Παρασκευή, Δεκεμβρίου 28, 2007

292. προσωπο(ρδο)γραφίες

ψάχνω μια μούρη μια μούρη να βρω
να βρω ν' απαγγιάσω να βρω να κρυφτώ
ψάχνω μια μούρη μια μούρη χαζή
να με ρουφήξει να χαθούμε μαζί
θέλω επειγόντως μια μούρη μια μούρη καθαρή
να μη θυμίζει κώλο να μην είναι χοντρή
να μην έχει σπιθούρια, τρίχες, ουλές, σκατά,
να έχει δύο μάτια και ας μην έχει αυτιά
θέλω και 'γώ μια μούρη και ας με λέν' λιγούρη
δικτάτορας δεν είμαι, ούτε κομμουνιστής
δεν κάνω το λαμόγιο και δεν είμαι ληστής

 μόνο μου λάθος είναι
πως ένα πρωινό
αλλάξαν θέση
η μούρη μου με τον πισινό

-->> αφιερωμένο στους δικράτορες, στα λαμπόγια, στους παρατρίχα αυτόχθονες, στους ανθυποπορδήτες, στους καλούς λογιστές και υπουργούς λογιστικών, στους εφευρέτες της νόσου της τρομοκρανίας, στους δολοφθόνους των ονείρων μας -δικούς και ξένους.
-->> λεπτομέρειες εδώ:
http://taparaponasas-stomixer.blogspot.com/2007/12/blog-post_28.html

Κυριακή, Δεκεμβρίου 23, 2007

291. μια ιστορία με ψυχίατρο

Μια φορά, ήταν κάποια Ξανθή που πήγαινε στον ψυχίατρο ολόκληρη τη δεύτερη εικοσαετία της ζωής της, γιατί την πρώτη την είχε περάσει με την έλλειψή του και ο καθένας ξέρει πόσο σκληρό είναι να μην έχεις ένα ψυχίατρο καβάντζα ιδίως όταν δεν έχεις συνειδητοποιήσει πόσο σου είναι απαραίτητος. Η Ξανθή επισκεπτόταν τον ψυχίατρο συστηματικά κάθε Τετάρτη απόγευμα, επί είκοσι χρόνια ακριβώς, μετά τα γενέθλια των είκοσι χρόνων της. Στα γενέθλια των σαράντα χρόνων της ο ψυχίατρος έκανε το θαύμα του και η ξανθιά δεν τον ξαναεπισκέφτηκε. Αποφάσισε ότι θα της κόστιζε λιγότερο να πηγαίνει στο κομμωτήριο και να βάφει ξανθά τα μαλλιά της. Αυτό ήταν το πρόβλημά της, ότι δηλαδή το βαφτιστικό της όνομα δεν συμβάδιζε με την εμφάνισή της. Οχι απλώς "δεν συμβάδιζε", καμιά σχέση δεν είχε, η Ξανθή ήταν σκέτο μαυροτσούκαλο και πήγαινε στον ψυχίατρο για να αποδεχτεί τον μαυροτσούκαλο εαυτό της, τη στιγμή που ήταν απλούστερο να μετατρέψει τον εαυτό της στο ιδεώδες της πρότυπο, να βαφτεί ξανθιά, κατάξανθη μάλιστα, άχυρο σκέτο! Οταν ο ψυχίατρος έμαθε τι έκανε η Ξανθή και γλίτωσε από τους εφιάλτες και το διχασμό προσωπικότητας, έσκισε το δίπλωμά του και ακολούθησε το ένστικτό του. Εγινε ταξιτζής. Μια μέρα που η Ξανθή πήρε ταξί φεύγοντας φρεσκοβαμμένη από το κομμωτήριο, μπήκε στο ταξί του πρώην ψυχιάτρου της και συνέχισαν την ψυχανάλυση τρώγοντας μαριδάκι φρέσκο στο Φάληρο. Σε λίγες μέρες, ο ταξιτζής-ψυχίατρος απέκτησε άλλον ένα τίτλο "ο ταξιτζής-ψυχίατρος-της-ξανθιάς" και η Ξανθή ένα σύζυγο.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2007

