Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2006

119. υποψήφιος Δήμαρχος




Κατεβαίνων Λιδωρίκι
μου την πέφτουνε τρεις λύκοι
μου ξηλώνουν το μανίκι
κλέβουν το καλό μου φύκι
Ω, τι φρίκη!


Ανεβαίνων Λιδωρίκι
οπλισμένος με ξυλίκι
κι ένα στρουμπουλό χαλίκι
να πετροβολώ τσι λύκοι
Ω, τι φρίκη!



Μα οι λύκοι μέναν λύκοι
κι είπα στοπ στο ζοριλίκι
και τους έταζα φυρίκι
τάλαρα και πασαλίκι
Ω, τι φρίκη!


Κομματόσκυλα και λύκοι
μ' έκλεισαν στην αποθήκη
αγκαλιά μ' ένα καθήκι
τέρμα το δημαρχιλίκι
Ω, τι φρίκη!


Ποτέ πλέον Λιδωρίκι!



Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2006

118. η Ζωή από ψηλά






Ετσι στημένη,
άραγε, η Ζωή
τι περιμένει;





Οχι, δεν είν' αυτός Ζωή!
Κουβέντα μη του πιάσεις,
μπορεί να χάσεις!




Βλέπεις, θάρρος να πάρει δεν αργεί.
Αδιάφορα κοίταζε πέρα,
κόψ'του τον αέρα!





Κοίταζε πέρα, δεν αργεί
κάτι καλό να φτάσει.
Πρόσεχε, μη σε προσπεράσει!


Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006

117-οι δυο πλευρές είναι μονάχα δύο;






Μια εικόνα χωρίς λόγια
εξηγεί περισσότερα
ή μπερδεύει τα πράγματα;
Μια εικόνα χωρίς λόγια
είναι αυτό που ήθελα να γράψω
ή εκείνο που δεν θέλω να πω;
Μια εικόνα χωρίς λόγια
στέκεται πίσω
ή μήπως εμπρός;
μήπως βρίσκεται κάπου μέσα;
Μια εικόνα χωρίς λόγια
φανερώνει πιο πολλά
απ' όσα κρύβει
ή συμβαίνει το αντίθετο;
Μια εικόνα χωρίς λόγια
είναι μάλλον φλύαρη.
Ας την κάνω λίγο φλου!

116-το μάτι




Δεν είμαι'γώ που με κοιτάζω
μέσ' απ' το τζάμι του καθρέφτη.
Δεν το γνωρίζω αυτό το μάτι.
Αλλά όχι!
Αυτό το μάτι μου θυμίζει κάτι.
Λίμνη που πάγωσε, ηφαίστειο σβησμένο;
Κάτι σπιθίζει εκεί στην άκρη,
κάτι θολό, ο καθρέφτης δεν το δείχνει,
ή μήπως θόλωσ' ο καθρέφτης απ' τα χρόνια;
Μπορεί να φταίνε τα γυαλιά μου.
Το μάτι όχι!
Σε τίποτα δεν φταίει.



Σάββατο, Αυγούστου 26, 2006

114-πούν'το πούν'το το δαχτυλίδι..
ψάξε ψάξε δε θα το βρεις!



Πρόκειται που λέτε για ένα δαχτυλίδι μονόπετρο, ένα κόσμο λεφτά κόστισε στη μανούλα μου που μου το δώρισε στον Α' γάμο μου. Ο γάμος κράτησε τρεις μήνες, αλλά το δαχτυλίδι πολύ περισσότερο. Κρατάει ακόμα, για την ακρίβεια. Αυτό το δαχτυλίδι είχε μια περιπέτεια που την έζησα και'γώ μαζί του. Μια φορά λοιπόν, τότε που είχα μείνει χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά και με δυο παιδιά μικρά κι έψαχνα την τύχη μου και τη βρήκα σ' ένα εισιτήριο τρόλεϋ -την έχω γράψει κάπου αυτή την ιστορία, να μη τη ξαναλέω- τότε λοιπόν φόραγα αυτό το περιουσιακό μου στοιχείο καθημερινά στο μικρό δάχτυλο του αριστερού μου χεριού, καθώς επίσης κουβαλούσα όλα μου τα περιουσιακά στοιχεία σ' ένα μικρούτσικο τσαντάκι τύπου "φάκελος".

Οταν γύριζα από την (εξοντωτική) δουλειά στο σπίτι, φρόντιζα να φέρνω διάφορα χαρτονάκια και κουτάκια από διάφορα υλικά, λάμπες, καρφιά, κλπ, για να τα δίνω να παίζουνε τα παιδιά που, ευτυχώς, προτιμούσανε να βάζουν τη φαντασία τους να δουλέψει παρά να μου ζητάνε μπάρμπες και τζον τζον. Το μεγάλο μου έφτιαχνε διάφορα ακτινωτά κόλπα με λουρίδες από χρωματιστά χαρτόνια, κανονική βιομηχανία παραγωγής χρωματιστών αστεριών, ήλιων και φεγγαριών, και το μικρό μου είχε τότε μια μανία να κόβει σε μικρά κομματάκια τα χαρτάκια και να τα βάζει σε κουτάκια που τα καλοτύλιγε με σελοτέηπ. "Μπράβο καρδούλα μου" έλεγα στην καθεμιά και δώστου χαμογελάκια ικανοποίησης και δώστου αγκαλίτσες γλυκειές. Ετσι ζαχαρωμένα περνάγαμε μέχρι που ένα βράδυ, κουρασμένη όπως ήμουν, αποφάσισα να βάλω λίγη τάξη και μάζεψα τα κουτάκια και τά'ριξα στα σκουπίδια και, σα να μην έφτανε αυτό, τα κατέβασα κιόλας να τα πάρει ο σκουπιδιάρης.

Μέσα στην παραζάλη μου, δεν θυμήθηκα ότι είχα δώσει το δαχτυλίδι μου, μαζί με μερικά άλλα δευτερεύουσας σημασίας, να το δοκιμάζει το μικρό και να καμαρώνει. Το επόμενο πρωί το αναζήτησα, τη ρώτησα πού το είχε βάλει αλλά δεν θυμότανε καθόλου. Ρώτησα και τη μεγάλη, ούτε κείνη το είχε δει πουθενά. Εφαγα μια γερή φλασιά και θυμήθηκα τα κουτάκια και τα σκουπίδια. Τρέχω σαν τρελλή κάτω, αλλά είχε περάσει ο σκουπιδιάρης. Εκείνη τη μέρα είχε διαλέξει να είναι ταχτικός, πανάθεμά τον κι αυτόν! Η ώρα δε με έπαιρνε άλλο, συνόδεψα τα παιδιά στο σχολείο τη μια και στο σχολικό την άλλη, και πήγα στη δουλειά. Μπορεί να καταλάβει κανείς εύκολα πώς είναι να είσαι επί ξύλου κρεμάμενος και να χάνεις μια μικρή περιουσία, κάπου μισό εκατομμύριο τότε, μέσα από τα χέρια σου. Αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν μέχρι που συνειδητοποίησα τι είναι αυτό που αξίζει πραγματικά σ' αυτό τον κόσμο και, σίγουρα, δεν είναι τα διάφορα μπιχλιμπίδια όσο και ακριβά να κοστίζουνε.

Διηγήθηκα τη φάση στα παιδιά του γραφείου και δε με πιστεύανε, τόσο ψύχραιμη ήμουν. Τελοσπάντων, όταν γύρισα σπίτι και για κάθε ενδεχόμενο, έταξα στα παιδιά ότι "όποια βρει δαχτυλίδι, αυτό θα είναι δικό της, θα της το κληρονομήσω" και πέσανε με τα μούτρα να ψάχνουνε αλλά τίποτα. Ητανε Σεπτέμβρης τότε που συνέβαιναν αυτά και σύντομα πιάσανε τα πρωτοβρόχια και χρειάστηκαν οι γαλότσες και μέσα σε μια γαλότσα βρήκε η μεγάλη μου ένα πετραδάκι, την τσίμπαγε κάτι στην πατούσα, και'γώ παραξενεύτηκα πώς είναι δυνατό αφού πριν τις φυλάξω τις είχα καλοκαθαρισμένες όπως πάντα, δε φυλάω πράγματα βρόμικα. Πάντως, η γαλότσα βγήκε από το ποδαράκι και τινάχτηκε κι έπεσε το δαχτυλίδι από μέσα. Χαρές η μεγάλη! "Δικό μου είναι τώρα μαμά, δικό μου, έτσι;" πανηγύριζε. "Δικό σου, φυσικά, αλλά άμα μεγαλώσεις θα στο δώσω" της απάντησα, ενώ η μικρή θυμήθηκε ξαφνικά τι είχε κάνει τα δαχτυλίδια κι άρχισε να ψάχνει μέσα στις υπόλοιπες γαλότσες, όπου -ως εκ θαύματος!- τα βρήκε όλα!

