Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques_Prevert. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques_Prevert. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006

171. περί νοσταλγίας για την άγνοια της μοναξιάς


Γνώρισα το μεγάλο γάλλο ποιητή Jacques Prévert στην τρυφερή ηλικία των 12 χρόνων, μέσα από το στεγνό και ακατανόητο ποίημά του «Déjeuner du matin», του οποίου ματαίως προσπαθούσε η δασκάλα μας στη Γαλλική Ακαδημία (έτσι λεγόταν τότε το Institut Francais d' Athenes) να μας μεταδώσει το νόημα. Το είχα μεταφράσει, πολύ απλό ήταν, αλλά το βαθύ νόημα το ανακάλυψα πολλά πολλά χρόνια αργότερα. Σήμερα, το ξαναβρήκα και το ανεβάζω εδώ στοργικά, σαν το φτεράκι καναρινιού που ήταν το πρώτο δώρο που έλαβα από το πρώτο αγόρι που με είχε ερωτευτεί θανάσιμα τότε ακριβώς που μάθαινα αυτό το ποίημα:

Il a mis le café
Dans la tasse
Il a mis le lait
Dans la tasse de café
Il a mis le sucre
Dans le café au lait
Avec la petite cuiller
Il a tourné
Il a bu le café au lait
Et il a reposé la tasse
Sans me parler

Il a allumé
Une cigarette
Il a fait des ronds
Avec la fumée
Il a mis les cendres
Dans le cendrier
Sans me parler
Sans me regarder

Il s'est levé
Il a mis
Son chapeau sur sa tête
Il a mis son manteau de pluie
Parce qu'il pleuvait
Et il est parti
Sous la pluie
Sans une parole
Sans me regarder

Et moi j'ai pris
Ma tête dans ma main
Et j'ai pleuré.
Την απόγνωση που κρύβουν οι στίχοι αυτοί, απλοϊκοί για την παιδική μου ματιά, κάποτε θα τη μάθαινα, ευτυχώς (ή δυστυχώς) πολύ αργότερα. Σήμερα, απλώς το ξαναμεταφράζω:
Εριξε τον καφέ
στο φλιτζάνι
Εριξε το γάλα
στο φλιτζάνι του καφέ
Εριξε τη ζάχαρη
στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
ανακάτεψε
Ηπιε τον καφέ με το γάλα
και άφησε κάτω το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει

Αναψε
ένα τσιγάρο
Εκανε κουλουράκια
με τον καπνό
Εριξε τις στάχτες
μέσα στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει

Σηκώθηκε
Φόρεσε
το καπέλο στο κεφάλι του
Φόρεσε
το αδιάβροχό του
επειδή έβρεχε
Και έφυγε
μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει

Και 'γώ πήρα
το κεφάλι στα χέρια μου
Κι έκλαψα.


Σήμερα, που βρίσκομαι χρονικά πολύ μακριά από την ηλικία των πρώτων ερώτων, όσο σχεδόν βρίσκομαι συναισθηματικά μακριά και από την εποχή των τελευταίων, μπορώ να ξαναδώ αυτό το μικρό ποιητικό φτερούγισμα σαν ένα χτύπο καρδιάς και σαν ένα φύσημα του ανέμου, σαν κάτι που πέρασε χωρίς σημασία και χωρίς ίχνη, αν και νοσταλγώ την άγνοια της μοναξιάς.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...