρδιά;




...από δω ο σπλην απο κει το πάγκρεας από δω το συκώτι από κει οι πνεύμονες από δω τα έντερα από κει ο θυρεοειδής από δω τα οστά από κει το στομάχι από δω το δέρμα από κει οι τρίχες από δω τα νύχια από κει η λέμφος από δω τα νεφρά από κει τα γεννητικά όργανα από δω οι αρτηρίες από κει οι φλέβες από δω ο εγκέφαλος από κει η καρδιά η καρδιά η καρδιά... που είναι η καρδιά;

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΛΕΜΕ!

ΦΤΟΥ! πριν αρχίσω την ταχτοποίηση.. ε.. τον διαχωρισμό των οργάνων.. μάλλον την ξέχεσα στον απόπατο και τράβηξα και το καζανάκι...

- Ζεί άραγε ο άνθρωπος χωρίς καρδιά;
- Μάλλον, κατά τα φαινόμενα. Οπου νά'ναι καταργούνται οι μεταμοσχεύσεις.



Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

147. ταμπέλες & ταυτότητες

Φόρεσα μια ταμπέλα
-χάρτινη.
Πέταξα μια ταυτότητα
-χρυσή.
Η ταμπέλα δάκρυσε
-έλιωσε.
Η ταυτότητα αναστέναξε
-δε μπορεί να σκουριάσει.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2006

146. το μπουρδέλο της καρδιάς μου

Οταν ειργαζόμην εις το μπουρδέλον της πλατείας Κολιάτσου, είχα την ευκαιρίαν να γνωρίσω πολλούς καλούς κυρίους, οι οποίοι συνέδραμαν μετ' ευχαριστήσεως και εφούσκωναν τον τραπεζικόν λογαριασμόν μου, καθώς και συμπαρίσταντο εις τας ψυχικάς μου καταπτώσεις. Ενας εξ αυτών, ενθυμούμαι καλώς, ελέγετο "κύριος Κοσμάς" και ήτο μεγαλοχασάπης εις την κεντρικήν αγοράν. Εις τον οίκον ενοχής (ιδικής μου) ήρχετο εποχούμενος επί τετρακυλίνδρου οχήματος πετρελαιοκινήτου, εκάστην Παρασκευήν. Δεν ήρχετο τα Σάββατα επειδή την επομένην ήτο επίτροπος εις τον Ιερόν Ναόν του Οσίου Λουκά και επεθύμη να είναι αμόλυντος η προηγουμένη νύκτα αυτού, ήντινα διήρχετο μετά της συζύγου του εις έν καταγώγιον στις Τζιτζιφιές, πλάι εις τον Ιππόδρομον, τουτέστιν εθεωρούσε τας λαρυγγώδεις αοιδούς υψηλοτέρας ηθικής υποστάσεως από εμέ. Τι να είπω δε δια την σύζυγον ήτις τον εκεράτωνε -ωσάν να ήτο τάρανδος ανοιξιάτικος επερίσσευαν τα κέρατα.