Η ιστορία είναι διδακτική, μας λέει πόση αξία έχουν τα υλικά πράγματα και πόσο πολύ μεγαλύτερη αξία έχουνε οι σχέσεις των ανθρώπων και ακόμα πιο πολύ της μάνας με τα παιδιά της. Οσο το σκέφτομαι αναλογίζομαι αν η δική μου μάνα π.χ. θα είχε την υπομονή και την καρτερικότητα και την ψυχραιμία μου ή θα με είχε πλακώσει στις σφαλιάρες. Της το χρωστάω πάντως, να είμαι εξηγημένη, αν δεν ήτανε τόσο αυστηρή και ψυχρή μαζί μου, ίσως να μην έβαζα τα δυνατά μου να της πάω κόντρα και να χτίσω έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, για να θυμηθούμε και κανα αρχαίο ρητό.

Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2006

113-ένας πολίτης συνειδητοποιημένος



Εχω ένα φίλο που δουλεύει μια ζωή ολόκληρη σαν είλωτας, εδώ στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Γνωρίζει το εργατικό δίκαιο απέξω κι ανακατωτά, αν και δεν είναι δικηγόρος. Φροντίζει τους υφισταμένους του στη δουλειά, καλύτερα κι από πατέρας. Μάχεται για τα δικαιώματα κάθε αδύναμου. Δυναμικός και σοφός άνθρωπος θα χαρακτηριζόταν ΑΝ. Αν δεν μου απαντούσε μια φορά που τον ρώτησα "τι ψηφίζεις;" «Α, αυτό το θέμα το έχω λύσει. Είμαι συνειδητοποιημένος. Δεν μπερδεύομαι με τα πολιτικά. Ψηφίζω Νέα Δημοκρατία!» Σημειώνω επίσης ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που παλιότερα, τα νιάτα του, ανήκε στις τάξες της ΕΔΗΝ (νεολαία της Ενωσης Κέντρου του Γ. Παπανδρέου) και είχε κατεβάσει μια νύχτα το "πουλί" της δικτατορίας από το βάθρο του στην πλατεία του χωριού του με κίνδυνο να τιμωρηθεί ακόμα και με εξορία, χώρια τις ανακρίσεις και τα βασανιστήρια. Αν ένας άνθρωπος αυτής της ποιότητας, εργατικός, έξυπνος, πολυταξιδεμένος, σκέφτεται με αυτό τον τρόπο, τι ζητούμε από τους υπόλοιπους;

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006

112-graffiti: ένα όνειρο πραγματοποιήθηκε


Ο πίνακας είναι του σημαντικού ζωγράφου Δημήτρη Γρατσία και ουδεμία σχέση έχει με το κείμενο που ακολουθεί. Ηθελα κάπου να τον έχω και τοποθετήθηκε εδώ επειδή είναι ένα έργο μεγάλου μεγέθους -ο Γρατσίας ζωγραφίζει κυρίως σε μεγάλα τελάρα- αλλά όχι τόσο μεγάλου όσο είναι ένα τοιχογράφημα, ένα graffiti.

Το ξημέρωμα λοιπόν μιας πολύ κρύας μέρας νοεμβριάτικης, ξεκινήσαμε πάνοπλοι -με σπρέυ, φακούς, κλπ, μη φανταστεί κανείς άλλου είδους όπλα!- για να κάνουμε το παιδικό μας όνειρο πραγματικότητα: Να ζωγραφίσουμε ένα τοίχο. Οχι, πείτε μου, ποιο παιδί δεν έχει αυτό το όνειρο! Ασχέτως αν ακυρώνεται από λεπτολόγες μαμάδες που θέλουν τους τοίχους του σπιτιού "καθαρούς" -και άδειους. Ηταν στον καιρό της δικτατορίας και το εγχείρημα πολύ επικίνδυνο φυσικά. Είχαμε κυαλάρει μια μάντρα σε μια συνοικία μακριά από την περιοχή κατοικίας μας, σχετικά καλοχτισμένη χωρίς πολλές κακοτεχνίες, σοβατισμένη, κάτασπρη, ό,τι πρέπει δηλαδή για βάση σε ένα ευφάνταστο δημιούργημα.

Είμαστε πέντε. Οι δυο ζωγραφίζαμε, οι άλλοι δυο φύλαγαν τσίλιες στις δυο γωνίες του δρόμου, ο πέμπτος κράταγε το φακό. Εκ περιτροπής, μια και όλοι θέλαμε να ζωγραφίσουμε κάτι σαν αυτά που είχαμε δει σε ξένα περιοδικά, όπου ο συντάκτης αναρωτιόταν -στο κείμενο κάτω από τις εικόνες των γιγάντιων παραστάσεων- αν αυτό είναι τέχνη.

Το τι θα ζωγραφίσουμε το μελετούσαμε μέρες πριν, είχαμε κάνει και κάποια προσχέδια πάνω σε χαρτί του μέτρου, αυτό που πουλάνε ακόμα και σήμερα τα ψιλικατζήδικα, και νομίζαμε πως είμαστε πανέτοιμοι. Ελα όμως που πολλά αλλάζουν στο δρόμο, όσο και προετοιμασμένος να είναι κάποιος. Ετσι συνέβη και σε μας. Αλλα σχεδιάζαμε, άλλα υπολογίζαμε και άλλα προέκυψαν.

Ο Αργύρης, σαν ψηλότερος που ήταν, ανέλαβε να κάνει το ξεκίνημα από τα πάνω. Το θέμα ήταν ο πόλεμος του Βιετ Ναμ -τι άλλο;- παρ' όλο που όλα δείχνανε πως πλησίαζε το τέλος του. Αρχισε λοιπόν με τα περιγράμματα αστραπών να βγαίνουν από κάννες όπλων. Μαύρο και κίτρινο. Εφεγγα με το φακό, ενώ έτρεμα μέσα μου με τεντωμένα αυτιά προσέχοντας μη και δεν ακούσω τους τσιλιαδόρους. Ολα πήγαν καλά, ζωγραφίσαμε όλοι, προλάβαμε να τελειώσουμε το θέμα πριν καλοξημερώσει, Βιετ Ναμ με αναφορές στη δική μας τη Χούντα, δεν παραλείψαμε μερικούς σπασμένους αγκυλωτούς σταυρούς, ένα περιστέρι, το σήμα της Ειρήνης, βάλαμε κάτω κάτω και τις υπογραφές μας -η δική μου ένα μπερδεμένο Μ προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις.

Μετά, είχαμε το θράσος να καθήσουμε χάμω, απέναντι από το έργο μας και να κάνουμε τσιγάρο χαζεύοντάς το στο αμυδρό φως της αυγής που ερχόταν αργά αργά. Ωραίο ήταν! Προσέξαμε να μην αφήσουμε κανένα ίχνος, βεβαιωθήκαμε ότι τα εργαλεία ήταν στις τσέπες μας και λακκίσαμε καθένας προς διαφορετική κατευθύνση.

Την επομένη είχαμε μάθημα ως αργά, αλλά επειδή κάτι μας έτρωγε το σκάσαμε λίγο νωρίτερα να πάμε να δούμε το έργο μας. Θα το φωτογραφίζαμε κιόλας αν δεν υπήρχε διάχυτος τόσος δικαιολογημένος φόβος. Ητανε στη θέση του, τα χρώματα πολύ πετυχημένα, αν και δεν βλέπαμε την τύφλα μας στο σκοτάδι -ένας φακός τι να σου κάνει; σχεδόν στα τυφλά δημιουργούσαμε.

