Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρτυριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρτυριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Αυγούστου 28, 2024

1.756 Αλιευμένο διαμαντάκι-μαρτυρία

 Εις μνήμην της Ουρανίας.

Λεπενου Βάλτου Αιτωλοακαρνανιας 1960-61

Η Ουρανια ήταν αδερφή του Γιώργου και μιας χήρας μάνας κόρη. Δεν τελείωσε το σχολείο, έμαθε μοδιστρική και πάλευε όλη μέρα με τις μεζούρες, τα υφάσματα, το λάδωμα της μηχανής και εγώ στον ποδόγυρο του φουστανιου της ή της ρόμπας της, αυτής με τα πολλά κουμπιά μπροστά, να μαζεύω ρετάλια, μην φανταστείτε παρδαλά, χρωματιστά, όχι, σκούρα, μουντά, έτσι ντύνονταν οι γυναίκες του χωριού και εκτός τούτου, συνεχώς κάποιον πενθούσαν. Ετσι ήταν και οι πάνινες κούκλες μου, οι φτιαγμένες απ τα χεράκια της, σαν να πενθούσαν κι αυτές μαζί τους. Γενικα το πένθος κρατούσε τρία χρόνια, το μαύρο τσεμπέρι συγκρατούσε κάθε ατίθαση τρίχα της κεφαλής τους που προσπαθούσε να αποδράσει. Μαυρες χουλα χουπ κάλτσες, νομίζω έτσι τις λέγαν, χειμώνα καλοκαίρι επίσης ένδειξη θλίψης. 
 
Καθονταν στις ρουγες ανακουκουρδα, ένωναν τα γόνατα και στήριζαν πάνω τους τα χέρια, δεν τα κουνούσαν σαν τις τραγουδίστριες του παλκοσένικου, αλλά σαν να ήταν σε στάση αναμονής να τελειώσει ο χρόνος του πένθους, να τις ξεφορτωθούν. Μου φάνταζε αστεία η χρωματική διαφορά, τα ακάλυπτα άσπρα τους γόνατα να έρχονται σε αντίθεση με το τελείωμα της μαύρης καλτσας που καθώς ξεχειλωνε με το χρόνο, έπεφτε ή έστριβε σαν άκομψο κορδόνι και κρεμόταν κάτω απ το γόνατο. Αν το ψάξω σίγουρα από κει μου έμεινε ο έρωτας για το ασπρο μαυρο και τις αντιθέσεις γενικότερα.
 
Το σπίτι μας απ' της Ουρανίας το χώριζε το δημοτικό σχολείο και το νηπιαγωγείο. Στο διάλειμμα των δέκα έδιναν στα παιδιά σκόνη γάλα σε τσίγκινα κύπελλα και ένα κιτρινωπο τυρί, βουτυράτο με σώμα συμπαγές, αμερικανική βοήθεια της εποχής. Η Ουρανια είχε τα κονε της με τις δασκάλες και με φίλευε συχνά.
 
Μαζι με πολλά άλλα κι αυτή η γεύση με ακολουθεί μια ζωη, τη βρήκα λίγο στη γεύση του τσενταρ και πάλι δεν είμαι σίγουρη. Εκεινη ακριβώς την εποχή οι σκυμμένοι λόγω δουλειάς η κοριτσίστικης στάσης στην εφηβεία ώμοι της δεκαεξαχρονης Ουρανιας, ορθωθηκαν, φαντάζομαι, ο έρωτας ήρθε στο κατώφλι της και το σούσουρο στο χωριό. Κρυφοσυναντουσε τον πρωτότοκο γιο οικογένειας του χωριού, με τις μεγαλύτερες φυτείες καπνού, με σεμπρους εργάτες και οικονομική ευρωστία. Λεγαν ότι εγκυμονούσε, η οικογένεια του δεν δέχτηκε να περάσουν στέφανα, την κόρη της χήρας;
 
Η μάννα της έγειρε την πόρτα του σπιτιού της, δεν έβγαινε στη ρουγα, άλλαξε τα χέρια σε στάση προσευχης, η μόνη ελπίδα βοήθειας. Μονο τρεις γειτόνισσες την έκαναν παρέα, η θεια γιανναινα, η χαρισαινα και η μάννα μου.
 
Ο αδερφός της, αγρίμι, στα πρόβατα, μόνος στο βουνό με παρέα κάνα δυο τσοπανόσκυλα.
 
Την Ουρανια την κόψανε, κανείς δεν δεχόταν να τους ράψει, η μηχανή σκουριαζε καθημερινά.
 
Ο πατέρας μου ένας απ' τους λιγοστούς χωροφύλακες του χωριού. Ημουν πολυ εξοικειωμένη με τα όπλα. Η μάννα μου κοιμόταν με ένα πιστόλι κάτω από το μαξιλάρι της όταν ο πατέρας μου έλειπε στα πανηγύρια των γύρω χωριών σε υπηρεσία όπως έλεγε. Μετα υπήρχαν πολλοί κυνηγοί. Καθημερινα άκουγες τουφεκιές και πέφταν τσονια και φασες από τον ουρανό. Εγω ήμουν τριών, τριάμισι χρονων, μιλούσα ακατάπαυστα για την ηλικία μου, δεν νομίζω να εκπλήσσει κανέναν σας.
 
Εκείνη την ημέρα φορούσα ένα λευκό φορεματακι με τρύπες στο κάτω μέρος που μέσα τους περνούσε μια στενή κόκκινη κορδέλα απ αυτές που αργότερα έβαζα σελιδοδείκτες στα βιβλία μου, έργο της Ουρανίας κι αυτό και το συνόδευαν ένα ζευγάρι λευκά πεδιλακια μεγαλύτερα απ το νούμερο μου για να φορεθούν λίγα παραπάνω χρόνια.
 