Το μπουρδέλον ανήκεν εις την μαντάμ Φώφην, μίαν υπέρκομψον κυρίαν πεντήκοντα ετών, ήτις έπαιρνε τα καλύτερα τεκνά και άφηνε την σαβούραν δι ημάς τας νεωτέρας. Ολο κάτι καράφλες και κοιλαράδες έπεφταν στο μερτικό των νεαρών αιθερίων υπάρξεων, τουτέστιν εις εμέ και την Εστρέλλαν. Η Εστρέλλα ήτο ένα έτος μεγαλυτέρα από εμέ, πέντε πόντους χαμηλωτέρα και δύο οκάδας βαρυτέρα. Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο πάσα ενας ότι ήμουν η πλέον ριγμένη εντός του οίκου της μαντάμ Φώφης. Το καλόν ήτο όμως ότι οι δευτεροκλασσάτοι εις την εμφάνισιν ήσαν πρωτοκλασσάτοι εις την οικονομικήν κατάστασιν, ούτωπως ισοφαρίζετο η απώλεια ευχαριστήσεως ημών των νεωτέρων, άλλωστε -ως είναι γνωστόν- η πουτάνα δεν χρήζει απολαύσεων. Αρκείται εις την αγοραπωλησίαν του σαρκίου αυτής και, όσον καλυτέρα η τιμή τόσον μεγαλυτέραν ικανοποίησιν λαμβάνει. Βεβαίως, η μαντάμ Φώφη ελάμβανε την μερίδα του λέοντος εκ των ειπράξεών μας, ούτω της ερχόταν μία η άλλη. Η απώλεια ρευστού απο τα θυλάκια της πτωχής νεολαίας ισοφαρίζετο από τα γεμάτα πορτοφόλια των σοβαρών κυρίων, αλλά η απώλεια η ιδική μας, δεν ισοφαρίζετο με τίποτε.

Η Εστρέλλα είχεν καταγωγήν αρμενικήν, δια τούτο διέθετε μύτην τεραστίων διαστάσεων, εν αντιθέσει με την μαντάμ Φώφην ήτις ήτο γαλλίς υπήκοος, δια τούτο είχεν το ελεύθερον να διατηρεί μπουρδέλον πολυτελείας. Διέθετε βεβαίως και καταλλήλους γνωριμίας μετ' οργάνων της τάξεως. Καλοστημένη επιχείρησις λέμε. Η μαντάμ Φώφη είχεν μικρών διαστάσεων ρίνα, αλλά δεν της έλειπεν η όσφρησις. Εμυριζότανε από δέκα μέτρα τον καλόν πελάτην. Η Εστρέλλα ήτο αμνός του Θεού και η μούρη μου απλώς μάθαινα το επάγγελμα τις ώρες που έκανα σκασιαρχείο από το 8ο Γυμνάσιο.

Εμείς αι τρεις ειμεθα αι πλέον τακτικαί εις τον οίκον, ομού μετά της κυρά Σοφίας της καθαριστρίας. Λεγόταν ότι η κυρά Σοφία ήτο η παλαιά ιδιοκτήτρια και είχε πωλήσει την επιχείρησιν εις την μαντάμ Φώφην όταν ησθένησε ο πατήρ της και εχρειάζετο επιπλέον χρήματα δια να τα φέρει βόλτα. Ο πατήρ απεθανεν αλλά το μπουρδέλον είχεν αλλάξει χέρια, η κυρά Σοφία έμεινε απένταρη και η μαντάμ την περιμάζεψε δια να καθαρίζει. Η κυρά Σοφία ήτο επιφορτισμένη να συλλέγει κορασίδες με απαιτήσεις πλέον του χαρτζηλικίου το οποίον ελάμβανον εκ του πατρός των ή που ήσαν απένταρες και εκόπτοντο να εργασθούν οπουδήποτε, φθάνει να διέθετον στοιχειώδη ευμορφίαν και χάριν. Η Εστρέλλα δεν διέθετε τίποτε από τα δύο, πλην όμως ήτο εξαιρετικά πρόθυμη να ικανοποιεί βίτσια, πράγμα ιδιαιτέρως επιθυμητόν εις τοιάυτας επιχειρήσεις. Εμένα με ονόμαζον "στριμμένην" διότι δεν ανεχόμουν βίτσια. Μοι ήτο αρκετόν να ανέχομαι τους καράφλες και τους κοιλαράδες και τους καράβλαχους.

