Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2009
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 18, 2009
342. sssssssssssssssss
εχω ξεχάσει να μιλάω οι λέξεις βγαίνουν ψιθυριστά και σαν μικροί αναστεναγμοί από μέσα μου κρύβοντας ένα χείμαρρο που δεν λέει να πάρει μπρος και παιδεύεται ανάμεσα σε βράχια να ξεφύγει και να κυλήσει στα λιβάδια όπως ακριβώς το δάκρυ θέλει να ξεφύγει και να κυλήσει προς τα μάγουλα αλλά το συγκρατεί ένας τρομερός παγωμένος πόνος και τα ουρλιαχτά κρύβονται πίσω από μουγκρητά και ψιθυρίσματα και το σώμα τρέμει θέλοντας να διασπαστεί να γίνει χίλια κομμάτια η ψυχή τρέμει επειδή δεν αντέχει βλέμματα οίκτου και απόρριψης και η χαρά πετάει μακριά πάνω σε κάτι σύννεφα που δεν φέρνουν βροχή
Κυριακή, Φεβρουαρίου 15, 2009
341. xxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxx
μερικές φορές σκέφτομαι τι νόημα έχει να γράφω πράγματα που πιθανότατα δεν ενδιαφέρουν κανέναν, ούτε και μένα, και έρχεται η παρόρμηση να τα διαγράψω όλα αλλά δεν το κάνω και δεν ξέρω κιόλας γιατί δεν το κάνω, άσε που ώρες ώρες νοιώθω να πνίγομαι εδώ μέσα κι ας έχω απλωθεί τόσο πολύ και βλέπω ότι υπάρχει αρκετός κόσμος με φρέσκα μυαλά που ενδιαφέρεται και παλεύει και νομίζω ότι περισσεύει η δική μου συμμετοχή στα λεγόμενα "κοινά", για πράγματα που έχω σχηματίσει τη γνώμη πως δεν αλλάζουν γιατί ακριβώς όλο και αλλάζουν -οι άνθρωποι, οι συνθήκες, κλπ κλπ- αλλάζουμε ένα κόμμα και βάζουμε δυο τελείες και κάτι τρέχει στα γύφτικα λέμε, κοροϊδευόμαστε δηλαδή
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2009
340. σύννεφο ξεβράκωτο

έτρεχε ανεμίζοντας
ένα γυμνό κωλαράκι αναβόσβηνε κάτω από το αέρινο ρουχαλάκι
-τσαφ τσαφ-
όσο κατηφόριζε τρέχοντας
να φτάσει, αχ, να προλάβει να προφτάσει το πλοίο
να προφτάσει να τον δει, να του μιλήσει,
έστω να προλάβει να κουνήσει το μαντίλι
και να σιγουρευτεί πως την είδε
εκείνος όμως
ήταν πίσω της, δεν είχε φύγει,
ξημερώθηκε ξάγρυπνος μετά τον καυγά
κι αποφάσισε να μη φύγει
έτσι κίνησε για το πλοίο,
να πει στον καπετάνιο την απόφασή του
έστω και την τελευταία στιγμή
να μη φανεί ασυνεπής
την έβλεπε λοιπόν, έβλεπε το κωλαράκι της
να πηγαίνει πέρα δώθε το φουστανάκι πάνω του
και να το μισοκρύβει και
«πού πας μωρή ξεβράκωτη;» ήθελε να φωνάξει
αλλά έμενε άλαλος μπροστά στη θέα
αυτηνής της θεάς που πιλάλαγε
λες κι είχε πιάσει φωτιά το μουνί της
κι έτρεχε να το σβήσει στη θάλασσα
σαν σύννεφο
σκέπαζε τα μάτια του εκείνη η φιγούρα
η αέρινη που έτρεχε σαν σύννεφο έτοιμο για βροχή
τα ένοιωθε τα δάκρια να έρχονται
μια φουρτούνα δάκρια θα σκάγαν όπου νά'ναι
τα ένοιωθε και κείνη τα δάκρια να έρχονται
μια μαυρίλα, ένα συννεφομπούκωμα την έπνιξε
όταν είδε το πλοίο σαλπαρισμένο
«ξεκίνησαν κιόλας, αχ!» βόγγηξε κι έπεσε τα μπρούμυτα
πάνω στο πλακόστρωτο έπεσε και τό'βρεχε
με δάκρια και αίμα
-γιατί αίμα;-
«το μωρό μας!» έσκουξε αυτός κι από πίσω
βρέθηκε πλάι της να την έχει αρπάξει αγκαλιά
την κανάκευε σαν μωρό και σκέπαζε όσο γινόταν
με τό'να χέρι το κωλαράκι να μη φαίνεται
και με τ'άλλο χάιδευε τα μαλλιά και το λαιμό της
κι εκείνη «όχι, όχι, μάλλον δεν ήμουν έγκυος» και
«αχ, τι καλά που δεν έφυγες!» έλεγε μπερδεμένα
τη μια φράση μετά την άλλη και ξανά και ξανά
κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά
-ξεβράκωτο σύννεφο το μουνάκι της
έβρεχε αίμα πάνω στα μπράτσα του-
και πήγαν σπίτι να σκαρώσουν νέα σχέδια
η μπόρα πέρασε
οι κεραυνοί σταμάτησαν
όλα μπήκαν στη θέση τους
και το σύννεφο φόρεσε βρακί
ΣΗΜ. Αυτή τη φορά, γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου στο μπλογκ μου, στο radiobubble.gr που δεν υπάρχει πια..