Σε λίγες μέρες πιάσανε το Μήτσο ως ύποπτο για το κρέμασμα ενός αντιδικτατορικού πανό από το κτίριο της σχολής μας, αλλά σε λίγες μέρες τον άφησαν λόγω έλλειψης στοιχείων -είχε και ένα μακρινό θείο στρατιωτικό, ευτυχώς. Τρομάξαμε μη του ξεφύγει κάτι περί γκραφφίτι και εκείνες τις μέρες πηγαίναμε στα μαθήματα πότε ένας πότε δυο, ποτέ όλοι μαζί, ώσπου βγήκε ο Μήτσος και ηρεμήσαμε.

Περνάγαμε κάπου κάπου από τη γειτονιά με τη ζωγραφισμένη μάντρα, είχαμε βρει κι ένα ταβερνάκι εκεί κοντά για να έχουμε λόγο να περνάμε, και καμαρώναμε χωρίς ποτέ να εκμυστηρευτούμε πουθενά πως ήταν δικό μας έργο. Το καμάρι μας δεν κράτησε πολύ. Τέλειωσε το βράδυ που, πηγαίνοντας στο ταβερνάκι, είδαμε μια τρύπα στη θέση του οικόπεδου με τη μάντρα: είχανε σκάψει θεμέλια για πολυκατοικία. Ετσι άδοξα πήγε η μάντρα, μαζί με τη ζωγραφιά.

Το όνειρο που μένει τώρα να πραγματοποιηθεί είναι να ζωγραφίσω πάνω σε ένα τεράστιο πάτωμα, και ελπίζω να τα καταφέρω.

Τρίτη, Αυγούστου 22, 2006

111-αργό ταγκό θαλασσινό



Καλή μου Ανάφη
το νερό σου με βάφει
σα να μπαίνω σε σκάφη
με νερό λουλακί


Καλή μου Ανάφη
όλα πήγανε στράφι
τώρα βγαίνω απ' τη σκάφη
σα στιμένο βρακί


Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006

110-οι γιαγιάδες μου



Οι γιαγιάδες μου επέδρασαν σε αυτό που έγινα και είμαι, καθεμιά με τον τρόπο της. Η μια ήτανε αρχόντισα -με τίτλο κιόλας!- από τα Επτάνησα, σύζυγος πάμπλουτου άντρα, η άλλη χωριάτα ρουμελιώτισσα, βλάχα, γυναίκα κτηνοτρόφου.

Η γιαγιά μου η κεφαλονίτισσα κοντέσα έμενε -πού αλλού;- στο Κολονάκι και μου έλεγε διαρκώς "μια ευκή σου δίνω, νά 'χεις τα μέντε σου". Οταν ρώτησα τι είναι αυτά τα "μέντε", μου εξήγησε πως είναι το μυαλό, αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας, ότι είναι πολύτιμο γιατί με αυτό σκεφτόμαστε και όποιος έχει τα μυαλά του μέσα στο (και όχι πάνω από) κεφάλι του είναι ένας σοφός άνθρωπος. Μου άρεσε η ιδέα να γίνω ένας σοφός άνθρωπος, για τούτο και όταν έμενα στης γιαγιάς μου το σπίτι, ένα δίπατο με αυλή στην οδό Κανάρη, έπεφτα με τα μούτρα στο διάβασμα. Ημουν τυχερή γιατί το μεσημέρι με έβαζε για ύπνο στη βιβλιοθήκη της, ένα σκοτεινό δωμάτιο με ένα τεράστιο έπιπλο με ράφια και τζαμένιες πόρτες γεμάτο βιβλία από κάτω ίσαμ' απάνω. Η γιαγιά μου αυτή, δυστυχώς, ενώ ήξερε να μιλά ωραία και να με συμβουλεύει, δεν μπορούσε να εφαρμόσει τα σωστά της λόγια στον εαυτό της. Ετσι, έκανε πολλά λάθη στη ζωή της και τα πλήρωσε, τελειώνοντάς την μόνη, φτωχή και δυστυχισμένη.

Η γιαγιά μου η βλάχα έμενε στο χωριό και ερχόταν αραιά και που στην Αθήνα να μας δει, φορώντας τις φαρδιές της φουστάνες με την ποδιά και τα δυο απανωτά τσεμπέρια, πάντα κουβαλώντας ένα σωρό χρήσιμα πράγματα. Τραχανά και χυλοπίττες, υφαντά χράμια, κεντήματα, όλα φτιαγμένα από τα χέρια της. Παρ' όλες τις δουλειές που έκανε με αυτά, είχε όμορφα χέρια, λεπτά, με μακριά νύχια κομμένα σύρριζα, μαυρισμένα από τον ήλιο. Αυτή η γιαγιά μου με μάθαινε πράγματα απλά, για τα ζουζούνια, για τα χορτάρια, για τις πέτρες, για τον ουρανό, τ' αστέρια, το φεγγάρι. Με έπαιρνε μαζί της να μαζέψουμε χόρτα, έπιανε σκαντζόχοιρους και νυχτερίδες για χατήρι μου, να δω πώς είναι δηλαδή. Με έμαθε να μη φοβάμαι τη φύση και τα πλάσματα που ζούνε μέσα της, μαζί μας, έτσι κατάλαβα πως όλα τα πλάσματα είμαστε μια πάστα που λένε.


109-ο Δημοστένης



Ημουν γύρω στα δέκα όταν γνώρισα το Δημοστένη, φοιτητή της θεολογίας, που ερχότανε σπίτι μας μαζί με τον πάτερ Τίτο, ένα στρατιωτικό παπά που είχε παρασταθεί στις περιπέτειες του πατέρα μου στον πόλεμο του '40-'41 και είχαν γίνει φίλοι. Μόλις πήρε το πτυχίο του ο Δημοστένης, πήγε φαντάρος, έβαλε τα ράσα και καπάκι τον βάλανε φυλακή. Ρώτησα "τι κακό έκανε ο Δημοστένης" -που δε λεγότανε πια έτσι αλλά είχε πάρει άλλο όνομα παπαδίστικο- και πήρα την απάντηση ότι "δεν έκανε τίποτα κακό, καλό έκανε" και δεν κατάλαβα πώς γίνεται να μπαίνει φυλακή ένας που κάνει καλό και μάλιστα παπάς.

Μετά από πολλά χρόνια, όταν σπούδαζα πια, έπεσα σε μια κατάμαυρη ομίχλη περπατώντας στη Σταδίου. Ηταν ο Δημοστένης με τα ράσα του, που με αγκάλιασε γελώντας. Εδειχνε ψηλότερος κι είχε παχύνει, ενας θεόρατος άντρακλας και όχι το μαζεμένο παπαδάκι που ήτανε παλιά, με κόκκινη γενιάδα. Είχε γίνει αρχιμαντρίτης, με ρώτησε αν είναι όλοι καλά στο σπίτι κι έφυγε βιαστικός. Ανακατευόταν με διάφορα θέματα κοινωνικού χαρακτήρα, φιλάνθρωπος και προοδευτικός, όπως οι πιο πολλοί στην πατρίδα του την Κρήτη.
Κάποτε, έγινε και Δεσπότης και ύστερα Αρχιεπίσκοπος σε μια μακρινή χώρα, όπου τον σφάξανε σαν τραγί και κανένας δεν έμαθε γιατί, το έγκλημα έμεινε ανεξιχνίαστο.