Εν τω μπουρδέλι ειργάζοντο και άλλαι νεάνιδες έκτακται, τας οποίας ειδοποιούσεν η κυρά Σοφία όταν έπεφτε δουλειά με τη σέσουλα, ήτοι δι εξυπηρέτησιν του στόλου ή κλιμακίων του διπλωματικού σώματος εκ βαλκανικών χωρών. Τότε, έλεγα και εις μερικάς συμμαθητρίας μου να κάνουν μίαν περατζάδαν να ίδουν πόσα απίδια βάνει ο σάκκος. Βεβαίως επρόσεχα πολύ ποίας εκάλουν εις τον οίκον, μη τύχει και γίνει καμιά στραβή και το μάθει ο Γυμνασιάρχης ο κύριος Φούφωτος. Οι γονείς είχον μαύρα μεσάνυχτα και ήσαν πεπεισμένοι ότι εμελετούσα και ότι οι οφθαλμοί μου ήσαν βουλιαγμένοι από την πολλήν μελέτην και με παρεκάλουν να επισκεφθώ συντόμως τον οφθαλμίατρον, τον κύριον Πεσκέσην.

Ο κύριος Πεσκέσης ήτο τακτικός πελάτης του μπουρδέλου και μάλιστα προετίμα τας ιδικάς μου υπηρεσίας, ούτω του έθεσα το ζήτημα των οφθαλμών μου επί τάπητος και εδέχθη να με εξετάσει ένα απόγευμα όπου επήγα εις το ιατρείον του συνοδευομένη υπό της μητρός μου. Προς τιμήν του, δεν εδέχθη πεντάραν δια την εξέτασιν και η εμή μήτηρ είχε να λέγει πόσον ευγενής ήτο ο κύριος ούτος. Εδωσεν ένα κολλύριον, έγραψεν και την συχνότητα χρήσεώς αυτού και εφύγαμε δια το φαρμακείον του κυρίου Σαββατιανού, όστις ήτο επίσης πελάτης του οίκου και με ελιγουρεύετο όλως ιδιαιτέρως. Δεν ήτο δυνατόν βεβαίως να αρνηθεί να πληρωθεί διότι η μήτηρ μου θα εψυλλιάζετο οπωσδήποτε κάτι, δεν ήτο δα και εντελώς βλακεντία. Ούτω, κατά την αναχώρησίν μας, με εφώναξε ιδιαιτέρως ίνα μοι δώσει ωρισμένας εξηγήσεις δια το φάρμακον δήθεν, και μοι ενεχείρησεν δέκα δραχμάς -την αξίαν του κολλυρίου- κάτωθεν του πάγκου εργασίας του φαρμακοτρίφτου.

Είχον κάνει μίαν καλήν μπάζαν εις την Εθνικήν Τράπεζαν δια καλόν σκοπόν. Εσκεπτόμην να υπάγω εις Μασσαλίαν μετά την λήψιν του απολυτηρίου μου, όπου ήτο ο παράδεισος των μπουρδέλων κατά την εποχήν εκείνην, όπως έλεγεν κατ' επανάληψιν η μαντάμ. Θα το έκαμνε και η ιδία, αν δεν ήτο ερωτευμένη με τον κύριον Σκολοπέα τον μοίραρχον, ένα τεκνό μπουκιά και συχώριο λέμε. Ετών τριάκοντα ο κύριος μοίραρχος, μόνο μοίραρχος δεν ήταν. Ενας χωροφυλακίσκος της πεντάρας ήτο, αλλά η μαντάμ Φώφη του είχε ανεβάσει το βαθμό του ομού μετά της ψωλής του ήντινα ανεβοκατέβαζεν κατά βούλησιν εκάστην Τρίτην και Πέμπτην απόγευμα. Εις τον κύριον Σκολοπέαν οφείλεται το ναυάγιον του σχεδίου μου μέσω της αποκαλύψεως του τι ακριβώς συνέβαινε εντός του οίκου της μαντάμ Φώφης, ένεκα που ο κύριος μοίραρχος ήτο λίαν ζουλιάρης και μάλιστα εκρηκτικώς πως.

