Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2011

414. η χαμένη έμπνευση ξαναγυρνά

Ο σκηνοθέτης πεσμένος στα γόνατα εκλιπαρούσε την έμπνευση να του ξανάρθει γιατί την είχε χάσει. Δέκα μέρες είχε να φανεί και νόμιζε πως δεν θα τη ξανασυναντούσε ποτέ κι έτσι προσευχόταν γονατιστός προς αυτή τη θεία έμπνευση, τη χαμένη, κι αυτή τον άκουσε και ξαναγύρισε κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στο μυαλό του και δεν τού ξανάκανε τέτοιο χουνέρι. Μπορεί και να λυπήθηκε τα γόνατά του που πάγωναν κολλημένα στο χώμα, αλλά ίσως και να μην έβρισκε άλλο μυαλό τόσο ευρύχωρο για να εγκατασταθεί, ποιος ξέρει... Αβυσσος η ψυχή της έμπνευσης!

Πέμπτη, Αυγούστου 11, 2011

413. ο περιπατητής



Κλακ κλακ κλακ - κλακ κλακ κλακ
Περπατά αμέριμνος, σαν προσηλωμένος σε καλόδεχτο πεπρωμένο.
Ανεμίζει φτερουγίζοντας η μαύρη καπαρντίνα.
Ο ίσκιος του σέρνεται πετσοκομμένος στο μακρόστενο πάρκο.
Σμήνη πουλιών ξεπετιούνται σε κάθε βήμα,
λες και βαδίζοντας ξεκλειδώνει πόρτες κλουβιών.

Κυριακή, Ιουλίου 17, 2011

412. ρώτα με για την άσφαλτο


για την άσφαλτο να με ρωτήσεις, που σκέπασε κάτω από πίσσα τα όνειρά μας, έπνιξε την ανάσα του χώματος, εξόντωσε τις λακκούβες με το λεπτό στρώμα πάγου που σπάγαμε το χειμώνα χοροπηδώντας πάνω με τις γαλότσες, εξαφάνισε το βυτιοφόρο της κοινότητας -ή του δήμου- που κατάβρεχε τους δρόμους αφήνοντας να αναδυθεί η ευωδιά της γης, έδιωξε όλα τα ζούδια που πάνω τους μαθαίναμε φυσική ιστορία -το νάσιοναλ τζεογκράφικ στα πόδια μας. Ρώτα με λοιπόν για την άσφαλτο, που έβγαζε βουλευτές και υπουργούς «θα σας κάνουμε δρόμους» και ρίχναν κατράμι μαύρο κι άραχλο ανακατεμένο με χαλίκι κι έτσι χάθηκαν οι όμορφοι δρόμοι των παιδικάτων μου και δεν υπήρχε μια πήχυ χωματάκι να γδέρνει το γόνατο σαν πέφτεις τρέχοντας, παρά το ξέσκιζε η άσφαλτος σκληρά. Και τί να σου πω για την άσφαλτο; Ποιον βόλεψε η άσφαλτος, εκτός από τον κάθε πικραμένο εργολαβάκο που έγινε χάρη σ' αυτή μεγαλοεργολάβος; Ακόμα και το ψωμί των βουλκανιζατεράδων λιγόστεψε, η άσφαλτος είναι φιλική προς τις ρόδες των αυτοκινήτων. Οταν πέθαναν τα κάρα, γεννήθηκε η άσφαλτος ή όταν γεννήθηκε η άσφαλτος πέθαναν τα κάρα; Θα σε γελάσω. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι χωρίς την πολλή άσφαλτο τα παιδιά περνάγαν καλύτερα.