290. το χριστουγεννιατικο δωρο της επιστατριας


οταν πηγαινα στη Γ' γυμνασιου (Ε' τη λεγανε τοτε γιατι το γυμνασιο ηταν οκταταξιο) η θεια μου η Μιμινα μου ειχε χαρισει μια υπεροχη ζωνη απο εκεινες που ηταν τοτε στη μοδα, πλεχτη με χρωματιστα λαστιχακια που εσφιγγε τη μεση μεχρις ασφυξιας και τη φορουσα πανω απο τη μαυρη ποδια μου και την ειδε η επιστατρια του σχολειου και της αρεσε πολυ και ηθελε μια ιδια και ειπαμε με τη κολλητη μου τη Χριστινα να της ψωνισουμε μια και να της την κανουμε δωρο για τα Χριστουγεννα, ετσι αποφασισαμε να εξοικονομουμε χρηματα απο το χαρτζηλικι μας για να συγκεντρωθει το απαιτουμενο ποσο που θα το διναμε στη θεια μου τη Μιμινα να ψωνισει τη ζωνη μια και εκεινη γνωριζε το μαγαζι, και καταφερα να μαζεψω περιπου 100 δραχμες στα κρυφα αφου εκανα οικονομιες κρατωντας διπλα βιβλια λογαριασμων εσοδων εξοδων του χαρτζηλικιου μου, γιατι ετσι με ειχε μαθει ο πατερας μου να γραφω τι ξοδευω σε ενα μικρο σημειωματαριο, αλλα εκει μεσα εγραφα εξοδα που δεν εκανα αφου οικονομαγα τα απαραιτητα χρηματα για την αγορα της ζωνης και οταν ηρθε η ωρα και μου εδωσε και η Χριστινα τις δικες της οικονομιες τα εδωσα ολα μαζι τα χρηματα (170 δραχμες) στη θεια μου τη Μιμινα, εξορκιζοντας τη να μην αποκαλυψει το μυστικο μας, αλλα η πονηρω η μανα μου το μυριστηκε και εκανε ολοκληρη φασαρια εκθετοντας στον πατερα μου τη δικη μου αταξια να κρατω ψευδη στοιχεια οσον αφορα τα εξοδα μου και καλεσαν τη Χριστινα να μαρτυρησει τι συμβαινει και η Χριστινα ειπε την αληθεια αλλα δεν τη πιστεψαν και ποιος ξερει αραγε τι ειχαν στο μυαλο τους για μενα και, αν και η θεια μου η Μιμινα με πιστευε παντα δεν μπορεσε ουτε εκεινη να με υπερασπιστει κι ετσι η επιστατρια εμεινε εκεινα τα Χριστουγεννα χωρις τη ζωνη που της αρεσε και ευτυχως που εδωσαν στη Χριστινα τα λεφτα της αφου πηγε ο πατερας μου και μιλησε στο μπαμπα της κι εμαθε οτι πραγματι ειχε δωσει αυτα τα χρηματα στη κορη του, αλλα τις δικες μου οικονομιες μου τις πηρανε και μου κοψαν και το χαρτζηλικι για καναδυο μηνες και τη μανα μου δεν την εχω συγχωρεσει ακομα για κεινο το καζο

Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2007

289. η Λιολιό


ετσι ηταν βαφτισμενη η αρκουδιτσα που ειχα μικρη και της εριξα πανω της ολα τα χρωματα που ειχε η μανα μου και ζωγραφιζε -τοτε, πριν το '50- κι εγινε πυρ και μανια η μανα μου επειδη τα χρωματα ηταν πανακριβα και λεφτα δεν υπηρχαν -τοτε, πριν το '50- κι ετρεξα στης γειτονισας να κρυφτω και τη Λιολιό την πεταξε στα σκουπιδια και'γω την ηθελα κι εκλαιγα γιατι ηθελα να τελειωσω το βαψιμο να την κανω ομορφη που ειχε ενα σκατοχρωμα μπεζουλι


η εμπνευση απο εδω: -->>
http://petefris.blogspot.com/2007/12/blog-post_2215.html

__________
ΣΗΜ. προσπαθω να ανεβασω τη θε(α)ση του πετε στο μπλογκογιγνεσθαι

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

288. στρατοβουκολικο

Μια Κυριακη αγροτικη
εχωσα μεσα σε σακκι
ενα μαχαιρι
Μου ειπε "κανε παρακει"
στολη φορουσε στο χακι
με ενα αστερι
Επιανε τοπο το σακκι
-αναμεσα μας κατοικει
μια ζαλα βρουβες-
Χορος του τζιπ η Κυριακη
ο θανατος καραδοκει
μες στις λακουβες

(στρατοβουκολικο, αφιερωμενο)

γραμμενο ατακα κιεπιτοπου στου ΠΕΤΕΦΡΗ "Μιά Κυριακή αγροτική": http://petefris.blogspot.com/2007/12/blog-post_09.html

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2007

287. ο ρόλος

Μια ζωη του πηρε μεχρι να μαθει το ρολο του, αλλα δεν προλαβε να απολαυσει το χειροκροτημα, ουτε καν να μαθει απο τους κριτικους αν τον επαιξε καλα ή οχι: ο θανατος τον θερισε ακριβως την ωρα που επεφτε η αυλαια.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2007

286. οι κερδισμενες μερες και οι φευγατες

...καθε μερα που περνουσε και δεν εφευγες τη λογαριαζα για κερδισμενη -νικησαμε και σημερα ψιθυριζα στα κρυφα οταν η μερα τελειωνε και τα ρουχα σου περιμεναν να φορεθουν την αλλη μερα απο το ζωντανο κορμι σου- κι οταν πια εφυγες ξαπλωτος αποτομα στο δαπεδο της κλινικης τη στιγμη που ολα δειχναν οτι ο βραχνας κοντευε να τελειωσει και τελικα ο εχθρος θα νικιοταν κατα κρατος που λενε δεν ηξερα πως να λογαριασω ολες τις μερες που ειχαν περασει γεματες προσκαιρες νικες δεν ηξερα αν οι μερες εκεινες ολες εκεινες οι μερες επι τοσα χρονια ηταν πραγματικα κερδισμενες λεω μεσα μου πως μαλλον χαμενες ηταν...

