εκεί που ήμουν χωμένος με τη μούρη στα μαξιλάρια του καναπέ σκεφτόμουν τον τοκογλύφο που μου πούλησε φύκια για μεταξωτές κορδέλες κι έβαλα τη γυναίκα μου να υπογράψει το χαρτί για την υποθήκη του σπιτιού της γιατί εμένα όλα μου τα πήραν πια οι τράπεζες και δεν είχα στον ήλιο μοίρα και ο τοκογλύφος την ήξερε καλά τη δουλειά με ένα μεγαλομάγαζο πάνω στη Κηφισίας γεμάτο λαμπερά έπιπλα κουζίνας ένα μαγαζί βιτρίνα που δεν του ανήκε μηδέν στο λογαριαμό του μηδέν περιουσιακό τίποτα λέμε όλα στη γυναίκα και στη πεθερά γραμμένα κι αυτός λευκός ωσεί περιστερά και άσπιλος σαν Αγιο Πνεύμα να μασάει τα λεφτά του κοσμάκη και να πέφτουν από τα μπαλκόνια να σκοτώνονται τέτοιος επαγγελματίας τύφλα νά 'χει ο Σάϋλωκ του Σέξπιρ και η αφεντιά μου να κλαίω κοτζάμ άντρας που τά'χασα όλα κι έφυγε και η γυναίκα κι έβαλε μπρος και διαζύγιο γιατί είμαι ένα χαμένο κορμί τώρα που δε γίνεται πλέον νά 'χει τη κάρτα της στο Βασιλόπουλο του Ψυχικού για τα ψώνια και τα παιδιά να με κοιτάζουν σαν να μη με βλέπουν γιατί δεν ξέρουν τι συμβαίνει και σάμπως ξέρω κι εγώ για να τους πω και θυμάμαι καλά τώρα όταν είχα πρωτοδιαβάσει μικρούλης τη λέξη "τοκογλύφος" και πριν ρωτήσω να μάθω τι σημαίνει νόμιζα πως είναι ένα τέρας που γλύφει το αίμα της καρδιάς σου και το ρουφάει και στεγνώνει η καρδιά και πάπαλα πεθαίνεις αλλά τώρα είναι κάτι ακόμα χειρότερο επειδή ξεγυμνώνει τον άνθρωπο από κάθε αξιοπρέπεια και αυτοεκτίμηση του κλέβει τα λεφτά και τα υπάρχοντά του όσα έχουν αξία στη ζωή και στους φίλους και στη κοινωνία και τον αφήνει στιμένη λεμονόκουπα να ξαπλάρει σε ένα καναπέ και να καταντάει ρεμάλι αυτό κάνει ο τοκογλύφος και καταστρέφει ένα άνθρωπο με γλυκόλογα και υποσχέσεις μέχρι να του κάνει τη χάρη να υπογράψει τα παλιόχαρτά του και μετά να τον εκβιάζει όπως εμένα δηλαδή
Σάββατο, Ιουλίου 28, 2007
274.-004.