-----------------------
αφιερωμένο εξαιρετικά:-)

Κυριακή, Αυγούστου 20, 2006

108-ένας πολύ καλός κύριος στη Ρόδο



Πριν από πενηνταεφτά χρόνια, τον Αύγουστο του 1949, πήγαμε στη Ρόδο με τη μανούλα και τον πατερούλη μου να δούμε τα Δωδεκάνησα που απελευθερώθηκαν από τους ιταλούς. Οι ιταλοί είναι κάτι χαρούμενοι άνθρωποι που μιλάνε δυνατά και κουνάνε τα χέρια τους και γελάνε πολύ, μου το είχε πει η γιαγιά μου. Πήγαμε με ένα καράβι που το λεγανε "Λίνδο" αν θυμάμαι καλά και, πριν νοικιάσουμε το σπίτι όπου έμενε ο Αντωνάκης που με ρώταγε "πώς σε λέσε;", μείναμε για λίγο σε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο που είχε πλακάκια με χρωματιστά παγώνια στους τοίχους και μεγάλη αυλή με μικρά δεντράκια και μια λιμνούλα με ψαράκια.

Εκεί στην αυλή, ένα πρωί παίρναμε το πρωϊνό μας όταν ένας καλός κύριος που όλο γέλαγε με κάλεσε κοντά του. Η μανούλα με τον πατερούλη μου λέγανε τα δικά τους κι έτσι ξεγλίστρησα λέγοντας πως πάω να δω τα ψαράκια στη λιμνούλα αλλά πήγα γραμμή στο τραπέζι του γελαστού κυρίου. "Θα είναι ιταλός και δε θα πρόλαβε να φύγει", είπα από μέσα μου. Εκανε κάτι αστεία παιχνίδια με τα δάχτυλά του. Πρώτα τα έβαζε έτσι που να νομίζεις ότι κόβει το μεγάλο δάχτυλο (αντίχειρα) του χεριού του και μετά το ξανακολλάει, μετά έβαζε τα δυο δάχτυλα (δείκτη και μέσο) όρθια πάνω στο τραπέζι σα να είναι στρατιωτάκια, έλεγε "Προσοχή! Γονατίστε! Πυροβολήστε!" και γονάτιζε τα δάχτυλά του βγάζοντας τον αντίχειρα ανάμεσά τους. Πολύ αστείο!
"Ελα να πάμε στα δεντράκια να σου δείξω κάτι μεγάλο που έχω πάνω μου" μου είπε και με απογοήτεψε: δεν ήτανε ιταλός. "Να ρωτήσω τον πατερούλη μου" απάντησα, "μια στιγμή κι έρχομαι", κι έτρεξα να το πω στον πατερούλη μου. Μόλις έφτασα στο τραπέζι μας και το είπα, "ποιος κύριος;" με ρώτησε ο πατερούλης μου. Εστριψα να του δείξω τον καλό κύριο με τα αστεία κόλπα και το μεγάλο πράγμα που είχε πάνω του και θα μου τό 'δειχνε, αλλά είχε φύγει. Ψάξαμε πολλή ώρα να τον βρούμε, αλλά λες και άνοιξ' η γη και τον κατάπιε. Είχε γίνει άφαντος!

Μετά από λίγες μέρες, τον είδα σε ένα κέντρο όπου τραγούδαγε ο Νίνο Κόστα και, μέχρι να τον δείξω στον πατερούλη μου, είχε εξαφανιστεί. Πολύ μυστήριος αυτός ο κύριος!

Σάββατο, Αυγούστου 19, 2006

107-το καινούργιο μας σπίτι




Ακριβώς πριν μισό αιώνα παρά ένα χρόνο, Δευτέρα 19 Αυγούστου, αποφράδα μέρα, μετακομίσαμε στο καινούργιο μας σπίτι στην Αθήνα. Ηρθαμε στον πολιτισμό, αν και ο δρόμος μας εξακολουθούσε να είναι χωματένιος και δεν είχαν περάσει ακόμα τα καλώδια του ΟΤΕ και τους σωλήνες του νερού και της αποχέτευσης. Αυτά τα περάσανε μετά από λίγα χρόνια, όταν διάβαζα για να δώσω εισαγωγικές εξετάσεις. Καλοκαίρι πάλι σκάβανε, βουλώνανε και ξανασκάβανε οι εργολάβοι. Για τον ΟΤΕ, για το νερό, για την αποχέτευση. Ετσι έμαθα να συγκεντρώνομαι με δυνατό θόρυβο. Γκρρρ τα κομπερεσέρ κι από δίπλα ροκ στο φουλ για να σπάω τον ενοχλητικά μονότονο θόρυβο. Από τότε φαίνεται μου έμεινε κουσούρι να γουστάρω τους μονότονους ήχους όταν δουλεύω και χρειάζεται να είμαι συγκεντρωμένη.


Πάνε τα χωράφια στην εξοχή, που ήταν όλα δικά μου, όσο έφτανε το μάτι. Είχαμε ένα μεγάλο κήπο, αλλά άλλο κήπος και άλλο χωράφια. Ο κήπος ήτανε γεμάτος με τις τριανταφυλλιές της μάνας μου, τα δέντρα, τα υπόλοιπα λουλούδια. Πού να παίξει ένα παιδί εκεί μέσα, που όλο σκόνταφτε σε μπουγαρινιές, ορτανσίες, βιολέττες, σκυλάκια, τσαντσαμίνια και άλλα μυρωδάτα ευαίσθητα άνθη... Κάθε σκόνταμμα και σφαλιάρα, έτσι πήγαινε το πράγμα και, αναγκαστικά, σταμάτησε κάθε παιχνίδι. Ο δρόμος απαγορευμένος τόπος -όλο "κακά" παιδιά γεμάτος- κι έτσι κόντεψα να πάθω μελαγχολία. Εκλαιγα για ένα εξάμηνο, τόσο που ο πατέρας μου σκεφτόταν να με στείλει στο παλιό μου σχολείο στο Χαλάντρι. Οσο να το σκεφτεί καλά, ηρέμησα. Εγκλιματίστηκα, αν και αμφιβάλλω πολύ ότι έγινε αυτό. Μάλλον δεν πρόκειται να εγκλιματιστώ ποτέ μου. Δεν έγινα παιδί της πόλης, ίσαμε σήμερα νοιώθω παιδί της εξοχής, του ανοιχτού ορίζοντα, των αγριόχορτων και των ζουζουνιών. Αχ!


Το καινούργιο μας σπιτι έβραζε, άχνιζε από τους φρέσκους σοβάδες. Η παροιμία λέει: "Το καινούργιο σπίτι τον πρώτο χρόνο του εχθρού, το δεύτερο του φίλου, και τον τρίτο του νοικοκύρη" αλλά εμείς δεν είχαμε την πολυτέλεια να μείνουμε αλλού. Ετσι, το κατοικήσαμε αμέσως: στο χρόνο του εχθρού. Το καλοκαίρι σκάσαμε και το χειμώνα παγώσαμε. Ετσι το μίσησα.


Σήμερα έκλεισε 49 χρόνια ζωής και βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση. Μερικά δέντρα ξεράθηκαν, η αμυγδαλιά του πατέρα έφυγε σχεδόν μαζί του, οι πιο πολλές τριανταφυλλιές πάνε κι αυτές, εποχιακά λουλούδια δεν πολυφυτεύει πια η μάνα και οι ανηψιές μου δεν ενδιαφέρονται γενικά για τον κήπο. Μόνο σύκα κόβουνε και τρώνε. Ετσι είναι.




106-η μάστιγα του πολιτισμού


Ενα σχόλιό μου στο post του Padrazo, όπου άφησε να μιλήσει αντί για κείνον ο Φερνάντο Πεσσόα. Επικίνδυνο θέμα...
Το σχόλιο είναι απολύτως δικής μου έμπνευσης:

Ο πολιτισμός μας βασίζεται στα επινοήματα. Οι επινοήσεις φτιάξανε τον πολιτισμό. Στην αρχή η θρησκεία "εξήγησε" τα φαινόμενα που προκαλούσαν φόβο. Μετά, ανακαλύφτηκε από τους ισχυρούς η δύναμη του φόβου και με αυτόν άρχισαν να εξουσιάζουν τους φοβισμένους. Οι φοβισμένοι, με τη σειρά τους, βολεύτηκαν κάτω από τον προστατευτικό μανδύα της εξουσίας και τη θεσμοθέτησαν. Φαύλος κύκλος.