Η μαντάμ εφρόντιζε κατά τας επισκέψεις του κυρίου μοιράρχου να είναι ο οίκος απηλαγμένος ετέρων προσώπων ή, εις περίπτωσιν όπου ευρισκόμεθα εκεί, να είμεθα κεκλεισμένων των θυρών εντός των δωματίων μας και να μη βγάζουμε κιχ. Ελα όμως που έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και κατά την στιγμήν όπου έκρουε τον κώδωνα ο μεγαλοχασάπης ένα βραδάκι Παρασκευής του εκατέβηκε του κυρίου Σκολοπέα να έλθει ίνα προσκαλέσει την μαντάμ δι έξοδον εις τα μπουζούκια! Επέτυχε λοιπόν τον κύριον Κοσμάν να κτυπά την θύραν και η θύρα να ανοίγει και να ευρίσκεται προ υπερθεάματος υπερπαραγωγής αμερικανικού σινεμά εγχρώμου, τουτέστιν όλαι αι γυναίκες φόρα παρτίδα εξαπλωμέναι εις καναπέδες και πολυθρόνας με ανοικτούς πόδας και μερικαί εξ ημών εις το δάπεδον επί ταπήτων περσικών μεγάλης αξίας -η μαντάμ δεν εφείδετο πολυτελών αισθητικών παροχών προς τέρψιν των πελατών βεβαίως- διότι ανεμένετο ορδή αμερικανών ναυτών επί τη εισπλεύσει του στόλου.

Μας επέτυχεν το λοιπόν ο κύριος μοίραρχος ξώβυζες και γυμνόποδες να καπνίζουμε ναργιλέδες επί το ποιητικώτερον. Η φαντασία βλέπετε είναι κάτι λίαν σημαντικόν εις την εργασίαν ημών, το παραμύθι συμβάλλει τα μέγιστα εις την ταχείαν εκσπερμάτισιν και ημείς είχομεν να ξεπετάξωμεν εκείνην την ημέραν ικανόν αριθμόν πελατών. Η μουσική εν τω γραμμοφώνω έπαιζεν εις το διαπασών το "εγώ είμαι η νέα γυναίκα" και ημείς ως φουγάρα επιβεβαιώναμε τους στίχους περί του μοντέλου της νέας γυναίκας. Ο μεγαλοχασάπης ώρμηξεν προς το μέρος μου ίνα με οδηγήσει εν τω δωματίω μου του οποίου καλώς εγνώριζεν την θέσιν, αλλά ο κύριος Σκολοπέας τον εσταμάτησεν με την φωνήν του την βαθείαν και ελαφρώς ένρινον "Τι γίνεται δω μέσα μπρε!"

Ο κύριος μοίραρχος ουδεμίαν ιδέαν είχεν περί του οίκου, δεδομένου ότι η μαντάμ Φώφη είχεν εξορκίσει τον πραγματικόν μοίραρχον κύριον Βρακάκην, όστις ανενέωνεν και την άδειαν λειτουργίας του μπουρδέλου, ίνα μη αποκαλύψει λεπτομερείας εις ουδένα υφιστάμενόν του, ούτω ο μοίραρχος μαϊμού κυριος Σκολοπέας ευρίσκετο εις βαθύ σκότος, νομίζων ο πανύβλαξ ότι η μαντάμ ήτο μία αξιότιμος κυρία, ανωτέρας τάξεως και υπεράνω πάσης υποψίας. Μανία που την έχουν ωρισμένοι άνδρες να έλκονται από τάχα μου δήθεν σπουδαίες γυναίκες και αρνούνται να βρουν και να κουκουλωθούν καμιά γυναικούλα της σειράς τους! Τελοσπάντων, την κάτσαμε τη βάρκα εκείνη την ημέρα -απόγευμα ήτο- όπου εξαμπαρκάριζε ο στόλος και, ταξιδεύων με τον υπόγειον ηλεκτρικόν σιδηρόδρομον, θα αριβάριζε οσονούπω. Η μαντάμ ώρμηξεν προς την τηλεφωνικήν συσκευήν ίνα επικοινωνήσει μετά του αληθούς μοιράρχου να έλθει να μαζέψει τον υφιστάμενόν του, ο κύριος Σκολοπέας ώρμηξεν και ήρπαξεν την μαντάμ από τας τρίχας της κεφαλής της, άρτι φιλοτεχνηθείσας εις περίλαμπρον κόμμωσιν ένεκα οι ναύται, ημείς αι δευτεροκλασσάται πουτάναι οδυρόμεθα ομού και ολοφυρόμεθα μετ' αφθόνων ολολυγμών και δακρύων.