...πετιομουν απο την ψαθινη καρεκλα μου να προλαβω να σε δω να φευγεις ανεβαινοντας τα τεσσερα σκαλακια προς το πεζοδρομιο να στριβεις τη γωνια με την καπαρντινα σου να ανεμιζει βιαστικος και γοργοπατουμενος οπως παντα και συ εστριβες το λαιμο και μου ριχνες ενα βλεμμα παιχνιδιαρικο και στριβοντας το υπολοιπο κορμι προς την αντιθετη κατευθυνση εξαφανιζοσουν τρεχοντας σχεδον σε ενα στριψιμο ματιου χανοσουν -τοτε παλια που αγαπιομασταν πολυ- αλλα το τελικο φευγιο σου δεν ηταν τοσο γρηγορο αργο ηταν και βασανιστικο στα υπογεια με τους ετοιμοθανατους κοντευε να σαπισει εκεινο το ομορφο σωμα το απαλοδερμο για εξι ολοκληρους μηνες και δεν το ηξερα οτι χανοσουν κανεις δεν μου το ειπε αν το ξερα θα ρχομουν να σε δω αλλα καλυτερα μαλλον που δεν ηρθα ετσι κι αλλιως δεν θα με γνωριζες...

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2007

284. Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ



Μια φορα, ηταν ενας που ζουσε στο ιπταμενο μανταρινι του και δεν ειχε βγει ποτε στον εξω κοσμο, ουτε ηξερε τι σημαινει "εξω κοσμος", ουτε και μπορουσε να το φανταστει. Ζουσε μεσα στη θαλπωρη του μανταρινιου, ο ηλιος το ελουζε τη μερα και η δροσια τη νυχτα, το παχυ και τρυφερο και απαλο φλουδι του μανταρινιου ηταν ολοκληρος ο κοσμος του -αυτο που τον ετρεφε και αυτο που τον προστατευε συναμα- και ηταν πολυ ευτυχισμενος και χαρουμενος στον κοσμο αυτο: τον απομεσα κοσμο του μανταρινιου του.

Μια μερα που ο ηλιος φωτιζε για τα καλα τη μισοδιαφανη φλουδα κι εκεινος χοροπηδουσε μεσα στο μανταρινι τρελος απο χαρα, οπως καθε φορα που εβλεπε αυτο το λαμπερο πραγμα που ερχοταν για να κανει τη φλουδα του μανταρινιου χρυσοροδινη, ειδε ξαφνικα να πλησιαζει μια σκια, κατι τι να σκοτεινιαζει σε καποιο σημειο τη χνουδωτη επιφανεια του μανταρινιου του και παγωσε απο τρομαρα.


Τι να γινοταν αραγε εκει εξω; Μηπως θα τολμουσε καποιος η κατι να χαλασει την ησυχια του τρυπωντας τη φλουδα; Μηπως αυτο θα τον εβλαπτε η θα τον ωφελουσε; Ηθελε να δει τελικα τι γινοταν απεξω;

Κουρνιασε σε μια μικρη απαλη λακκουβα της φλουδας και περιμενε κοιταζοντας εντρομος. Η σκια τριγυριζε το μανταρινι, μια πλησιαζε και μια απομακρυνοταν, ωσπου, στο τελος, οπως ειχε ερθει εφυγε και χαθηκε ξαφνικα. Κι εκεινος εμεινε μονος μεσα στο μανταρινι του, που ταξιδευε στο διαστημα, και δεν μπορουσε να ησυχασει και πλησιαζε τη φλουδα ετοιμος να ανοιξει μια τρυπιτσα να κρυφοκοιταξει εξω, αλλα δισταζε και οπισθοχωρουσε. Κρυβοταν πισω απο μια μισοφαγωμενη ζουμερη χρυσωπη φετα και ουτε χοροπηδητο, ουτε τιποτα, ηταν καταστενοχωρημενος. Στενοχωριοταν επειδη δισταζε να κοιταξει εξω; Μηπως στενοχωριοταν που η σκια του ειχε δημιουργησει προβλημα με την υπαρξη της; Τι ηταν αυτη η σκια; Κατι τι καλο, κατι τι κακο, κατι τι αναγκαιο, κατι τι βλαβερο και τρισαθλιο;


Δεν θα το μαθαινε ποτε αν εμενε κολλημενος στη γωνια του, ετσι, εδωσε μια με τη γροθια του στη φλουδα κραυγαζοντας, αλλα δεν εγινε τιποτε απολυτως. Εδωσε κι αλλες γροθιες, μεχρι που ματωσαν τα χερια ισαμε τους αγκωνες, εδωσε και κλωτσιες γερες, και κεφαλιες, και φωναζε, φωναζε με ολη τη δυναμη της ψυχης του «αφηστε με να βγω!» ελεγε, αλλα κανενας δεν τον ακουγε καθως φαινεται, γιατι καμια σκια δεν πλησιαζε το μανταρινι του. Ετσι, επεσε για υπνο εξουθενωμενος.