Η Φύση μια χαρά ήταν και θα παρέμενε έτσι αν δεν την παραβιάζαμε εσαεί και αενάως!
Ο πολιτισμός είναι ο βιασμός της φύσης. Προσπαθούμε να σταματήσουμε τις επεμβάσεις στο περιβάλλον, αλλά στον εαυτό μας τις δεχόμαστε αγόγγυστα.

..πόσο απομακρύνονται οι άνθρωποι ο ένας από τον άλλο με τη βοήθεια αυτού που λέμε "πολιτισμό..


105-τρία (μετα)σημεία (παρ)ακμής



1.
Μεταλλάσσομαι. Ενα υβρίδιο είμαι, κλεισμένο στο δοκιμαστικό σωλήνα, και αναπτύσσομαι μεταλλασσόμενο. Τείνω προς την ανυπαρξία, τον τελικό οργανισμό που θα διαδεχτεί τη τωρινή μου κατάσταση. Τείνω προς το Τίποτα.

2.
Φέρτε μου ένα πεπονάκι
για να δείτε πώς πεινώ!

3.
Μάδησα ένα δέντρο δάφνης
άπλωσα τα φύλλα καταγής
ξαπλώνω πάνω στις δάφνες μου
δοξάστε με!

----------------------------
**σημεία ακμής**
**σημεία παρακμής**
**μετασημεία ακμής**
**μετασημεία παρακμής**

ΔΙΑΛΕΓΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ



104-θέλω και 'γώ να πετάξω!




Ολοι πετάνε, έτσι αποφάσισα να τηλεφωνήσω στην κολλητή μου και να της ζητήσω με όλο το θάρρος να μου δανείσει την προσωπική της κοσμοσφαίρα για ένα ταξιδάκι -μετ' επιστροφής- στον Αρη. Να δω το θεό του πολέμου από κοντά επιτέλους και να του πω λόγια αμάσητα: Να πάψει να κουρδίζει τον κοσμάκη για να αλληλοσκοτώνεται κι αυτός να κάνει χάζι. Η κολλητή μου απουσίαζε κι έτσι αποφάσισα να πετάξω με ένα αυτόματο δοκιμασμένο τρόπο, τα φτερά της φαντασίας μου. Τα βρήκα πίσω από τη σκούπα που χρησιμοποιούσα όταν ήμουν μάγισσα. Ητανε σπασμένα και δεν κολλούσανε με τίποτα, ούτε με ούχου λέμε. Απελπισμένη, κατέβασα το χαρταετό μου από το πατάρι -κάτι έπρεπε να πετάξω πια- αλλά δε φύσαγε καθόλου. Είπα το γνωστό τραγουδάκι "φύσα αεράκι φύσα με" αλλά το ξόρκι δεν έπιασε. Ο αέρας βρισκόταν στο σακί του Αίολου καλά κλεισμένος και δεν έβγαινε με τίποτα. Κορόιδο είναι να βγει με τέτοια ζέστη; Τελικά, είδα το "Χαρακίρι" του Μαζάκι Κομπαγιάσι -ένα φοβερό φιλμ του 1962 για τους Σαμουράι- και πέταξα από τη χαρά μου, που η ΕΤ1 δεν είναι εντελώς για τα σκουπίδια -δεν είναι για πέταμα δηλαδή.


Παρασκευή, Αυγούστου 18, 2006

103-σύμφωνα και ασύμφωνα

το θερμοσύμφωνον είναι το Χ
λές αΧ! όταν καίγεσαι
αΧνούς τινάζει
η κατσαρόλα που βράζει

το υγροσύμφωνον είναι το Φ
λες ΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦ και σβήνεις φωτιές
λες Φτού! και γεμίζει ο κόσμος σάλια

το ψυχροσύμφωνον είναι το Ψ
είναι κρύο, όπως λέμε "Ψυγείο"


Το ατλαντικοσύμφωνον είναι άλλο καπέλο
-μάλλον ασύμφωνον,
όπως λέμε "ασυμφωνία χαρακτήρων"-
οι χαρακτήρες του δεν συμφωνούν:
λές Ν.Α.Τ.Ο. νά 'το! και το ψάχνεις στον Ατλαντικό,
αυτοί όμως πάνε όπου γουστάρουν
το Ν στο Ντόβερ
το Α στην Ασία
το Τ στο Τακλαμακάν
το Ο στην Οπερα

Τετάρτη, Αυγούστου 16, 2006

101-ηχεία σταυρολέξων *Κυπριακό*




Θα έγραφα και για το πολύλαθο νησί, την Κύπρο, το νησί της Αφρομύτης, που είναι μυτερό στην πάνω μεριά και αυτή τη μυτεράδα ζηλέψανε οι αναθρεμματισμένοι οι οθωδαγκανοί και τη φάγανε. Αλλά.. δεν γράφω!


100-ηχεία σταυρολέξων


Με ριπές πολυρόλων γίνονται συσκέψεις
Πολλοί ρόλοι, πολλά ρολά εκτιπποτών
-κουζίνας, τουαλέτας, κλπ.

Η μαντρόκτιστος χώρα είναι πολύ εντυχισμένη
Ολα πήγαν κατ' αισχήν
-για την ώρα.

Οι μάχες ήταν πολύνερες
-για το νερό δεν γίνονται όλα;-
αλλά άξιζε το ανωτέλεσμα.

Οι αντίπαλοι είναι έτοιμοι να αναδράξουν:
"περίλιθος εστί η ψυχή μου έως θανάτου"

----
Στηχεία σταυρολέξων
και πώς να επιπλέξον;

99-το ταξίδι


Από το ταξίδι, μου αρέσει η επιστροφή.
Να με υποδέχονται με ενθουσιασμό την ώρα που γυρίζω.
Μου είναι αδιάφορο αν θα με ξεπροβοδίζουν.
Μάλλον προτιμώ να φεύγω μόνη.
Χωρίς συνοδεία και μαντίλια να κουνιούνται.
Η επιστροφή μου όμως να είναι πανηγυρική.
Ενα πανηγύρι με φίλους να κρέμονται από τα χείλη μου.
Να περιμένουνε διηγήσεις.
Πώς πέρασα, τι είδα, τι έφερα μαζί μου.
Να με δέχονται -και να με αποδέχονται- ωριμότερη, σοφότερη, φρέσκια.


ΣΗΜ. Δεν ανεβάζει εικόνες ο σέρβερ εδώ και μια βδομάδα. Γνωρίζει κάποιος γιατί;