Τρίτη, Φεβρουαρίου 10, 2009
339. blue vespa
Καβασάκι εντούρο ή Χόντα
σαν τη βέσπα δεν έχουν προσόντα
τη γαλάζια, παλιά, σκονισμένη
Χωρίς φρένο και γκάζι πηγαίνει
και το δρόμο τον βρίσκει από μόνη
τον οσμίζεται μάλλον η σκόνη
Τρέχει, τρέχει πετάει σα γλάρος
και βουτάει στο ρεύμα με θάρρος
στο φανάρι ευτυχώς, κοκκαλώνει
Σαν μουλάρι τις ρόδες στηλώνει
αποκτά στη στιγμή κάποιο βάρος
στέκει σούζα σαν νά'ναι φαντάρος!
------------------
Καβάλησα τη γαλάζια βέσπα
Ετρεχε πολύ και από μόνη της
Δεν πάταγα γκάζι, δεν είχε ούτε φρένο
Εφτασε στο γκρεμό και, σαν από θαύμα,
Δεν γκρεμοτσακιστήκαμε
Κάτω, είχε ωραία θέα,
Ενα υπέροχο ηλιοβασίλεμα
Ξεπεζέψαμε να το θαυμάσουμε
Η βέσπα έγινε άλογο
Ενα υπέροχο γαλάζιο άλογο με φτερά
σαν τη βέσπα δεν έχουν προσόντα
τη γαλάζια, παλιά, σκονισμένη
Χωρίς φρένο και γκάζι πηγαίνει
και το δρόμο τον βρίσκει από μόνη
τον οσμίζεται μάλλον η σκόνη
Τρέχει, τρέχει πετάει σα γλάρος
και βουτάει στο ρεύμα με θάρρος
στο φανάρι ευτυχώς, κοκκαλώνει
Σαν μουλάρι τις ρόδες στηλώνει
αποκτά στη στιγμή κάποιο βάρος
στέκει σούζα σαν νά'ναι φαντάρος!
------------------
Καβάλησα τη γαλάζια βέσπα
Ετρεχε πολύ και από μόνη της
Δεν πάταγα γκάζι, δεν είχε ούτε φρένο
Εφτασε στο γκρεμό και, σαν από θαύμα,
Δεν γκρεμοτσακιστήκαμε
Κάτω, είχε ωραία θέα,
Ενα υπέροχο ηλιοβασίλεμα
Ξεπεζέψαμε να το θαυμάσουμε
Η βέσπα έγινε άλογο
Ενα υπέροχο γαλάζιο άλογο με φτερά
Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2009
338. μαυρόασπρη εικόνα
Μαύρη σαρανταποδαρούσα σε μαύρη άσφαλτο
Περπατώ ξυπόλητη
Ογδόντα ποδάρια μπερδεύονται στα δικά μου
Πατώ σε μαύρη τρύπα
-όλα μαύρα, δεν διακρίνεται-
Αναδύεται μαύρος καπνός -ένα Τζίνι!
Μου λέει: «Κάνε μια ευχή»
Εύχομαι: «Να ασπρίσουν όλα!»
Αρχίζει να πέφτει χιόνι
Ολα κάτασπρα
Η σαρανταποδαρούσα χάνεται
Χρειάζομαι ζεστές κάλτσες και γαλότσες
Αναζητώ το Τζίνι
Περπατώ ξυπόλητη
Ογδόντα ποδάρια μπερδεύονται στα δικά μου
Πατώ σε μαύρη τρύπα
-όλα μαύρα, δεν διακρίνεται-
Αναδύεται μαύρος καπνός -ένα Τζίνι!
Μου λέει: «Κάνε μια ευχή»
Εύχομαι: «Να ασπρίσουν όλα!»
Αρχίζει να πέφτει χιόνι
Ολα κάτασπρα
Η σαρανταποδαρούσα χάνεται
Χρειάζομαι ζεστές κάλτσες και γαλότσες
Αναζητώ το Τζίνι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



This is a FunEL