Οταν φωτισε η καινουρια μερα, προσεξε μικρες χαρακιες σε μια πλευρα της φλουδας. Ξαφνιαστηκε. Εστριψε το βλεμμα και κοιταξε αλλου. Η φλουδα ανεπαφη. Ξανακοιταξε προς τις χαρακιες. Ηταν πραγματικα χαρακιες και ηταν στην ιδια θεση. Μαλλον θα ηταν το αποτελεσμα της προηγουμενης παλης του με τη φλουδα. Ειδε και ιχνη απο αιματα πανω τους και βεβαιωθηκε πως εκεινος τις ειχε προξενησει. Ο ιδιος ειχε καταφερει να χαραξει τη φλουδα! Τρελλαθηκε απο χαρα και αρχισε να χοροπηδα και να φωναζει, μεχρι που ειδε τη σκια απεξω να ξαναπλησιαζει. Ζαρωσε και δεν εβγαζε κιχ. Παλι τον κυριεψε η αγωνια, τα εβαζε με τον εαυτο του. Μα τι ηθελε πια; Να βγει η να μεινει για παντα μεσα στο μανταρινι;


Η σκια πλησιασε πολυ αυτη τη φορα, κατι αγγιξε τη φλουδα και αφαιρεσε ενα μικρο κομματι. Μετα, η σκια χαθηκε ξανα κι εκεινος ειδε εξω. Ειδε ενα κομματι γαλαζιο, ενα χρωμα που δεν ειχε ξαναδει, που δεν γνωριζε, αλλα του φανηκε τοσο ομορφο και δροσερο! Αποφασισε να πλησιασει το ανοιγμα και οσο προχωρουσε προς αυτο, τοσο το φως δυναμωνε και το χρωμα το γαλαζιο κι αλλα πολλα χρωματα γεμιζαν την καρδια του με κατι απεριγραπτο. Να περασει απο το ανοιγμα η να μεινει μεσα στη σιγουρια του μανταρινιου; Τωρα, ηταν αργα πλεον για δισταγμους, το μανταρινι ειχε ραγισει, ειχε τραυματιστει σοβαρα, δεν ηταν ασφαλες πια, κι ετσι, με μια δρασκελια, πηδηξε εξω φωναζοντας δυνατα κατι που δεν ειχε ξαναπει, το πρωτο πραγμα που ηρθε στα χειλη: «ΜΑΝΑ ΜΟΥ!»




________________
ΣΗΜ. η εικονα του μανταρινιου απο εδω: -->>
http://www.cepolina.com/gr/vm/1415.htm


Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2007

283. Ο πλανητης πασχει απο δυσκοιλιοτητα



Η αφοδευση ειναι η σημαντικοτερη λειτουργια του ανθρωπινου σωματος και αρκει να μεινει καποιος χωρις αυτη για λιγες μερες ωστε να το διαπιστωσει. Ναι μεν ολα τα οργανα και ολες οι λειτουργιες εχουν τη σημασια τους, αν ομως το πεπτικο συστημα παρουσιασει διαταραχες δημιουργειται πανικος στον ανθρωπινο (και καθε αλλο ζωικο) οργανισμο.

Αναρωτιεμαι ομως, γιατι δινεται τοσο μεγαλη σημασια σε ολα τα αλλα συστηματα -αναπνευστικο, κυκλοφορικο, καρδιαγγειακο, νεφρικο, κλπ- και το πεπτικο το εχουμε χεσμενο κανονικα. Ισως επειδη εξαρταται απολυτως απο μας τους ιδιους. Γιατι, ενω δεν μπορουμε να επεμβουμε π.χ. στην ανασα, στη καρδια, στο συκωτι, στα νεφρα, στο πεπτικο συστημα ειμαστε οι κυριοι υπευθυνοι για τη λειτουργια του: Ο,τι τρωμε χεζουμε -και ΑΝ τρωμε.

Αν, μια πολη με καλο οδικο δικτυο, καλες συγκοινωνιες, καλες υποδομες δικτυων υδρευσης και παροχης ηλεκτρικου ρευματος και τηλεφωνιας, δεν διαθετει καλες υπηρεσιες καθαριοτητας, καθως και καλο αποχετευτικο δικτυο, ειναι απλως μια βρωμερη τριτοκοσμικη πολη. Φυσικα, η ελλειψη αυτη δεν οδηγει τη πολη σε αμεσο θανατο, ποιος ομως θελει να ζει σε μια τετοια πολη;

Μπορει να ισχυριστει καποιος οτι αν οι κατοικοι δεν φροντιζουν τη πολη τους, ειναι αξιοι της μοιρας τους, αλλα ποσο μοιραιο ειναι αυτο το απαισιο προσωπο τη στιγμη που η βρωμια ειναι αποτελεσμα των δικων τους παραλειψεων; Καποιος πεταει σκουπιδια, καποιος δημιουργει λυμματα, ετσι δεν ειναι;

Η Φυση εχει προνοησει για τα δικα της αποβλητα. Τα περιττωματα των ζωντων οργανισμων λιπαινουν το εδαφος. Τα κατεστραμενα φυτα σηπονται και γινονται λιπασμα για τις επομενες γενιες φυτων. Τα ψοφια ζωα θα ακολουθησουν τον ιδιο δρομο προς τη λιπανση του εδαφους, αν δεν προλαβουν να καθαρισουν το τοπιο αλλα ζωα που θα τραφουν με αυτα τα ψοφιμια.