Τραβα στην Ουρανια να σου δώσει δυο λεμόνια και πανιά για τις κούκλες σου, μουπε η μάννα μου, στο δρόμο ξέχασα τα λεμόνια. Οι πόρτες των σπιτιών ήταν πάντα ανοιχτές, πήγαινα τρέχοντας παρά την δυσκολία των παπουτσιών.
 
Κλείνω με τα χέρια μου τα αυτιά μου σε κάθε άκουσμα κρότου, στηνΑνάσταση στην Κρήτη, στα κανονάκια που διώχνουν τα ζώα από τα σπαρτά, στις χειροβομβίδες κρότου λάμψης στις πορείες, με εξοργίζει το απότομο κλείσιμο της πόρτας απ' τον αέρα, κάθε ξάφνιασμα με ακινητοποιεί. Ισως να αντέδρασα ετσι και τότε.
 
Είμαι αναλυτικά περιγραφική σε ότι έχει διάρκεια αλλά πως να συλλάβεις, να απομνημονεύσεις, να αποδώσεις λεκτικά τη στιγμή. Μια αστραπή ήταν μέσα στο ευρύτερο χρονικό διάστημα που συνέβη και δεν αφορούσε χρονικό σημείο, ώρα, συγκυρία. Μια στιγμη της ώθησης την ωρα του τοκετού φέρνει ζωη, εδώ σκορπίστηκε θάνατος.
 
Δεν ήξερα να μετράω.
 
Όταν την πυροβόλησε ήμουν στην πόρτα του σπιτιού της. Ο αδερφός με το όπλο στον ώμο κρεμασμένο προσπαθούσε να χωρέσει για να πηδήξει απ το μικρό παράθυρο του δωματίου και η Ουρανια ξαπλωμένη μπρος στα πόδια μου.
 
Πρέπει να έβγαζε συχνά μικρές κραυγές σε κάθε τσίμπημα καρφίτσας στις πρόβες, όπως όλες οι μοδίστρες άλλωστε, αλλά ούτε άχνα σε εκεινη την Τουφεκιά.
 
Δεν κατάλαβα τι έγινε, την τραβούσα από το πόδι και της έλεγα "Ουρανια σήκω να μου δώσεις πανιά". 
 
Δεν ξέρω ποσο έμεινα δίπλα της. Η Ουρανια δεν ξύπναγε, δεν ξύπνησε ποτε.
 
Τα χέρια μου πήραν το χρώμα της, μαζί το άσπρο μου φόρεμα και τα παπούτσια. Γυρισα με άδεια χέρια αλλά η μάννα μου ούρλιαξε κι έτρεχε σαν τρελή. Ολοι άκουσαν τους πυροβολισμούς, δεν ήταν κάτι περίεργο για αυτούς. Σιγα σιγά μαζεύτηκε όλο το χωριό μαζί και οι χωροφυλακοι. Με πήραν μαζί τους, όπως ήμουν, έλεγε η μάννα μου, δεν άφησαν τον πατέρα μου να ειναι παρών, το ίδιο και τις επόμενες μέρες που ήρθαν κλιμάκια απ το Αγρίνιο, πιο σοβαρά. Τους τα είπα όλα, με κερναγαν ρυζόγαλο και μπανάνες που έτρωγα για πρώτη φορά. Ο αδερφός διέφυγε στα βουνά, συνελήφθη ένα μήνα μετά, δικάστηκε και έμεινε επτά χρόνια στη φυλακή με εργασία.
 
Ήμουν έντεκα χρονων όταν αποφυλακίστηκε και φεύγαμε για Αθηνα. Τον συναντήσαμε στη πλατεία του Αγρινίου, μου χάιδεψε το κεφάλι, αλλά τότε ήξερα πια.
 
Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να την ξεχάσει ποτε. Παντα την ανέφερα σε διηγήσεις μου σε φίλους και γνωστούς. Στην πορεία των χρόνων έχουν σβήσει μόνο τα χαρακτηριστικά του προσώπου της από τη μνήμη μου.
 
Η τιμή της παραδοσιακής οικογένειας σώθηκε θα είπαν, η μαννα της σφράγισε την πόρτα της, δεν ξέρω τι απέγινε η ποδοκίνητη ραπτομηχανή της Ουρανίας, πολλές φορές τη σκέφτομαι με τους ώμους πιο γυρτους, ακίνητη να πατάει μόνο τα πετάλια, να της δίνουν ζωη. Η μαννα μου φόρεσε τα μαύρα και ως αγράμματη μου υπαγόρευε και έγραφα στα συγχωροχάρτια το όνομα της τα Ψυχοσάββατα για πολλά χρόνια μαζί με τα ονόματα της οικογένειας μας.
 
Ταξιδεύω στο Αιγαίο αυτή τη στιγμή, κοιτάζω το πέλαγος και θά 'θελα να μπω βαθειά μέσα του, να ξεπλυνω το χάδι του κτήνους από το κεφάλι μου, να βυθίσω στον πάτο του πελάγους την οικογενειακή τιμή και να αναδυθω στην επιφάνεια μαζί με τη ζωη.
_____________________________
ΣΗΜ. το κείμενο, μαρτυρία μιας άλλης εποχής που δεν τη βρίσκω τελικά και τόσο μακριά απο τη σημερινή, ανέβηκε στο f/b πριν απο λίγο, σήμερα, 28 Αυγούστου 2024. Το έγραψε η φίλη Τ.S.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...