Τρίτη, Αυγούστου 15, 2006

98-Μάριος



Ο Μάριος γεννήθηκε λίγο πριν το Δεύτερο Πόλεμο. Ηταν ένα παιδί στερημένο, από φτωχή οικογένεια. Στα εφτά του χρόνια ήταν ήδη ραχιτικός και έπρεπε να αναπνέει θαλασσινό αέρα, αλλά επειδή δε φτάνανε τα λεφτά για περισσότερα εισιτήρια, το στέλνανε μονάχο του στο Φάληρο με το λεωφορείο. Μια φορά, έχασε τα λεφτά για το εισιτήριο της επιστροφής και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. Μια άλλη φορά, το έστειλε η μάνα του να αγοράσει πενικιλίνη από το φαρμακείο κι εκείνος ζήτησε πορδικουλίνη κι από τότε τον λέγανε "ο Μάριος ο πορδίκουλας". Ο Μάριος ήτανε μακρινός μου συγγενής, γιος της πρώτης εξαδέλφης της γιαγιάς μου και λίγα χρόνια μεγαλύτερός μου. Ζωγράφιζε πολύ ωραία και έφτιαχνε μικρά όμορφα γλυπτά από διάφορα μέταλλα, μια και ο πατέρας του είχε ένα μικρό μαγαζάκι χρυσοχόου. Εκεί έφτιαχνε τα προπλάσματα, διάφορα μικρούτσικα αγαλματάκια, και μετά τα τελειοποιούσε σε μπρούντζο ή σε ασήμι -σπανιότερα. Τις φορές που συναντιόμαστε στο σπίτι της γιαγιάς μου, τον έβαζα να μου ζωγραφίζει άντρες γυμνούς κι εκείνος γινόταν κατακόκκινος, αλλά μου τους ζωγράφιζε, χωρίς όμως ποτέ να μου δίνει τα ζωγραφισμένα χαρτάκια. Ο Μάριος έφυγε για το Ααχεν μόλις τέλειωσε το Γυμνάσιο, για να σπουδάσει ηλεκτρολόγος μηχανολόγος. Μετά από πολλές δυσκολίες, τα κατάφερε να τελειώσει στα έξι χρόνια και να διοριστεί εδώ, στην AEG. Οταν τον είδα, μετά την επιστροφή του, είχε παχύνει πολύ και τα μαλλιά του είχαν αραιώσει. Στο στρατό δεν τον πήραν επειδή η παλιά ραχίτιδα του είχε αφήσει κουσούρι, ήταν ασθενικός. Ο πατέρας του έλεγε ότι πάχυνε από τα πολλά λουκάνικα που έτρωγε, νομίζω όμως τελικά ότι κάτι άλλο συνέβαινε, μάλλον είχε περάσει ψυχολογικές δυσκολίες εκεί πέρα και έπαιρνε κάτι χάπια. Ο Μάριος είχε έναν αδελφό στην Αγγλία και θα πήγαινε να τον επισκεφτεί, όπως μου είχε πει το βράδυ που ήρθε σπίτι μου πριν φύγει για το ταξίδι αυτό. Μου είχε πει ότι, προκειμένου να ταξιδέψει, είχε κάνει διάφορες εξετάσεις και του βρήκαν πολύ αυξημένη χοληστερίνη. Ηταν πρόβλημα, όπως μου είχε πει, αλλά θα το κοίταζε μετά την επιστροφή του. Του είπα, αν ήταν τόσο σοβαρό, μήπως έπρεπε να το κοιτάξει πριν ταξιδέψει, αλλά εκείνος ήθελε πολύ να πάει στην Αγγλία, να μπει σε ένα διόροφο κόκκινο λεωφορείο, είχε βγάλει και το αεροπορικό εισιτήριο.Με ρώτησα αν ήθελα να μου φέρει κάτι και του είπα "εσένα, και να βλεπόμαστε συχνότερα" κι εκείνος απάντησε "μα αφού είσαι ερωτευμένη" και'γώ του είπα "και τι σημασία έχει, εμείς είμαστε συγγενείς και μπορούμε να είμαστε και φίλοι", μου είπε "δε γίνεται να είναι φίλοι ένας άντρας και μια γυναίκα" απάντησα πως "ναι, πώς δε μπορούνε, εγώ σε βλέπω σαν αδελφό μου, γνωριζόμαστε από παιδιά", εκείνος με φίλησε στο μάγουλο και έφυγε. Ξέχασα να του ευχηθώ καλό ταξίδι και βγήκα στο μπαλκόνι και το φώναξα. Ο Μάριος πήγε στην Αγγλία στον αδελφό του, μπήκε και σε διόροφο κόκκινο λεωφορείο, και πέθανε αδεκεί, μέσα στο λεωφορείο, από συγκοπή της καρδιάς, έμφραγμα που λένε σήμερα. Ο Μάριος επέστρεψε μετά από ένα μήνα περίπου μέσα σε μεταλλικό φέρετρο -χρειαζόντουσαν πολλές διατυπώσεις. Στην κηδεία του μαζεύτηκαν πολλοί συνάδελφοί του από τη δουλειά, ένας εκφώνησε επικήδειο λόγο, ο πατέρας του -ένα ερείπιο- έκλαιγε κι έλεγε "ευτυχώς που δεν ζει η μάνα σου γιε μου". Ο Μάριος τότε κόντευε να συμπληρώσει τα τριάντα τρία του χρόνια. Σε δυο μήνες ερχόταν 15αύγουστο και θα γιόρταζε και τη γιορτή του. Ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει Μάριε.

Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2006

97-η πίστη σώζει




Πόσο θα ήθελα να βρίσκομαι στην Τήνο
να σέρνομαι και να ουρλιάζω
πάνω στο δρόμο τον καινούργιο με τις πλάκες
να λέω "Παναγιά μου βόηθα"
κι όλα να βρίσκω τα χαμένα

Να βρίσκω τη φωνή που έχω χάσει
να βρίσκω την ανάσα που μου λείπει
να βρίσκω τα χαμένα δαχτυλίδια
να βρίσκω βλέμματα σωρό να με κοιτάζουν
να βρίσκω θάρρος να θωρώ τα πεθαμένα
να βρίσκω στάλες από κρέμα
σαν προβατάκια στη ζεστή μου σοκολάτα

Πόσο θα ήθελα να βρίσκομαι στην Τήνο
να σέρνομαι και να ουρλιάζω
μέσα στο πλήθος μια φωνή ακόμα ως τ' άστρα
να κραίνει "Παναγιά μου βόηθα"
κι όλα να βρίσκει τα χαμένα:

και τα καράβια που βουλιάξαν στ' όνομά Της
κι όσους πνιγήκαν
κι όσους σωθήκαν
και το "ΕΛΛΗ"
φωτιά μπουρλότο και χαμός. Στο όνομά Της

96-η αγωνία μου




Αναρωτιέμαι -ακόμα- αν απλώς είμαι ένας τεράστιος σκουπιδοτενεκές με πολλά αποθέματα. Ανακυκλίζω (και όχι ανακυκλώνω) ό,τι πετιέται, καθε σαβούρα που πέφτει στην αντίληψή μου τη μεταμορφώνω σμιλεύοντάς τη σε κάτι "άλλο".

Είναι όμως αρκετό αυτό; Παύει να είναι σκουπίδι;

Σκαλίζω τα ηλ/κά προγράμματα και ξεδιαλέγω τα σαθρά αποτελέσματα. Κάνω τέχνη;

Πασαλείβω καμβάδες με διάφορους τρόπους προσπαθώντας να ξυπνήσω (και όχι να αποτυπώσω) εικόνες. Κάνω τέχνη;

Ανακατεύω λέξεις και συλλαβές. Κάνω τέχνη;

Διαστρεβλώνω ήχους. Εμπνέομαι από αυτό και το μετατρέπω σε εικόνα ή το συνδυάζω με εικόνα και γραπτό λόγο. Τι κάνω επιτέλους;

Να τα παρατήσω και να αρχίσω το πλέξιμο; Φοβάμαι μη πέσω στην ίδια λούμπα, να κάνω πάλι κάτι ανάμεσα σε τέχνη και σκουπίδι.



--------------------------------------------------
Τελικά, ποιος ή τί καθορίζει ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ;
Ενα ποστ που διάβασα πριν από λίγο με τάραξε κι έτσι μού 'ρχεται να τα παρατήσω όλα σύξυλα. Το ξέρω πως δε θα το κάνω, όμως η αγωνία μου εμφανίστηκε πάλι στο προσκήνιο και με τρώει.. με καταπίνει αργά και βασανιστικά...

ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ


Κυριακή, Αυγούστου 13, 2006

95-Ο βυσσινόσκυλος




Ηταν ένα παράξενο σκυλί,
απλώς ένα σκυλί σε χρώμα βυσσινί
κι έπινε βυσσινάδες
με τους κουβάδες

Ηταν ένα παράξενο σκυλί,
απλώς ένα σκυλί με μια βαθειά ουλή
κι έτρωγε καυκαλήθρες
σε κολυμπήθρες

Ηταν ένα παράξενο σκυλί,
απλώς ένα σκυλί μ' ένα κομμένο αυτί
κυνήγαγε βατράχια
στα καταρράχια

Ηταν ένα παράξενο σκυλί,
απλώς ένα σκυλί που έμοιαζε γατί
κι έπιανε τα ποντίκια
με φυσεκλίκια

Ηταν ένα παράξενο σκυλί,
απλώς ένα σκυλί με δέρμα βυσσινί
κι άπλωνε τις ροχάλες
με κουτρουβάλες

Ηταν ένα παράξενο σκυλί,
απλώς ένα σκυλί σε χρώμα βυσσινί
τώρα έχει ξεβάψει
και τό 'χω θάψει

94-Πόλεμος και Ειρήνη


Ο βασανιστής του Πύργου έσχιζε το δέρμα της πλάτης του ιππότη λουρίδες λουρίδες και κατόπιν τις τεμάχιζε καθέτως σε μικρούτσικα κομματάκια σαν ρύζι. Ο ιππότης υπέμενε το βασανιστήριο με καρτερία, βέβαιος ότι κάποτε θα τελείωνε -το βασανιστήριο ή η ζωή του.