Ο ανθρωπος, δυστυχως, απομακρυνομενος διαρκως απο τη Φυση και ζωντας σε ομαδες που ολοενα μεγαλωνουν, αποβαλλει πλεον οχι μονο περιττωματα αλλα παραγει και εναν εξαιρετικα μεγαλο ογκο σκουπιδιων και αλλων απορριμματων σε διαφορες μορφες, που αποτελουν προβλημα το οποιο η Φυση χρειαζεται μεγαλο χρονικο διαστημα ωστε να το αντιμετωπισει.

Τα στερεα και υγρα καταλοιπα των βιομηχανιων και τα αερια που ρυπαινουν την ατμοσφαιρα, ειναι οι σημαντικοτεροι ανθρωπογενεις παραγοντες μολυνσης του πλανητη. Η παραπλανηση των ανθρωπων οτι τα απορριμματα μικρης κλιμακας επιδρουν το ιδιο στη μολυνση, απλως διασκευαζει το προβλημα απο τραγωδια σε ελαφρο μιουζικαλ.

Εχουμε αναπτυξει ολα σχεδον τα συστηματα και τις λειτουργιες ζωης του πλανητη, χωρις να φροντισουμε για το πεπτικο του συστημα. Δρομοι στο εδαφος, στο νερο και στον αερα, εργοστασια παραγωγης τροφων και φαρμακων, επιχειρησεις αντλησης ενεργειακων υλων, κλπ κλπ, ολα στην υπηρεσια του ανθρωπου. Κατι λοιπον δεν πρεπει να πραξει και ο ανθρωπος για τον πλανητη; Τουλαχιστον να ελεγχει τη... διατροφη του! Ο πλανητης πασχει απο δυσκοιλιοτητα και ειναι πολυ ταπεινωτικος ενας θανατος απο αυτη την ασθενεια...

Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2007

282. post



Φορω ενα δανεικο χαμογελο και βγαινω



Ο ηλιος λαμπει, ευωδιαζουν τα σκουπιδια



Η σοφια με κατακλυζει,
βαζω γυαλια αντοχης
κοκκινα

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2007

281. ο Θανάσης επιστρέφει νικητής

Ο κ. διευθυντής είχε προτείνει στο Θανάση* να τον κάνει γαμπρό του, να τον παντρέψει με την κόρη του, στοχεύοντας στην αναπαραγωγή του γονιδίου που δημιουργεί τα δώδεκα δάχτυλα. Ηταν φανατικός υποστηριχτής της ιδέας περί του εξαδάχτυλου που θα μας φέρει πίσω την Πόλη, κλπ κλπ, και επιθυμούσε τη συμμετοχή της οικογένειάς του στη πιθανότητα πραγματοποίησης αυτής της ιδέας, την οποία έβρισκε απολύτως εφικτή. Ετσι είναι. Στις διευθυντικές καρέκλες κάθονται αναπαυτικά άνθρωποι με μεγάλες ιδέες.

Ο Θανάσης λοιπόν, μπήκε σώγαμπρος στο σπίτι του κ. Καπούζογλου, αφού φυσικά γνώρισε και παντρεύτηκε μετά από σύντομο αρραβώνα την ωραία Ανθούλα, την κόρη Καπούζογλου και νυν κ. Αθανασίου Μπαχλάκη, αφού εγχειρίστηκε και απώλεσε τα επί πλέον δάχτυλα των χεριών του. Αυτή ήταν η συμφωνία, ο όρος που είχε επιβάλλει ο κ. διυθυντής: Να κόψει τα επιπλέον δάχτυλα. Η δικαιολογία ήταν αληθοφανής, να μη τρομάξει η ωραία Ανθούλα και το υπόλοιπο σόι. Το ζουμί όμως ήταν η αφανής παροχή του γονιδίου του στην οικογένεια, να μην υποπτευθεί κανείς τι κρύβεται πίσω από αυτό τον εσπευσμένο γάμο της κόρης ενός σημαντικού παράγοντα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου με έναν απλό υπαλληλάκο σαν τον Θανάση.

Για να θολώσει τα νερά, ο κ. διευθυντής έχρισε τον Θανάση προϊστάμενο Λογιστηρίου της επιχείρησης και διέδιδε δεξιά και αριστερά ότι πρόκειται για ελπιδοφόρο νέο με Αξίες και Αρχές, αντάξιο διάδοχό του. Η Ανθούλα, απλώς ακολουθούσε τις υποδείξεις του πατρός και ουδείς λόγος της έπεφτε περί γάμου, κ.τ.τ., παρ' όλ' αυτά όμως το Θανάση τον ερωτεύτηκε σφόδρα και σύντομα η κοιλιά της άρχισε να φουσκώνει και μετά την πάροδο εννέα μηνών ακριβώς γέννησε ένα υπέροχο μωρό. Οι ευτυχείς γονείς λάτρεψαν αμέσως το σπλάχνο τους, που ήταν ένα στρουμπουλό κοριτσάκι με επτά δάχτυλα στο αριστερό του χεράκι. Ο δυστυχής παπούς, με βαριά καρδιά, άνοιξε λογαριασμό στη Τράπεζα στο όνομα της μικρής και περίμενε με αγωνία την επόμενη εγκυμοσύνη της κόρης του, η οποία συνέβη σύντομα και ήταν ατελέσφορη όπως και η πρώτη: κοριτσάκι και πάλι, με επτά δάχτυλα στο δεξί του χεράκι.

