Ο Μάριος γεννήθηκε λίγο πριν το Δεύτερο Πόλεμο. Ηταν ένα παιδί στερημένο, από φτωχή οικογένεια. Στα εφτά του χρόνια ήταν ήδη ραχιτικός και έπρεπε να αναπνέει θαλασσινό αέρα, αλλά επειδή δε φτάνανε τα λεφτά για περισσότερα εισιτήρια, το στέλνανε μονάχο του στο Φάληρο με το λεωφορείο. Μια φορά, έχασε τα λεφτά για το εισιτήριο της επιστροφής και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. Μια άλλη φορά, το έστειλε η μάνα του να αγοράσει πενικιλίνη από το φαρμακείο κι εκείνος ζήτησε πορδικουλίνη κι από τότε τον λέγανε "ο Μάριος ο πορδίκουλας". Ο Μάριος ήτανε μακρινός μου συγγενής, γιος της πρώτης εξαδέλφης της γιαγιάς μου και λίγα χρόνια μεγαλύτερός μου. Ζωγράφιζε πολύ ωραία και έφτιαχνε μικρά όμορφα γλυπτά από διάφορα μέταλλα, μια και ο πατέρας του είχε ένα μικρό μαγαζάκι χρυσοχόου. Εκεί έφτιαχνε τα προπλάσματα, διάφορα μικρούτσικα αγαλματάκια, και μετά τα τελειοποιούσε σε μπρούντζο ή σε ασήμι -σπανιότερα. Τις φορές που συναντιόμαστε στο σπίτι της γιαγιάς μου, τον έβαζα να μου ζωγραφίζει άντρες γυμνούς κι εκείνος γινόταν κατακόκκινος, αλλά μου τους ζωγράφιζε, χωρίς όμως ποτέ να μου δίνει τα ζωγραφισμένα χαρτάκια. Ο Μάριος έφυγε για το Ααχεν μόλις τέλειωσε το Γυμνάσιο, για να σπουδάσει ηλεκτρολόγος μηχανολόγος. Μετά από πολλές δυσκολίες, τα κατάφερε να τελειώσει στα έξι χρόνια και να διοριστεί εδώ, στην AEG. Οταν τον είδα, μετά την επιστροφή του, είχε παχύνει πολύ και τα μαλλιά του είχαν αραιώσει. Στο στρατό δεν τον πήραν επειδή η παλιά ραχίτιδα του είχε αφήσει κουσούρι, ήταν ασθενικός. Ο πατέρας του έλεγε ότι πάχυνε από τα πολλά λουκάνικα που έτρωγε, νομίζω όμως τελικά ότι κάτι άλλο συνέβαινε, μάλλον είχε περάσει ψυχολογικές δυσκολίες εκεί πέρα και έπαιρνε κάτι χάπια. Ο Μάριος είχε έναν αδελφό στην Αγγλία και θα πήγαινε να τον επισκεφτεί, όπως μου είχε πει το βράδυ που ήρθε σπίτι μου πριν φύγει για το ταξίδι αυτό. Μου είχε πει ότι, προκειμένου να ταξιδέψει, είχε κάνει διάφορες εξετάσεις και του βρήκαν πολύ αυξημένη χοληστερίνη. Ηταν πρόβλημα, όπως μου είχε πει, αλλά θα το κοίταζε μετά την επιστροφή του. Του είπα, αν ήταν τόσο σοβαρό, μήπως έπρεπε να το κοιτάξει πριν ταξιδέψει, αλλά εκείνος ήθελε πολύ να πάει στην Αγγλία, να μπει σε ένα διόροφο κόκκινο λεωφορείο, είχε βγάλει και το αεροπορικό εισιτήριο.Με ρώτησα αν ήθελα να μου φέρει κάτι και του είπα "εσένα, και να βλεπόμαστε συχνότερα" κι εκείνος απάντησε "μα αφού είσαι ερωτευμένη" και'γώ του είπα "και τι σημασία έχει, εμείς είμαστε συγγενείς και μπορούμε να είμαστε και φίλοι", μου είπε "δε γίνεται να είναι φίλοι ένας άντρας και μια γυναίκα" απάντησα πως "ναι, πώς δε μπορούνε, εγώ σε βλέπω σαν αδελφό μου, γνωριζόμαστε από παιδιά", εκείνος με φίλησε στο μάγουλο και έφυγε. Ξέχασα να του ευχηθώ καλό ταξίδι και βγήκα στο μπαλκόνι και το φώναξα. Ο Μάριος πήγε στην Αγγλία στον αδελφό του, μπήκε και σε διόροφο κόκκινο λεωφορείο, και πέθανε αδεκεί, μέσα στο λεωφορείο, από συγκοπή της καρδιάς, έμφραγμα που λένε σήμερα. Ο Μάριος επέστρεψε μετά από ένα μήνα περίπου μέσα σε μεταλλικό φέρετρο -χρειαζόντουσαν πολλές διατυπώσεις. Στην κηδεία του μαζεύτηκαν πολλοί συνάδελφοί του από τη δουλειά, ένας εκφώνησε επικήδειο λόγο, ο πατέρας του -ένα ερείπιο- έκλαιγε κι έλεγε "ευτυχώς που δεν ζει η μάνα σου γιε μου". Ο Μάριος τότε κόντευε να συμπληρώσει τα τριάντα τρία του χρόνια. Σε δυο μήνες ερχόταν 15αύγουστο και θα γιόρταζε και τη γιορτή του. Ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει Μάριε.