εκεί που ήμουν χωμένος με τη μούρη στα μαξιλάρια του καναπέ σκεφτόμουν τον τοκογλύφο που μου πούλησε φύκια για μεταξωτές κορδέλες κι έβαλα τη γυναίκα μου να υπογράψει το χαρτί για την υποθήκη του σπιτιού της γιατί εμένα όλα μου τα πήραν πια οι τράπεζες και δεν είχα στον ήλιο μοίρα και ο τοκογλύφος την ήξερε καλά τη δουλειά με ένα μεγαλομάγαζο πάνω στη Κηφισίας γεμάτο λαμπερά έπιπλα κουζίνας ένα μαγαζί βιτρίνα που δεν του ανήκε μηδέν στο λογαριαμό του μηδέν περιουσιακό τίποτα λέμε όλα στη γυναίκα και στη πεθερά γραμμένα κι αυτός λευκός ωσεί περιστερά και άσπιλος σαν Αγιο Πνεύμα να μασάει τα λεφτά του κοσμάκη και να πέφτουν από τα μπαλκόνια να σκοτώνονται τέτοιος επαγγελματίας τύφλα νά 'χει ο Σάϋλωκ του Σέξπιρ και η αφεντιά μου να κλαίω κοτζάμ άντρας που τά'χασα όλα κι έφυγε και η γυναίκα κι έβαλε μπρος και διαζύγιο γιατί είμαι ένα χαμένο κορμί τώρα που δε γίνεται πλέον νά 'χει τη κάρτα της στο Βασιλόπουλο του Ψυχικού για τα ψώνια και τα παιδιά να με κοιτάζουν σαν να μη με βλέπουν γιατί δεν ξέρουν τι συμβαίνει και σάμπως ξέρω κι εγώ για να τους πω και θυμάμαι καλά τώρα όταν είχα πρωτοδιαβάσει μικρούλης τη λέξη "τοκογλύφος" και πριν ρωτήσω να μάθω τι σημαίνει νόμιζα πως είναι ένα τέρας που γλύφει το αίμα της καρδιάς σου και το ρουφάει και στεγνώνει η καρδιά και πάπαλα πεθαίνεις αλλά τώρα είναι κάτι ακόμα χειρότερο επειδή ξεγυμνώνει τον άνθρωπο από κάθε αξιοπρέπεια και αυτοεκτίμηση του κλέβει τα λεφτά και τα υπάρχοντά του όσα έχουν αξία στη ζωή και στους φίλους και στη κοινωνία και τον αφήνει στιμένη λεμονόκουπα να ξαπλάρει σε ένα καναπέ και να καταντάει ρεμάλι αυτό κάνει ο τοκογλύφος και καταστρέφει ένα άνθρωπο με γλυκόλογα και υποσχέσεις μέχρι να του κάνει τη χάρη να υπογράψει τα παλιόχαρτά του και μετά να τον εκβιάζει όπως εμένα δηλαδή
273.-003.
η πρώτη μου φορά ήταν στα δεκατρία μου όταν μια τσιγγάνα μας είχε πλευρίσει εμένα και τον αδερφό μου ένα βράδυ αργά που το είχαμε σκάσει από το ξενοδοχείο όπου οι γονείς κοιμόντουσαν μακαρίως και φαίνεται της γυαλίσαμε έτσι καθαρά αγοράκια και περιποιημένα ιδίως ο αδερφός μου που ήταν και γαλανομάτης και από δω μας είχε από κει μας είχε όλο μας έταζε παραδείσους απόλαυσης αλλά μπήκα μόνος μου στο τσαντήρι αν και ήμουν ο μικρότερος και ο αδερφός μου έμεινε απέξω να παραφυλάει κι εκεί μέσα έγινε το έλα να δεις από όσο θυμάμαι ήταν μια μικρή τσιγγανούλα μαυριδερή με δοντάκια ολόασπρα ολόϊδια με τη Φρανσίν που γνώρισα είκοσι χρόνια μετά στο Παρίσι και μείναμε μαζί δέκα χρόνια και βάλε αλλά χωρίσαμε γιατί δεν με άντεχε η κοπέλα και πώς να με αντέξει τέτοιος εγωΐσταρος που ήμουν και την ανάγκασα να κάνει δυο φορές έκτρωση επειδή στη τελική ήμουν ένα μεγάλο μωρό εντελώς ανώριμος συναισθηματικά για να αντέξω τα βάρη μιας οικογένειας και αυτό με πονάει μέχρι τώρα που βλέπω το πορτραίτο που της έφτιαξα πάνω από τη σιφονιέρα της κάμαράς μου και κάτι διαπερνά το στομάχι μου ακόμα και τώρα που τη σκέφτομαι τη Φρανσίν που παντρεύτηκε μετά ένα μαλάκα κι έκανε