Την προσωρινήν λύσιν εις το πρόβλημα το οποίον ανεφύει εν ριπή οφθαλμού έδωσεν η κυρά Σοφία, ήτις εξεπρόβαλλεν από την κουζίναν όπου κατοικοέδρευε συνήθως, μόλις ήκουσεν τας κραυγάς απελπισίας της μαντάμ. Ως αιλουροειδές επλησίασεν τον κύριον Σκολοπέαν και τον ήρπασεν εκ του πέτου της στολής του λέγουσα προς έκπληξιν όλων ημών "ογλήγορα σπίτι τσογλάν μπουρέκ και μη σε ξαναδώ σε τέτοια μέρη!" και ο κύριος μοίραρχος εξαφνίσθη τοσούτον ώστε έμεινε κόκκαλο σύρων τα βήματα προς την έξοδον μετά κόπου, ωσάν κεραυνοβολημένος, ψελλίζων σιγανά "θα μου πεις τουλάχιστον τι συμβαίνει, ε". Τι είχεν συμβεί; Τι άλλον από το ότι η κυρά Σοφία ήτο η μήτηρ αυτού, ήτις έκανε τα στραβά μάτια δια την σχέσιν του υιού της με την πατρόνα ελπίζουσα να επανακτήσει την κυριότητα του μπουρδέλου εν ευθέτω χρόνω, μέσω ακριβώς αυτής της σχέσεως. Τι σου είναι η ζωή τελικώς!

Αμα τη αναχωρήσει του χωροφυλακίσκου, η μαντάμ έτρεξε να διορθώσει την κόμμωσίν της καθησυχάζουσα ημάς, καθώς και τον κύριον Κοσμάν, όστις ελαφρώς μουδιασμένος ηκολούθη την πορείαν μου προς το δωμάτιον ανόρεκτος, ανακτήσας όμως δυνάμεις μόλις ήκουσεν την μαντάμ να λέγει "σήμερα δωρεάν κύριε Κοσμά η πρώτη βολή, χρεώνεται μόνον η δευτέρα αν το βαστά η περδικούλα σας, έχομεν και κέρασμα ηδύποτον" και "συμφωνείς χρυσό μου, έτσι δεν είναι;" συνεπλήρωσεν απευθυνόμενη εις εμέ, και τι να κάμνω, συνεφώνησα. Εγνώριζα καλώς ότι ο μεγαλοχασάπης δεν θα με άφηνε παραπονούμενη -του εθύμιζα την ανεψιά του και με συνεπάθει σφόδρα. Αύτη ήτο και η τελευταία φορά που προσέφερα τας υπηρεσίας μου εις το μπουρδέλο της μαντάμ Φώφης. Μόλις έληξεν η συνεύρεσις μετά του κυρίου Κοσμά, με εκάλεσεν αύτη εις τα ενδότερα, δηλαδή εντός της μεγάλης πολυτελούς κρεββατοκάμαρής της, μοι ενεχείρησεν μικρόν τινα σάκκον εντός του οποίου υπήρχον μερικά κοσμήματα, δύο φορέματα μεταξωτά, τρία μεσοφόρια με τελείωμα μπιμπίλα, καθώς και έν δερμάτινον πορτοφόλιον εκ δέρματος όφεως χρώματος βαθέως πρασίνου, και με εσχόλασεν από την εργασίαν μου λες και έφταιγα εγώ δια την αθλίαν συμπεριφοράν του ερωμένου της. Τι σου είναι οι άνθρωποι! Σε τίποτα δεν τό'χουν να σε πετάξουν στο δρόμο.