Η οικογένεια Αθανασίου Μπαχλάκη αριθμούσε τώρα τέσσερα μέλη με σαραντατέσσερα δάχτυλα χεριών, μόνο που τα δάχτυλα ήταν μοιρασμένα λάθος. Ετσι, οι μικρές εγχειρίστηκαν χωρίς αναβολή, για λόγους αισθητικής. Μετά από δυο χρόνια ανάπαυλας, η Ανθούλα ξανάμεινε έγκυος και το υπερηχογράφημα έδειξε αγόρι. Περιττό να ειπωθεί η χαρά του χαζοπαπού κ. Καπούζογλου, ο οποίος άρχισε να κάνει ένα σωρό παρανομίες προς αύξηση του μπάτζετ της επιχείρησης, ώστε να είναι ικανή να χρηματοδοτήσει μια μελλοντική αποστολή στην Πόλη για να την κατακτήσει ο μικρός μόλις θα ενηλικιωνόταν.

Η Ανθούλα γέννησε, αλλά -"άνθρακες ο θησαυρός"- το αγοράκι είχε επτά δάχτυλα σε κάθε πόδι. Το γονίδιο του Θανάση έπαιζε άσχημα παιχνίδια στον κ. διευθυντή, που όμως δεν έχανε το κουράγιο του και περίμενε με αισιοδοξία την επόμενη γέννηση, η οποία δεν άργησε να έρθει. Μετά από δεκαοκτώ μήνες, γεννήθηκε το δεύτερο αγοράκι του ζεύγους, με επτά δάχτυλα στο αριστερό του ποδαράκι. Τότε, ο παπούς έπεσε σε βαριά κατάθλιψη και ανέλαβε ο Θανάσης το τμήμα εισαγωγών-εξαγωγών της επιχείρησης.

Μετά από αρκετά χρόνια, ο Θανάσης με την Ανθούλα απέκτησαν ένα λόχο παιδιών, θηλυκών και σερνικών, με δάχτυλα πάντα υπεράριθμα αλλά όχι σωστά κατανεμημένα, τα οποία εγχειριζόντουσαν μόλις συμπλήρωναν τα παιδιά το δεύτερο έτος της ηλικίας τους. Ο Θανάσης ανέπτυξε το εμπορικό του δαιμόνιο και, παρά τις αντιρρήσεις του ξεμωραμένου πλέον πεθερού του, η επιχείρηση πρόκοψε εξαιρετικά, ιδίως στην Πόλη, όπου εξήγαγε το 90% των ολοβάμβακων και ολομέταξων προϊόντων της.

«Την πήραμε την Πόλη μπαμπά!» είπε μια μέρα η Ανθούλα στον πατέρα της και κείνος έπεσε ξερός από τη χαρά του. Τον θάψαν με μεγάλες τιμές, κηδεία με δημόσια δαπάνη λόγω της προσφοράς του στην κοινωνία: μια αλυσίδα ξενώνων για κακοποιημένες γυναίκες -σε πανελλαδικό επίπεδο- που είχε χτίσει για να μειώσει τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Πού να ήξερε τι εννοούσε η αγαπημένη του κόρη! Αν μπορούσε να φανταστεί ότι η Πόλη ειχε πλημμυρίσει από μεταξωτές και βαμβακερές μαντίλες ελληνικής παραγωγής, ίσως να είχε αφήσει νωρίτερα το μάταιο τούτο κόσμο...


__________________
* αν δεν ανοίγει ο σύνδεσμος, διαλέξτε:
http://rodiat4.blogspot.com/2006/11/183.html
ΣΗΜ. τα ονοματεπώνυμα είναι φανταστικά και ουδεμία σχέση έχουν με τη πραγματικότητα, όπως και ολόκληρη η ιστορία.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 23, 2007

280.-007.



σήμερα θυμήθηκα την Αγγελικούλα ένα μωρό που υιοθέτησε μια κυρία πενηντάρα και βάλε και το κατέστρεψε επειδή δεν της αρνιόταν τίποτα της Αγγελικούλας και ούτε τη μάλωνε ποτέ ούτε και άφηνε να τη μαλώνει κανείς μέσα στο σπίτι εκεί όπου μένανε στη Κηφισιά και μεγάλωνε η μικρή κι έγινε σωστό τέρας στο πάχος αλλά και στον εγωϊσμό και σταμάτησε το σχολείο επειδή ντρεπόταν να τη κοροϊδεύουν τα παιδιά για το πάχος της κι έπιασε φίλους παρακατιανούς ένα σιδερά να πούμε που της έκανε τη ζωή ποδήλατο και μια φορά κάλεσε βοήθεια να τον ξεμπήξει αλλά πάλι σε λίγο καιρό τα ξανάφτιαξε μαζί του κι εκείνος έμπαινε σπίτι της και όλο και κάτι ξάφριζε και όταν αρρώστησε η κυρία θετή μάνα της έδωσε μια και τη κόλλησε στο τοίχο και πέθανε σε λίγες μέρες αλλά κανείς δεν τη κατέδωσε στην αστυνομία την Αγγελικούλα που τώρα ήθελε να τη φωνάζουν Αντζελα και πήγε μια φορά στο νησί και σήκωσε ολόκληρο σούπερ μάρκετ με εγγύηση το καλό της όνομα και θα τα δώσει αργότερα αλλά δεν είχε να πληρώσει και τη κλείσανε στο φρέσκο αφού είχε καταφέρει να μείνει άφραγκη μετά από το καταβρόχθισμα της τεράστιας περιουσίας της και τις κακές παρέες και μετά μου λέτε ότι είναι καλό να υιοθετούνται μωρά αλλά πάλι η Αγγελικούλα δεν είναι ένα παράδειγμα γενικό η περίπτωση είναι μοναδική επειδή η θετή μάνα σίγουρα δεν την υιοθέτησε για να αποκτήσει παιδί ούτε για να γίνει μάνα αλλά για να εκδικηθεί τους συγγενείς της και να μη μείνει σε κανέναν από αυτούς η περιουσία της οπότε το κίνητρο για την υιοθεσία της Αγγελικούλας ήταν σαθρό αλλά πάλι κι αυτή η κοπέλα δε θα μπορούσε να εξελιχθεί διαφορετικά;