δυο παιδιά και χόντρυνε και λοιπόν τα δοντάκια της τσιγγανούλας γυαλίζαν και φόραγε μια φούστα πράσινη κι ένα μεγάλο ντεκολτέ από πάνω χρυσαφί και είχε κάτι μαλλιά σαν ποτάμι μαύρο να χύνονται και όταν την είδα το πουλί μου σπαρτάρισε και το έσφιγγα να μη φύγει και πετάξει μακριά και έτρεμα αλλά η τσιγγάνα η μεγάλη με πήγε κοντά στη μικρή να χαιρετιστούμε και έφερε γλυκό βύσσινο και το έφαγα και ήπια όλο το νερό και μετά κάτι συνέβη που δεν το θυμάμαι και πολύ καλά μόνο ο αδερφός μου που με είδε να βγαίνω λέει πως ήμουν σαν ζαλισμένο κοτόπουλο και με στήριξε και φτάσαμε στο ξενοδοχείο και όταν γυρίσαμε σπίτι την άλλη μέρα η μάνα μου βρήκε μουνόψειρες στο σεντόνι μου και με πήγαν στου Συγγρού και έβαζα μια σκόνη για πάνω από ένα μήνα να φύγουν κι ο πατέρας μου έτριξε τα δόντια ότι βιάστηκα να μάθω πράγματα που θα μου έλεγε αργότερα κι έλειπε κι η αδερφή μου και δεν είχα συνήγορο γιατί ο αδερφός μου έκανε σαν να μην ήξερε τίποτα και δεν τον πρόδωσα πως είμασταν μαζί και κρατούσε το φανάρι κι έχω άδικο να τα βάζω με την αδερφή μου που με προστάτευε και αυτό τη μια με νευρίαζε και από την άλλη με συγκινούσε γιατί με βόλευε αλλά όσο σκέφτομαι ότι εκείνη με είχε δει πρώτη γυμνό τι κι αν ήμουν ένα μωρό αυτό δε μπορώ να το χωνέψω μέχρι τώρα αν και πέρασα πια τα πενήντα κάτι
Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007
272.-002.
τότε ήταν που μάθαινα να πλέκω επειδή ήθελα να φτιάξω ένα τσαντάκι να το κρατά η τεράστια κούκλα της Ελλης και η γιαγιά μου έλεγε ότι καλό είναι το παιδί να μαθαίνει όταν ζητά να μάθει κάτι αλλιώς δεν το μαθαίνει ποτέ και αυτό το εφάρμοσα στη μικρή μου κόρη που της αρέσει να μαγειρεύει επειδή όταν ζήτησε να μάθει της έδειξα και την άφησα κιόλας μόνη της να ανακατεύει τη κατσαρόλα ενώ τη μεγάλη όταν ζήτησε να πλύνει πιάτα στο νεροχύτη σκαρφαλωμένη στο σκαμνάκι δεν την άφησα και τώρα ούτε έξω από τη κουζίνα δεν περνάει και τέλειωσα μετά κόπων και βασάνων το τσαντάκι σε χρώμα θαλασσί και βάλαμε και κορδόνι πλεγμένο με τα δάχτυλα να κρέμεται το τσαντάκι και μέσα χώραγε ένα μεγάλο καρύδι τσίμα τσίμα και το πήγαμε στην Ελλη και το έδωσε στη κούκλα της αλλά όταν η Ελλη πέθανε ποιος ξέρει τι να έγινε η κούκλα άσε πια το τσαντάκι το πρώτο μου χειροτέχνημα με βελονάκι κάπου θα πετάχτηκε αλλά μπορώ να πλέξω πλέον όσα τσαντάκια θέλω και τώρα στενοχωριέμαι μερικές φορές που δεν ήξερα ότι υπήρχε η Ελβίρα που ήταν μεγαλύτερη από μένα και η πρώτη εγγονή της γιαγιάς μου της Ολγας που ζούσε στο Βέλγιο αλλά ήρθε στην Ελλάδα και γνώρισε τον πατέρα της στα πενήντα της χρόνια επειδή η μάνα της η Μιμή την είχε πάρει κι έφυγαν όταν ήταν μωρό εξαιτίας της γιαγιάς μου που ήταν πολύ σκληρή με το γιο της και τον πίεζε να γίνει αρχιτέκτονας σαν το θείο της τον αδελφό της προγιαγιάς μου τον Αναστάση που αναμαρμάρωσε το Στάδιο και είχε τη φωτογραφία του πάνω στο μεγάλο μπουφέ να κρατά ένα μπαστούνι αλλά ο δικός μου θείος στραβώθηκε εκεί στη Γάνδη από τα σχέδια και βρήκε τη Μιμή και τη παντρεύτηκε και θα ζούσαν ευτυχισμένοι ή τουλάχιστον όπως θά 'θελαν άμα τους άφηνε η γιαγιά μου στην ησυχία τους και τώρα έρχεται η Ελβίρα που είναι ελληνοφλαμανδή και δε μπορούμε να σταυρώσουμε λέξη γιατί από ελληνικά γρυ και μόνο αγγλογαλλικά μπορούμε να συνεννοηθούμε και πώς να της διηγηθώ όλα όσα θέλει να ξέρει και με το δίκιο της