Το τραύμα το οποίον έλαβεν η ψυχή μου από την αχαρακτήριστον συμπεριφοράν της μαντάμ Φώφης είχεν αντίκτυπον εις την διάθεσίν μου, έπεσα εις βαθείαν κατάθλιψιν σκεπτομένη την ματαίωσιν του ταξιδίου εις Μασσαλίαν και την εξεέλιξίν μου εις πουτάνα πολυτελείας με ιδιόκτητον οίκον εν τω εγγύς μέλλοντι. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ηναγκάσθην να συμβιβαστώ με τα τρέχοντα ισχύοντα και ήρχισα να μελετώ μετά πάθους, ούτως ώστε να αναπληρώσω τα κενά. Το ευτύχημα είναι ότι ο νους μου γίνεται ξουράφι όταν το θέλω, έτσι ετελείωσα με άριστα και διαγωγήν κοσμιωτάτην το όγδοον εξατάξιον Γυμνάσιον Κολιάτσου. Ημουν πλέον μία δεσποινίς ετών είκοσιν, δεδομένου ότι είχα μείνει στάσιμος δύο έτη λόγω επιπλοκής των αμυγδαλών μου, αλλά αυτή η ηλικία είναι η πλέον ώριμος ώστε να αποφασίζει ο άνθρωπος δια το μέλλον αυτού. Τα κοσμήματα, τα φορέματα και τα μεσοφόρια τα επώλησα εις μίαν καθηγήτριάν μου ελαφρώς ψωνάραν με τα είδη πολυτελείας, λέγουσα εις αυτήν μίαν πονεμένην ιστορίαν περί πτωχών συγγενών οίτινες ξεπουλούν το βιος τους λόγω ανεχείας, και το ποσόν κατέθεσα εις τον λογαριασμόν μου. Ημουν αρκετά πλουσία ως εικοσαετής απόφοιτος Γυμνασίου και ησθανόμην αρκετά δυνατή.

Εις την οικίαν μου ουδείς είχεν αντιληφθεί τι επαιζόταν τα δύο τελευταία χρόνια εις το χορόδραμα της κωμικοτραγικής μου ζωής, σχεδόν ούτε η αφεντιά μου το είχεν καταλάβει εις βάθος. Είχον την βεβαιότητα ότι ευρισκόμην εις την ορθήν οδόν της επιτυχίας, επειδή οι γονείς μου τα πάντα τα υπελόγιζαν με την χρηματικήν κλίμακα. Κατείχα ικανόν αριθμόν τραπεζογραμματίων, άρα ήμουν αρκετά πλουσία, άρα και αρκετά επιτυχημένη. Αυτό το οποίον καλείται "ηθική φθορά" δεν με είχεν εγγίσει ουδαμού, άλλωστε με το πρεσσάρισμα του αουτσάϊντερ, χάρις εις το οποίον επέτυχα την ηρωϊκήν μου έξοδον από τας βασικάς σπουδάς, είχον αποκτήσει και ένα λούστρο μορφώσεως επιπλέον. Εκείνην την εποχήν, το απολυτήριον του Γυμνασίου -Λυκείου λέγεται σήμερον- ήτο ικανόν ίνα κατακτήσει ένας νέος άνθρωπος μίαν θέσιν ικανώς αμοιβομένην εις τον δημόσιον ή τον ιδιωτικόν τομέα. Προετοίμησα τον δημόσιον, προς μεγάλην ευχαρίστησιν της εμής οικογενείας. Το υπουργείον Εσωτερικών προεκήρυξε θέσεις τινάς γραμματέων και δακτυλογράφων, εξητάσθην, επέτυχον και προσελήφθην κατά μήνα Απρίλιον -ολίγον προ του Πάσχα.