279. το σπίτι άδειασε



όλοι
φύγαν
φωνές
πουθενά
άδειασε με μιάς
πεινάω για λόγια
για λέξεις άγνωστες
θέλω να μάθω κι άλλες λέξεις
ούτε μυρωδιά φαγητού στη κουζίνα



Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 06, 2007

278. γαβ γαβ



Εκεί ψηλά, στο μέγαρο Μαξίμου
οι γαλονάδες που φυλάνε τα ομόλογα
είχανε πει "θα κόψω το δεξί μου"
μα τώρα πλέον αποφεύγουν τα βρωμόλογα.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της Γης
προέδρους σε μπαλκόνι
ποτέ μη ξαναδείς.


-->> Συγγνώμη Νίκο, Συγγνώμη Μάνο

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2007

277. χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια

χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια χάλια ΧάΛΙΑ χΑλια χάλια χάλια

Κυριακή, Αυγούστου 19, 2007

276.-006. μετακόμιση στην Αθήνα



Σαν σήμερα, 19 Αυγούστου 1957, ημέρα Δευτέρα όμως και όχι Κυριακή σαν τη σημερινή, μετακομίσαμε σε αθηναϊκή συνοικία, αφήνοντας πίσω την εξοχή και τα χωράφια των παιδικών μου χρόνων. Θλίψη πολλή, σχεδόν μελαγχολία. Ενα απότομο σπάσιμο σαν ένα πολύτιμο γυάλινο βάζο που γίνεται θρύψαλλα και είναι αδύνατο να ξανακολλήσει, διάλυσε για λίγους μήνες τη προσωπικότητα του παιδιού που ήμουν και με μεταμόρφωσε στο αιώνιο παιδί που έγινα. Οφείλω πολλά σε κείνη τη μέρα, αλλά τότε δεν το καταλάβαινα και άργησα πολύ να το καταλάβω και τη μισούσα για πολλά χρόνια αυτή την επέτειο και πολύ θα ήθελα να σβηνόταν από όλα τα ημερολόγια αυτή η μέρα. Εβλεπα το φορτηγό να πηγαίνει μπροστά, εμείς ακολουθούσαμε με τους γονείς στο κουρσάκι και βλέπαμε τις γλάστρες με τα φυτά, να ταρακουνιούνται δεξιά αριστερά οι τριανταφυλλιές στους τενεκέδες και το γιασεμί και η τεράστια αράχνη που σάπισε γιατί δεν βρήκε τόπο να της αρέσει εκεί που πήγαμε. Και ήταν τόσο όμορφη αυτή η αράχνη! Ενα σπάνιο φυτό με όμορφο αχνοπράσινο χρώμα και διάφανα κλαράκια σαν μικρές βεντάλιες. Κοντά σε όλα, έχασα και το σχολείο μου που ήταν μικτό και πήγα σε σχολείο θηλέων, χωρίς παιχνίδια στο διάλλειμμα, χωρίς γυμναστική της προκοπής, με καθηγητές λίγο πριν τη σύνταξη κι έναν απόμακρο γυμνασιάρχη.

275.-005.