271.-001. οταν η μνημη δουλευει δυσκολα σταματα -001
κάτι τέτοιες νύχτες είναι που οι αναμνήσεις με βομβαρδίζουν κάνοντας ζιγκ-ζαγκ και ζάπινγκ ξεκινώντας από τη νηπιακή ηλικία πηδώντας στον έγγαμο βίο κι από κεί πίσω στα παιδικά χρόνια και μετά στην εφηβία και στο σήμερα και λίγο παραπίσω δεκαετίες και πενταετίες μήνες μέρες ώρες και στιγμές παρελαύνουν σε δρομολόγια λεωφορείων ταξί τρένων αεροπλάνων βαποριών τραμ τρόλλεϊ-μπας και κίτρινων λεωφορείων της Παουερ και δε λένε να σβήσουν και δεν έχω κι ένα πλεχτό που με βοηθά να ταχτοποιώ τις σκέψεις μου και σκεφτόμουν τι είναι Νόμος και πόσα παραθυράκια έχει καθένας τους σκέτα σουρωτήρια και ο καλός επαγγελματίας πρέπει να γνωρίζει τα παραθυράκια τις τροπολογίες τις παρεκκλίσεις και τις ερμηνευτικές εγκυκλίους ώστε να έχει πελατεία γιατί αν δεν εξυπηρετηθεί η απληστία του πελάτη πάει τον έχασες και άντε να ζήσεις θα πρέπει να διοριστείς πουθενά να σε φάει η ίντριγκα των δημοσίων υπηρεσιών και ήμουν καλή επαγγελματίας αλλά δεν έκανα χρήση των Νόμων για τη πάρτη μου ντρεπόμουν και ένιωθα αρκετές τύψεις που το έκανα αυτό για να εξυπηρετήσω άλλους αν και ήταν απολύτως νόμιμο και ούτε πρόστιμο πλήρωσε κανείς ποτέ και θυμήθηκα την κυρία Ζουρούδη την Ελλη όπως ήθελε να τη φωνάζω ακόμα και 'γώ που ήμουν νήπιο αλλά με πήγαινε η μάνα μου να μάθω χορό και κόντεψα να πεθάνω μια και είχε κοπεί η όρεξή μου από τη κούραση και δεν έτρωγα τίποτα κι έπαθα αδενοπάθεια και στις φωτογραφίες μοιάζω με παιδί από τη Μπιάφρα αλλά τότε έπαιζα πολύ και έκανα κούνια και μια φορά κόντεψε να γυρίσει η κούνια ανάποδα και να τσακιστώ και ο κίνδυνος αυτός με γοήτευε από πάντα νομίζω να φτάνω στα όρια όπως έμαθα αργότερα να το λένε αυτό το ανατρίχιασμα στη ραχοκοκκαλιά τότε ήταν που έκανα κάπου 150 ενέσεις στρεπτομυκήνης στα όρθια γιατί βιαζόμουν να ξαναβγώ να ξαναπαίξω τέτοια λαχτάρα είχα για παιχνίδι ούτε κλάμματα ούτε τίποτα μάλιστα είχα πείσει τον εαυτό μου ότι μου άρεσαν οι ενέσεις αν και ήξερα καλά ότι αυτό ήθελα να το πιστεύω για τους άλλους διαφορετικά δεν θα το άντεχα όπως έλεγα πως τρελαίνομαι για μουρουνόλαδο και κατάπινα κομματάκια βούτυρο χωρίς ψωμί για να γίνω καλά και να ζήσω όπως μου λέγαν
Πέμπτη, Ιουλίου 26, 2007
270. αγωνιώδες ουρλιαχτό προς διάφορους αποδέκτες
μολις πριν λίγες ώρες διαπιστωσα οτι το μπλογκ μου taparaponasas stoMIXER ελέγχεται για απαράδεκτα/ανεπιθύμητα περιεχόμενα, ετσι, δεν ανανεώνεται αμέσως, ακομα και στο Τεχνορατι έχει 3 μερες να ανανεωθει. Ελεγχονται και τα δικα μου σχολια -δεν εμφανιζονται αμεσως στη κυρια σελιδα του ποστ (σε οποιοδηποτε μπλογκ).. αλλά παραμενουν για ενα χρονικο διαστημα στο "μούσκιο"..