Σκέτο μπουρδέλο το Υπουργείον, ηυρέθην κολυμβώσα εις γνωστά ύδατα, πασίγνωστα μάλλον, διότι το ήμισυ τουλάχιστον των υπαλλήλων ετύγχανον παλαιοί μου πελάται, καθώς και η πλειονότης των επισκεπτών του Υπουργείου, όθεν εστί μεθερμηνευόμενον, ότι συνέχισα μετά πάσης ελευθερίας να εφαρμόζω την παροιμίαν "παλιά μου τέχνη κόσκινο" και να διάγω βίον ανέφελον και πολλά αγαθά αποφέροντα. Ζωή και κότα, οπού λέγουσιν, με μόνην διαφοράν ότι η κότα δεν ήμουν εγώ. Η κότα η μεγάλη ήταν ο κύριος Παρλαβούρας ο διευθυντής της Υπηρεσίας μου, συνοδευόμενος από πλείστα όσα κοτόπουλα -υπαλλήλους και επισκέπτας κυρίως- τα οποία εμαδούσα δια της μεθόδου την οποίαν εγνώριζα λίαν καλώς. Εγώ ήμουν, και εξακολουθώ να είμαι η Ζωή.

---------
ΣΗΜ. Γράφτηκε σήμερα -μονοκοντυλιά σε 3 ωρίτσες- λόγω αναγκαστικής αγρυπνίας. Οταν ξεκίνησα να γράφω, δεν είχα ιδέα πού θα καταλήξω, όπως συμβαίνει πάντα ως τώρα. Πλάκα δεν έχει;

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

145. ο κυρ Γιώργης ο πρόσφυγας κι η αδερφή του

Ηρθε το '22 ο κυρ Γιώργης στην Ελλάδα, πρόσφυγας κυνηγημένος, παληκαράκι δωδεκάχρονο, με την αδερφή του την Ελένη, δυο χρόνια μεγαλύτερη, και στάθηκε σ' ένα σπιτάκι στο Βύρωνα. Σαν πουλάκια κουρνιάσανε τ' αδέρφια στο σπιτάκι το γωνιακό, πού'χε ένα δωμάτιο μονάχα με ένα μεγάλο παράθυρο που δεν άνοιγε ποτέ τη μέρα. Το παράθυρο έβλεπε στο ρέμα, καρφί στο γεφυράκι που πέρναγε απέναντι και πήγαινε στο τέρμα του λεωφορείου και στο μπακαλικάκι της Ανθής.

Το σπιτάκι είχε αποκάτω ένα μικρό υπόγειο κι εκεί κοιμόταν ο κυρ Γιώργης, εκεί έφτιαχνε και τις κιμωλίες του, που τις πούλαγε στα σχολεία και στα ψιλικατζήδικα της περιοχής. Ησυχος άνθρωπος ήτανε, τη μιλιά του την είχε ακριβή, αλλά το βλέμμα του χαμογέλαγε πλατειά. Τόσο γελαστά και συνάμα μελαγχολικά μάτια δεν ξανάδα στη ζωή μου. Τον έβλεπα καθημερινά, πότε ν' ανεβοκατεβαίνει απ' το υπόγειο στο πάνω σπίτι, και πότε να φεύγει φορτωμένος τσάντες γεμάτες με κουτιά κιμωλίες. Κάπου κάπου μου πρόσφερε μερικές, αλλά δεν τις έπαιρνα μη του τις στερήσω από το βιος του. Το καταλάβαινε, νομίζω, ότι δεν ήταν από περιφρόνηση που δεν τις έπαιρνα, για τούτο μου χαμογελούσε και έστελνε χαιρετίσματα στο μπαμπά μου.