Ο βασανιστής του Πύργου βαρέθηκε να βασανίζει τον σιωπηλό ιππότη. Δεν έβρισκε την ανταπόκριση που επιθυμούσε, ούτε μια κραυγή, ούτε μια οιμωγή, ούτε ένα παίξιμο βλεφάρων, τίποτε που να αποδεικνύει τον πόνο του τελοσπάντων.

- Αυτό το βασανιστήριο δεν έχει γούστο! κραύγασε ο βασανιστής και απεχώρησε από το θάλαμο των βασανιστηρίων.

Μόλις έφυγε ο βασανιστής, ο ιππότης ανασηκώθηκε και σύρθηκε προς τον ξύλινο πάγκο. Πεινούσε πολύ και διψούσε σαν ξεροπήγαδο. Πήρε λίγα από τα κομματάκια του δέρματός του και, με τη βοήθεια μιας χούφτας από το ρέον αίμα του, τα κατάπιε αμάσητα μονομιάς.

Σιγά σιγά, ξαναβρήκε τις δυνάμεις του, ορθώθηκε υποβοηθούμενος από το σπαθί του, το οποίο κατάφερε να αδράξει από το τσιγγέλι όπου κρεμόταν και όρμησε ακάθεκτος εναντίον των φρουρών της εισόδου του θαλάμου. Τους θέρισε και τους τρεις. Ούτε κιχ δεν πρόλαβαν να πουν. Κατόπιν, ημίγυμνος όπως ήτο ακόμη, βγήκε στην αυλή του Πύργου, όπου ο βασανιστής του καθόταν αμέριμνος και κάπνιζε την πίπα της Ειρήνης.

Η Ειρήνη στεκόταν παράμερα και κοιτούσε τα δρώμενα, εντελώς αποχαυνωμένη. Ο ιππότης έκανε μια βαθειά υπόκλιση έμπροσθέν της, κάτι ψιλομουρμούρησε όπισθέν της και, με μια σπαθιά, απέκοψε την κεφαλή του βασανιστή και απέδωσε την πίπα στη δεσποσύνη.

- Η πίπα σας δεσποσύνη Ειρήνη, είπε με άπταιστη γαλλική προφορά.
- Ευχαριστώ ιππότα, απάντησε εκείνη συμπληρώνοντας "φέρτε τώρα την περικνημίδα σας να τοποθετήσω το οικόσημό μου".

Ο ιππότης είχε ξεχάσει τις περικνημίδες του στο θάλαμο των βασανιστηρίων, έτρεξε γρήγορα λοιπόν να τις φορέσει. Η γδαρμένη του πλάτη πονούσε αφόρητα, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να φορέσει την αργυρή του πανοπλία, καθώς και να λάβει την περικεφαλαία κάτωθεν της μασχάλης του.

Καθώς πλησίαζε την ωραία Ειρήνη, εκείνη άρχισε να απομακρύνεται γοργά ανεμίζοντας τα αραχνοΰφαντα πέπλα της.

- Σταθείτε, σταθείτε, ω, Ειρήνη! της φώναξε απελπισμένα. Δεν θα μου απονείμετε το παράσημό μου; Δεν το κέρδισα δίκαια;
- Ουφ! κι εσείς και τα παράσημά σας! αποκρίθηκε η ωραία.
- Και γιατί "ούφ";
- Γιατί η πίπα είναι σπασμένη! Γι αυτό! έκανε με πείσμα.
- Και είναι δικό μου το φταίξιμο;
- Δεν με ενδιαφέρει ποιος φταίει, το αποτέλεσμα μετράει. Πηγαίνετε τώρα να πλυθείτε πριν μου απευθύνετε ξανά το λόγο.

"Πάρ' τα μαλάκα!" είπε ο ιππότης στον εαυτό του αυτομουτζωνόμενος. Μόλις είχε μάθει τι εστί Ειρήνη. Εκανε μεταβολή και ξεκίνησε για ένα καινούργιο πόλεμο.

Ταραράμ ταραράμ ταράμ ταράμ! οι σάλπιγγες ηχούσαν στο διπλανό βασίλειο προσκαλώντας τους ανά τον πλανήτη ιππότες να ζωστούν τα σπαθιά τους...



93-Γλυκειά μου σαυρομμάτα



Οταν ήρθανε βιζαβί κι αντίκρυ, πρόσεξε την πράσινη σαύρα που μπαινόβγαινε στα ρουθούνια της και ήθελε να την αρπάξει και να τη δαγκώσει σαν τρελός. Αντί γι αυτό, αρκέστηκε σε ένα φλογερό φιλί. Τα χείλια της ήταν κρύα, αλλά πώς να μην ήταν αφού η σαύρα τα πάγωνε κάθε τόσο με την ουρά της;

Φιλώντας τη, ένιωθε την ουρά να κινείται ανάμεσά τους και προσπάθησε καναδυό φορές να την αρπάξει με τα δόντια, αλλά μπερδευόταν με τη γλώσσα του και δεν το διακινδύνεψε. Εκείνη έμενε ακίνητη σαν άγαλμα και τον βασάνιζε η ιδέα μπας και είχε μείνει ξερή στα χέρια του. Της έδωσε ένα ελαφρύ μπατσάκι, το οποίο του ανταπέδωσε η σαύρα με τα νύχια της. Από το μάγουλό του έτρεξε αίμα και σταμάτησε να την φιλάει.

Απομακρύνθηκε και τότε είδε πως στα μάτια της φώλιαζαν άλλες δυο σαύρες, μαυροπράσινες και μονόφθαλμες. Αναψε το φακό του και είδε κι απο τα αφτιά της να κρέμονται δυο σαυρίσιες ουρές σαν σκουλαρίκια. Εσβησε το φακό τρομαγμένος. Του έφταναν οι σαύρες που έβλεπε με το φως του φεγγαριού.

- Εχεις σαύρες στα αφτιά σου, της είπε.
- Το ξέρω, του απάντησε εκείνη, δεν σου αρέσουν; Να τις βγάλω.
- Οχι, όχι, μη κάνεις τον κόπο. Μόνο πες στη σαύρα της μύτης σου να μη μπερδεύεται με τη γλώσσα μου.
- Η γλώσσα σου είναι ξύλινη; τον ρώτησε.
- Οχι, απ' όσο ξέρω είναι μια κανονική γλώσσα.
- Ελληνική δηλαδή;
- Μάλλον.
- Δεν έχεις άλλη γλώσσα; Καμμιά εγγλέζικη ας πούμε...
- Οχι, τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική!
- Α! Εχω πέντ' έξι γλώσσες καβάντζα, για παν ενδεχόμενον.
- Τι μου λες; Είσαι ένα μορφωμένο κορίτσι λοιπόν.
- Παραμορφωμένο, θα έλεγα...
- Εχεις δίκιο. Δεν φαντάζεσαι πόσο δίκιο έχεις.
- Ναι; Το πιστεύεις στ' αλήθεια;
- Φυσικά. Με τη σαύρα όμως τι θα γίνει; Θα με αφήσει να σε φιλήσω;

Εκείνη έβγαλε τη γλώσσα της και έσπρωξε τη σαύρα, να χωθεί ολόκληρη στη μύτη της, να μην εξέχει καθόλου και "έλα τώρα να φιληθούμε" του είπε, "δε θα μας ενοχλήσει κανείς".

Επεσε πάνω της, τη στρίμωξε στο χαμηλό μαντρότοιχο, άρχισε να τη φιλά και να την πασπατεύει, έτριβε το πρόσωπό του στα μάγουλα και στα μαλλιά της, κατέβαινε σιγά σιγά όλο και χαμηλότερα, μέχρι που έγινε κι αυτός μια καταπράσινη σαύρα και χώθηκε στον αφαλό της.