Γνωρίζει ή υποψιάζεται κάποιος τι (μπορεί να) συμβαίνει..?
Τετάρτη, Ιουλίου 25, 2007
269. ταξιδεύοντας πάνω στο χνάρι του νερού
-1-
ακολουθώντας υγρά μονοπάτια
χαραγμένα στα λοφία των κυμάτων
αναστεφόμενα λοφία κατάλευκα
αναζητώ μια βροχερή ανάσα
την ανάσα σου εκείνη
την εγκατέλειψες φεύγοντας
μα σε ακολούθησε κι άφησε χνάρι
στο νερό ανεξίτηλο, μαύρο,
σίφουνας μαύρος είναι η ανάσα σου
κι αν μέσα της οδεύω δεν γνωρίζω
το πού θα φτάσω και το αν θα με πνίξει
κι αν θα ξυπνήσω εδώ ή στον άλλο κόσμο
μαζί σου για πάντα, οι δυο μαζί,
πεθαμένοι μα ζωντανοί
-2-
ακολουθώ το χνάρι στο νερό
το βλέπω χαραγμένο
σαν το χυμένο μέταλλο υγρό
κόκκινο γίνεται και ύστερα σκληραίνει
κι ανάλογα το μέταλλο λαβαίνει χρώμα
ασήμι είναι το δικό σου, μαυρισμένο,
σαν ανταριάζει ο ουρανός δεν το διακρίνω
γκρίζο το χνάρι, γκρίζος ουρανός και γκρίζο κύμα
και ξέχασα και τα γυαλιά μου
φώναξέ με!
Κυριακή, Ιουλίου 22, 2007
268. η πορδή της Αφροδίτης
Βγήκα για φαγητό έχοντας στο νου μου το θέμα "πορδή". Ετρεμα από την πείνα και πρόσεχα να μη τρώω με φανερή βουλιμία τις ψητές σαρδελίτσες και τα χόρτα που παρήγγειλα. Χρησιμοποιούσα μαχαίρι και πιρούνι και τις ξεκοκκάλιζα προσεκτικά. Ηταν 16 ολόκληρες μπουκιές, μια σαρδέλα δυο μπουκιές επί οχτώ σαρδέλες. Δεν άργησα και πολύ να τελειώσω το φαγητό μου, πλήρωσα, έκανα μια μικρή βόλτα και γύρισα στο δροσερό μου χώρο πανέτοιμη να γράψω για το θέμα που με έχει απασχολήσει πάρα πολλά χρόνια αλλά το έβρισκα από τη μια πολύ τολμηρό κι από την άλλη πολύ αντιαισθητικό για να ασχοληθώ μαζί του. Σήμερα, που σιγουρεύτηκα ότι δεν έχω πρόθεση να προκαλέσω με το γραφτό μου, μπορώ επιτέλους να ασχοληθώ με αυτή την ανθρώπινη δραστηριότητα, την παραγωγή αερίων.