Δευτέρα, Ιουλίου 11, 2011

411. Αντίπαλοι


Αντίπαλοι τίνος; Του εαυτού τους; Των πολιτών που τους εμπιστεύτηκαν; Της διεθνούς μαφίας των αριθμών; Της διεθνούς μαφίας σκέτης; Των περιστρόφων που ακουμπάν σε τραπέζια ή των πιστολιών που σημαδεύουν τον κρόταφο; Οι αντίπαλοι θα μεγαλουργήσουν πάλι, θα βγουν να τσακωθούν δημοσίως και μετά θα ρίξουν ένα χορό πεντοζάλη ή αντιπάλη -αδιάφορο, χορός νά 'ναι κι ό,τι νά 'ναι. Αντίπαλοι αντιμαχόμενοι και ξαναβρισκόμενοι, ανταγωνιστές στα λόγια και στα λαμόγια, συναγωνιστές στις αγορές. Ποιος θα ρίξει τον άλλο ή ποιος θα πατήσει τον κάλο; Στα τσακίδια. Σιγά που θα σε λυπηθεί κανείς όταν μετά από χρόνια γράψεις στα απομνημονεύματά σου πως πούλησες τη χώρα μου για να γλιτώσεις τη ζωή σου. Στα τσακίδια, μια ώρα αρχύτερα.

Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2011

410. Απορρύθμιση



Εχω ένα εσωτερικό ρολόι, κάπου ανάμεσα καρδιά και συκώτι.
Εργάζεται αδιαλείπτως, κουρδίζεται μοναχό του.
Το εσωτερικό μου ρολόι είναι καλά εκπαιδευμένο.
Συντονίζεται με τον έξω κόσμο.
Προσαρμόζεται στα γεγονότα.
Δεν υπάρχει θέμα ανησυχίας λοιπόν:
Το εσωτερικό μου ρολόι απορρυθμίστηκε.

Τρίτη, Απριλίου 05, 2011

409. μια γυναίκα στην άκρη του χωραφιού


Ηταν μια γυναίκα στην άκρη ενός χωραφιού. Μόλις την είχαν σώσει κάτι κυριλέδες από ένα χαρέμι, μόνο που δεν τόλμησαν να τα βάλουν με τον πασά. Αυτό βόλευε τους κυριλέδες, που θέλαν να εντυπωσιάσουν τη μαντάμ, αλλά και τον πασά που ήθελε να την ξεφορτωθεί επειδή είχε σιτέψει και όλο έξοδα ήταν και μηδέν απόλαυση. Τελοσπάντων, η γυναίκα φόραγε κάτι χιλιομπαλωμένα ρουχαλάκια και κάτι πασούμια ξεσκισμένα κι όλο έκλαιγε τη μοίρα της. Ούτε μέσα στο χαρέμι καλά, αλλά ούτε κι έξω. Και κλάμα στο κλάμα, την πλησιάσαν ξανά οι κυριλέδες και της ψιθύρισαν δυο φωνήεντα, να κάνει τα γούστα τους και θα της δώσουν απ' όλα, να μη της λείπει τίποτα, της όρισαν κι ένα νταβατζή και η γυναίκα δέχτηκε. Με τον καιρό, κατάλαβε ότι το γκεζί δεν πήγαινε άλλο κι έδιωξε το νταβά. Εβαλε ενέχυρο ένα χωραφάκι που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της την αρχαία και ζήτησε δάνειο για να τα βγάλει πέρα μοναχή. Πλάκωσαν τότε κάτι συγγενολόγια εξ αίματος, μυρίστηκαν ψητό γαρ, τακίμιασαν με τους κυριλέδες κι άρχισαν να ξεπουπουλιάζουν τη φουκαρού όλοι μαζί. Η γυναίκα έκλαιγε, είχε και παιδιά να θρέψει, ζήταγε τα δίκια της, αλλά ποιος να την ακούσει. Μετά από μπόλικα χρόνια, την άκουσε ένας υπερατλαντικός μακρινός συγγενής, που, αν και τώρα ισχυρός, είχε περάσει κι αυτός τα πάνδεινα μέχρι να καταφέρει να ξεκολλήσει από τους κυριλέδες. Η γυναίκα αναθάρρησε, αλλά ο ισχυρός συγγενής αποδείχτηκε χειρότερος απ' όλους. Τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει εντωμεταξύ και της λέγαν «γιατί, βρε μάνα, δεν τους απαρατάς; τί ανάγκη τους έχεις πια; Εμείς είμαστε δω, αίμα σου είμαστε και σε συμπονάμε και θα σε στηρίξουμε, παράτα τους χλεχλέδες», αλλά εκείνη απάνταγε ότι «καλά όλα αυτά, αλλά, βλέπετε παιδιά μου, χρωστώ τα κέρατά μου και θα μου το πάρουν το χωραφάκι και τί θα κληρονομήσετε» αλλά τα παιδιά λέγαν «παράτα τους, ρε μάνα, και δεν τους χρωστάς τίποτα, τόσα χρόνια έχουν εισπράξει εκατό φορές αυτά που σου δάνεισαν κι εμείς είμαστε δω και κανείς δεν θα πατήσει το χωραφάκι μας» κι έλεγε ο ένας κι έλεγε ο άλλος και ο καιρός πέρναγε κι ακόμα και σήμερα η γυναίκα στέκεται κουρελιασμένη στην άκρη του χωραφιού και δέρνεται που δεν άκουσε τα παιδιά της, αλλά και πάλι το σκέφτεται να παρατήσει τους χλεχλέδες γιατί ο δεσμός του θύματος με το βασανιστή του παραμένει μυστήριο...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 12, 2011