Πολλά χρόνια αργότερα έμαθα την ιστορία του κυρ Γιώργη, όταν πέθανε η αδερφή του η Ελένη, στα ενενηνταδυό της. Εμαθα πως είχε καταγωγή από πλούσια οικογένεια της Σμύρνης και πως σώθηκαν μονάχα εκείνος με την αδερφή του. Τους έσωσε ο Ερυθρός Σταυρός, λέγανε, μετά από πολλές περιπέτειες, βρέθηκαν στο σπιτάκι κι αράξανε ήσυχα, όπως ένα καράβι τσακισμένο απ' τα πολλά παλέματα με την αγριάδα της θάλασσας.

Την Ελένη δεν την είχα δει ποτέ μου, ούτε πεθαμένη την είδα μια και ήμουν μακριά όταν έγινε η κηδεία της. Λέγανε στη γειτονιά ότι δεν έβλεπε κανένα εκτός απ' τον αδερφό της, που την περιποιόταν και μαγείρευε και συγύριζε το δωμάτιο, ενόσω εκείνη καθόταν πλάι στο μεγάλο παράθυρο με τα θεόκλειστα παντζούρια και τις βαρειές κουρτίνες, που δεν ανοίγανε παρά κάποια βράδια καλοκαιρινά για να μπει λίγος αέρας. Η Ελένη δεν βγήκε ποτέ από κείνη την καμαρούλα όσο ήτανε ζωντανή, γιατί είχε δώσει όρκο να βγει από κει μέσα μόνο σαν ήτανε να γυρίσει στο πατρικό της, στη Σμύρνη.

Λέγανε ακόμα πως ήτανε μια πεντάμορφη κοπέλα, όσοι την είχανε δει πριν να κλειστεί στην κάμαρη, θαμένη με τη θέλησή της σαν καλόγρια και σα νεκροζώντανη και πως ο αδερφός της ο Γιώργης της χρωστούσε τη ζωή του. Γύρευε τί θά'χε υπομείνει για χατήρι του από τους τούρκους. Κανένας δεν ήξερε ακριβώς, αλλά η φαντασία οργίαζε, καθώς συμβαίνει στις μικρές γειτονιές. Ο Γιώργης, σαν ήσυχο και σεμνό παληκάρι, δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα να τον σχολιάσουν άσχημα, ίσα ίσα που τον σεβόντουσαν όλοι και είχαν να το λένε πόσο στοργικός αδερφός ήτανε.

Οταν τον γνώρισα θα κόντευε τα εβδομήντα. Φορούσε πάντα ένα κασκέτο και τα ρούχα του ήτανε καθαρά και περιποιημένα, όλο και τον φρόντιζε η γειτονιά στο ρουχισμό. Οταν πέθανε, μετά την αδερφή του, είχε γεμίσει το νεκροταφείο κόσμο. Οταν πέθανε κι ο πατέρας μου, η μάνα μου μου είπε ότι είχε κόψει μηνιάτικο στον κυρ Γιώργη -μαζί με δυο γείτονες ακόμα- γιατί ήτανε πολύ αδύναμος για να δουλεύει και δεν είχανε ζήτηση πλέον οι κιμωλίες του και δεν είχε και δικαίωμα για σύνταξη κιόλας. Εσβησε ο κυρ Γιώργης όπως σβήνουμε ένα μαυροπίνακα, η μορφή του όμως η φωτεινή, μαζί με το χαμογελαστό του βλέμμα, μένουν γραμμένα στην καρδιά μου -και όχι με κιμωλία.
_______________________
ΣΗΜ.
στο γωνιακό σπιτάκι που φαίνεται πίσω απο τον μοναχικό περιπατητή (οδοι σημερινές: Φλεμινγκ και Καραολή και Δημητρίου) κατοικούσαν οι άνθρωποι που περιγράφονται. (η φωτο απο την ομαδα https://www.facebook.com/groups/528645054194993/posts/1490170334709122/)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...