Ας ξεκινήσω χρονικά. Οταν ήμουν πολύ μικρή, έψαχνα στα βιβλία να μάθω για τον έρωτα, κι έτσι έπεσα πάνω σε μια εικόνα ενός αγάλματος της Αφροδίτης με τίτλο «Αφροδίτη οκλάζουσα». Ηταν μια Αφροδίτη γονατιστή, αλλά εμένα ο νους μου καρφώθηκε σε αυτό το «οκλάζουσα» κι έτρεξα στη γιαγιά μου και της ανακοίνωσα θριαμβευτικά ότι «και η Αφροδίτη κλάνει!», έτοιμη να συμπληρώσω ότι έχει κι ένα παιδάκι να μαζεύει τις πορδές της, αλλά η γιαγιά με κοίταξε αυστηρά εξηγώντας μου το «οκλάζουσα», πως δηλαδή σημαίνει «οκλαδόν» και καμία σχέση δεν είχε με το ρήμα «κλάνω» και ότι η Αφροδίτη ήταν μια αρχαία θεά και έτρωγε αμβροσία, άρα αποκλείεται να έκλανε, και να μη λέω κακές λέξεις. Δεν με έπεισε και τόσο το λογύδριο της γιαγιάς μου της κοντέσσας, επειδή ήμουν σίγουρη πως μου έκρυβε κάτι και με τα λεγόμενά της απλώς ήθελε να υπερασπίσει τα όσα μου μάθαινε μέχρι τότε, ότι τα παιδιά δεν πρέπει να κάνουν "προυμ", ιδίως τα κοριτσάκια που μια μέρα θα γίνουν κυρίες. Ακόμα και το "πριτς" ήταν κακή λέξη, μόνο "προυμ" επιτρεπόταν να ονομάζεται το σχετικό αέριο, που ξέφευγε το άτιμο εκεί που δεν το περίμενε κανείς και έκανε τη γιαγιά μου να λέει «ου ου ου, πάλι κρύωσε το παιδί» και φώναζε τη Βιτώρια να μου βάλει κομπρέσσα με οινόπνευμα.
Οταν μεγάλωσα πια, έμαθα ότι η πορδή είναι κάτι σαν αντρικό προνόμιο. Οι άντρες στο γραφείο μαζευόντουσαν σε ένα δωμάτιο τις μεσημεριανές ώρες κι έκαναν διαγωνισμό ποιος θα αφήσει την πιο ηχηρή. Μάλιστα, έμαθα ότι οι ηχηρές πορδές δεν βρωμούν παρά μονάχα οι «κουφές», αυτές που δεν κάνουν θόρυβο. Ολες αυτές τις γνώσεις τις αποκάλυψαν επειδή με εμπιστευόντουσαν ως συνάδελφο, διαφορετικά, αν με έβλεπαν ως γυναίκα, είναι βέβαιο ότι δεν θα μάθαινα τίποτε απολύτως. Εκτοτε, διατηρώ μια απέχθεια προς τους άντρες που μαζεύονται κάπου μονάχοι τους, επειδή υποπτεύομαι ότι το κάνουν για να μετρήσουν το ηχόχρωμα των πορδών τους.
Περνώντας τα χρόνια, απομυθοποίησα εντελώς το θέμα «πορδή», τη στιγμή μάλιστα που έμαθα για τη σημασία που δίνουν στη φυσική αυτή αποφόρτιση του εντέρου οι άραβες, καθώς και για την αδιαφορία που επιδεικνύουν οι άγγλοι σε αυτό το φαινόμενο. Αν είσαι καλεσμένος π.χ. σε τραπέζι στο σπίτι ενός σεΐχη και δεν κλάσεις, αυτός παρεξηγείται και νομίζει ότι δεν χόρτασες ή δεν σου άρεσε το φαγητό ώστε να σκάσει το έντερό σου από την πολυφαγία. Το ίδιο σημαντικό είναι και το ρέψιμο, που πρέπει να είναι και αυτό ηχηρότατο και επαναλαμβανόμενο. Ευτυχώς, δεν είχα την τιμή να με καλέσει σεΐχης στο σπίτι του. Αν είσαι συνδαιτημόνας σε τραπέζι άγγλων, αναγκαστικά θα ακούς τις πορδές τους και θα πρέπει να κάνεις σαν να μη τρέχει τίποτα. Και γιατί να τρέχει άλλωστε; Μια φυσική λειτουργία είναι, το φιλοσόφησα το πράγμα, έτσι δεν φόρτωσα τα παιδιά μου με ενοχές που απορρέουν από τη λειτουργία του πεπτικού συστήματος.Τελειώνω με το γνωστό ανέκδοτο που προκαλούσε πολλά γέλια κατά την εφηβεία μας, για τη γριούλα δηλαδή, που έτρεχε πίσω από τον παπά και σταυροκοπιόταν όταν εκείνος έψελνε «και έκλασεν ο Χριστός τον Αρτον», λέγοντας «την πορδίτσα σ' Χριστούλη μ', την πορδίτσα σ'!»
Σάββατο, Ιουλίου 14, 2007
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



This is a FunEL