408. Κοινωνία, οργασμός ανεκπλήρωτος


Να σέρνεις τον οργασμό μέσα σου
από ερωτική συνεύρεση σε άλλη
καλλιεργώντας τον έρωτα
ανάμεσα στα μέλη σου
-τους ανθρώπους-
Νά'ναι η ζωή ζωγραφισμένη
λουλούδια και τιτιβίσματα
και νιάτα γενναιόδωρα

Μη θυσιάζεις, Κοινωνία,
Μη λογαριάζεις με νούμερα,
Μη φτύνεις τον οργασμό σου,
-Τα νιάτα σου!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 03, 2011

407. Ο μικρός καννίβαλος μέσα μας


Αν δεν το έχεις πάρει χαμπάρι, κρύβεται μέσα μας ένας καννίβαλος. Δεν ξέρω το μεγεθος του δικού σου καννιβάλου, ο δικός μου πάντως είναι μικρός και όλο και μικραίνει. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να πετυχαίνει η σμίκρυνση, χρόνο και σκέψη. Πολλή σκέψη, από αυτή που τρώει τον αφέντη, αλλά χαλάλι! Αρκεί που τρώει και τον καννίβαλο. Αμα τον αφήνεις ανεξέλεγκτο, υπάρχει πιθανότητα να βγει από μέσα και να κάνει κατάληψη και στο απέξω, να γίνεις δηλαδή ολόκληρος καννίβαλος μια μέρα -ή μια νύχτα, το ίδιο κάνει- χωρίς καλά καλά να το καταλάβεις και, όταν έχεις γίνει ολόκληρος καννίβαλος, μέσα-έξω, θα σου είναι πλέον αδύνατο να νοιώθεις καννίβαλος, θα τρως τους συνανθρώπους σου δίχως τύψεις και προβληματισμούς. Θα τρως, γενικά, κι άλλο, κι άλλο, πάρα πολύ θα τρως χωρίς να σκας και να νοιάζεσαι τί και ποιον έφαγες πάλι.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 28, 2011

406. η Δημοκρατία στο πορτ-μπαγκάζ


Μια μέρα -ή μήπως ήταν νύχτα;- η Δημοκρατία περπατούσε αμέριμνη σε ένα δρομάκι εξοχικό, όταν έπεσε πάνω σε ένα πορτ-μπαγκάζ ανοιχτό και είπε από μέσα της «δεν μπαίνω να δω πώς είναι ένα πορτ-μπαγκάζ από μέσα;» γιατί, ως γνωστόν, η Δημοκρατία παλεύει ανέκαθεν με τα μέσα. Δεν το ρισκάρει με τα έξω, βλέπετε, γιατί μια ζωή στο γκαναπέ του σαλονιού την έχει βγάλει και αρνείται να αλλάξει συνήθειες τώρα στα γεράματα. Οχι και γερασμένη ακριβώς, αλλά μάλλον γεροντομπασμένη την κόβω. Ολο κάνει τη σοβαρή και «απαπα δεν τα σηκώνω αυτά» ή «απάδουν της δημοκρατικής μου παιδείας τα τοιαύτα» ή «εστέ σοβαροί και ας το συζητήξωμεν το θέμα» όλο τέτοια λέει και την έχουν πάρει στο ψιλό κάτι καλόπαιδα και τη γαζώνουν -με σφαίρες. Είδε λοιπόν ανοιχτό το πορτ-μπαγκάζ και μπήκε.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...