Μετά από λίγη ώρα ξημέρωσε. Ενας περαστικός νέος είδε ένα σωρό καταπράσινες σαύρες να μπαινοβγαίνουν ανάμεσα στους αρμούς μιας χαμηλής ξερολιθιάς. Πήρε μια πέτρα, την έριξε καταπάνω τους κι εκείνες εξαφανίστηκαν για λίγο.

- Χμμ, τη νύχτα που έχει πανσέληνο θά 'ρθω να σας κανονίσω σαυρούλες μου, είπε και συνέχισε το δρόμο του.

Ηταν πολύ βιαστικός. Είχε ραντεβού με τον οφθαλμίατρο. Μετά, έπρεπε να πάει και στο μάθημα των αγγλικών. Η δασκάλα ήταν πολύ αυστηρή και αν αργούσε θα έμενε απέξω.

Πέμπτη, Αυγούστου 10, 2006

92-Η πράσινη πανσέληνος



Διαρκώς για πανσελήνους θα μιλώ
Πράσινα μάτια μαύρης γάτας στο σκοτάδι
Σμήνη πυγολαμπίδων σε λιβάδι
Ποτάμια με καθρέφτισμα θολό.

Διαρκώς για πανσελήνους θα μιλώ
Νερένια βλέμματα λιμάνια κροκοδείλων
Ορδές αιμάτινες πανούργων ψύλλων
Καβούρια με κεφάλι στρογγυλό

Διαρκώς για πανσελήνους θα μιλώ
Γι ατσαλοσύρματα πλεγμένα από αράχνες
Δροσοσταλίδες διαμαντένιες πάχνες
Τυφώνες κι αστραπές με το κιλό

Διαρκώς για πανσελήνους θα μιλώ
Ωσπου ο λόγος μου τα τύμπανα να σπάσει
Ο τίγρης χορτασμένος ν' απαγγιάσει
Κι ο ήχος να διαθλάσει το μυαλό.

Ηταν ωραία σαν πανσέληνος Αυγούστου
Ντελικατέσσεν φίνου γούστου


Τρίτη, Αυγούστου 08, 2006

91-Η ιστορία ενός παρολίγον ροκά






Από τα είκοσι προσπαθούσε
να γίνει ένας σοβαρός μεσήλιξ.
Οσο μεγάλωνε, τόσο σοβάρευε.
Στα τριάντα, εβδομηντάρης.
Στα σαράντα, εξηντάρης.
Στα πενήντα, ήρθε στα ίσια του.
Μετά, άρχισε να κατρακυλά απότομα.
Στα εξήντα τραγούδησε.
Στα εβδομήντα ήπιε.
Στα ογδόντα ήθελε πολύ να χορέψει.
Χόρεψε μια φορά και πάει,
αυτό ήταν. Εφυγε με το παράπονο,
πως στη ζωή του ήρθαν όλα ανάποδα.


90-είναι καιρός να αδιαφορήσω



Προτιμώ να κοιτάζω αυτή την υπέροχη κάτασπρη πέτρα αυτής της ξερολιθιάς, από του να βλέπω τιβι, να σκάω για το πόσο ραγδαία αυξάνονται οι βλάκες, να ξελαρυγγιάζομαι σε εκδηλώσεις συμπαράστασης υποψηφίων δημάρχων, να ασχολούμαι με τα κοινά που είναι αλλονών και δεν είναι καθόλου κοινά, να πνίγομαι στο αίμα, να βομβαρδίζομαι γενικώς.




Κάλλιο αυτή η όμορφη πέτρα, να τη βλέπω και να την καμαρώνω να στέκει σταθερά χτισμένη στον τόπο της, παρά η αγωνία μη πέσει και με πλακώσει.


Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2006

89-Συνιστώ θερμά ένα καλοκαιρινό ανάγνωσμα




Τη νουβέλα του ΕΝΙΑΥΤΟΝ με τίτλο «Ο θρύλος του θανάτου των Μοναχών», που γράφτηκε το Φλεβάρη στο blog 28 days in February 2006 σε οχτώ συνέχειες. Συγκέντρωσα όλα τα απεσταλμένα κομμάτια μαζί και θα τα βρείτε αν πατήσετε ΕΔΩ. Καλή ανάγνωση!

Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006

88-ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΩΤΗΡΗ ! :-)





Σήμερα βρέθηκα πάνω από δυο ώρες με το Σωτήρη
Ξέχασα πως σήμερα γιορτάζει και δεν του ευχήθηκα
Μόλις πριν από λίγο είδα ότι έχει ο μήνας έξι,
Του Σωτήρος, που λένε τα εορτολόγια




Θυμάμαι πάντως ότι του αρέσει το τυρκουάζ,
Ετσι του γράφω με το αγαπημένο του χρώμα
Ανάμεσα σε τυρκουάζ κύματα,
Θυμάμαι ένα χωράφι κατακόκκινο από παπαρούνες




Κάπου κάποτε στη Νεμέα, όπου κάτι μετρούσαμε
Παρέα μ' έναν αμερικάνο ηλεκτρονικό
-δε θυμάμαι τ' όνομά του-
Θυμάμαι μόνο τις παπαρούνες



Θυμάμαι το υπαίθριο αποχωρητήριο του καφενείου
Θυμάμαι το ταξίδι μέσ' στη ζέστη
Θυμάμαι την απόφαση να στήσουμε νέο γραφείο
Σωτήρη, ξέχασα τη γιορτή σου! Είμαι ασυγχώρητη;



Σάββατο, Αυγούστου 05, 2006

87-το βιβλίο ως νέο μέσο συναλλαγής



Ενας κύκλος νέος αντικαθιστά το χρήμα. Η νέα κοινωνία των βιβλιοφίλων αναδύεται. Αγοράζω τα βιβλία των φίλων. Πληρώνω το μανάβη με βιβλία, μου δίνει ρέστα το μυθιστόρημά του. Οι εκδότες γίνονται αρχηγοί, ο Μέγας Εκδότης πλανηταρχεύων. Κτυπώ την πόρτα -τοκ τοκ τοκ- και το σώμα απουσιάζει. Ανοίγει το Μέγα Λεξικό Ολων Των Γλωσσών, ΜΕΛΕ για συντομία. Ενας τόμος εγκυκλοπαίδειας κρατά πρακτικά στα συμβούλια της παγκόσμιας κυβέρνησης. Οι υπόλοιποι τόμοι παίζουν τους σερβιτόρους. Τα μπουκάλια περιέχουν γράμματα αντί ποτά, οι φράσεις φτιάχνουν έπιπλα. Ενα μεγάλο τραπέζι έχει πόδια άσπρες φάλαινες τύπου Χέρμαν Μέλβιλ. Το αμπαζούρ είναι δερματόδετο με τα άπαντα του Χίτλερ Ο ΑΓΩΝ ΜΟΥ. Η μέρα έχει καταργηθεί. Ολοι μελετούν και γράφουν νύχτα. Τα βιβλία φωτίζουν την οικουμένη. Τζάμπα ενέργεια. Εγκεφαλική. Ο προφήτης δικαιώνεται: "Το έργο μας είναι να μπεί το βιβλίο σε κάθε σπίτι, να γεμίσουν τα σπίτια με βιβλία, να διαβάζει ο κόσμος, να μάθει την Αλήθεια, να γνωρίσει τη Γνώση." Γευματίζουμε και δειπνούμε βιβλία. Ποιήματα Μαγιακόφσκι με σάλτσα Ρεμπώ σαλάτα, Μυθιστόρημα Περλ Μπακ γιαχνί. Βαρυστομαχιάζουμε κιόλας με φαστ φουντ βιβλίων με το κιλό (σαβουροπακέτα). Ξεδιψάμε με κόμικς.

86-ω, ευαγγεληστά!





ω, ευαγγεληστά
ω, ευαγγεληστά
γράψε δυο βαγγέλια
με φραγγέλια
σκαλιστά!



ω, ευαγγεληστά
ω, ευαγγεληστά
ρίξε στα ντουβάρια
και στα ζάρια
τα μιστά!



ω, ευαγγεληστά
ω, ευαγγεληστά
βάλ' στα σουρωτήρια
παραθύρια
σφαλιστά!





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...