ζούσα τότε στο δεύτερο γαλαξία και θυμάμαι με νοσταλγία το μικρό κουβούκλιο το σκεπασμένο με διάφανα πέταλα νυχτολούλουδων μια και εκεί πέρα τα νυχτολούλουδα είναι τεράστια επειδή είναι συνέχεια νύχτα και ο ήλιος βγαίνει μια φορά στα δέκα γαλαξιακά χρόνια που σημαίνει μια φορά στα πεντακόσια γήινα και μονάχα για πέντε ωρίτσες ίσα να τον δούμε ότι υπάρχει αλλά ξέφυγα από το θέμα που είναι να διηγηθώ μια ανάμνηση από εκείνη τη μακρινή εποχή που η πραγματικότητά μου εκτεινόταν μεταξύ ενός μαλακού κουβούκλιου σκεπασμένου με πέταλα νυχτολούλουδων και ενός τεράστιου χώρου για ομαδικό συσσίτιο όπου τρώγαμε ταυτοχρόνως όλοι κι όλοι επτά χιλιάδες τετρακόσιοι σαράντα δευτεροξαλαξιακοί όλοι με καταπράσινο σκούρο δέρμα ελαφρώς ανάγλυφο και τριχοφυΐα μηδενική με μάτια μωβ και λεπτές ευαίσθητες μυτούλες γιατί η όσφρηση ήταν η βασική αίσθηση μια και χωρίς αυτή κινδύνευε η ζωή μας και ήταν σε μας περισσότερο απαραίτητη και από την αφή επειδή έπρεπε να μυρίζουμε τον κίνδυνο στα σκοτάδια εκεί λοιπόν μια φορά πέρασε δίπλα μου ξυστά ένα μικρό ζωΰφιο με φτερά πεταλούδας και μορφή σαύρας άκρως δηλητηριώδες του οποίου το δάγκωμα γλίτωσα παρά τρίχα που λένε και εξαιτίας του κινδύνου που διέτρεξα αποφάσισα να μετακομίσω στον τρίτο γαλαξία όπου βρίσκομαι τώρα εδώ και εφτά χρόνια περίπου και μου αρέσει πολύ επειδή υπάρχει πολύς ήλιος και πολλή τρέλλα λέμε και γουστάρω και την πολυκοσμία

Σάββατο, Ιουλίου 28, 2007

274.-004.


εκεί που ήμουν χωμένος με τη μούρη στα μαξιλάρια του καναπέ σκεφτόμουν τον τοκογλύφο που μου πούλησε φύκια για μεταξωτές κορδέλες κι έβαλα τη γυναίκα μου να υπογράψει το χαρτί για την υποθήκη του σπιτιού της γιατί εμένα όλα μου τα πήραν πια οι τράπεζες και δεν είχα στον ήλιο μοίρα και ο τοκογλύφος την ήξερε καλά τη δουλειά με ένα μεγαλομάγαζο πάνω στη Κηφισίας γεμάτο λαμπερά έπιπλα κουζίνας ένα μαγαζί βιτρίνα που δεν του ανήκε μηδέν στο λογαριαμό του μηδέν περιουσιακό τίποτα λέμε όλα στη γυναίκα και στη πεθερά γραμμένα κι αυτός λευκός ωσεί περιστερά και άσπιλος σαν Αγιο Πνεύμα να μασάει τα λεφτά του κοσμάκη και να πέφτουν από τα μπαλκόνια να σκοτώνονται τέτοιος επαγγελματίας τύφλα νά 'χει ο Σάϋλωκ του Σέξπιρ και η αφεντιά μου να κλαίω κοτζάμ άντρας που τά'χασα όλα κι έφυγε και η γυναίκα κι έβαλε μπρος και διαζύγιο γιατί είμαι ένα χαμένο κορμί τώρα που δε γίνεται πλέον νά 'χει τη κάρτα της στο Βασιλόπουλο του Ψυχικού για τα ψώνια και τα παιδιά να με κοιτάζουν σαν να μη με βλέπουν γιατί δεν ξέρουν τι συμβαίνει και σάμπως ξέρω κι εγώ για να τους πω και θυμάμαι καλά τώρα όταν είχα πρωτοδιαβάσει μικρούλης τη λέξη "τοκογλύφος" και πριν ρωτήσω να μάθω τι σημαίνει νόμιζα πως είναι ένα τέρας που γλύφει το αίμα της καρδιάς σου και το ρουφάει και στεγνώνει η καρδιά και πάπαλα πεθαίνεις αλλά τώρα είναι κάτι ακόμα χειρότερο επειδή ξεγυμνώνει τον άνθρωπο από κάθε αξιοπρέπεια και αυτοεκτίμηση του κλέβει τα λεφτά και τα υπάρχοντά του όσα έχουν αξία στη ζωή και στους φίλους και στη κοινωνία και τον αφήνει στιμένη λεμονόκουπα να ξαπλάρει σε ένα καναπέ και να καταντάει ρεμάλι αυτό κάνει ο τοκογλύφος και καταστρέφει ένα άνθρωπο με γλυκόλογα και υποσχέσεις μέχρι να του κάνει τη χάρη να υπογράψει τα παλιόχαρτά του και μετά να τον εκβιάζει όπως εμένα δηλαδή

273.-003.


η πρώτη μου φορά ήταν στα δεκατρία μου όταν μια τσιγγάνα μας είχε πλευρίσει εμένα και τον αδερφό μου ένα βράδυ αργά που το είχαμε σκάσει από το ξενοδοχείο όπου οι γονείς κοιμόντουσαν μακαρίως και φαίνεται της γυαλίσαμε έτσι καθαρά αγοράκια και περιποιημένα ιδίως ο αδερφός μου που ήταν και γαλανομάτης και από δω μας είχε από κει μας είχε όλο μας έταζε παραδείσους απόλαυσης αλλά μπήκα μόνος μου στο τσαντήρι αν και ήμουν ο μικρότερος και ο αδερφός μου έμεινε απέξω να παραφυλάει κι εκεί μέσα έγινε το έλα να δεις από όσο θυμάμαι ήταν μια μικρή τσιγγανούλα μαυριδερή με δοντάκια ολόασπρα ολόϊδια με τη Φρανσίν που γνώρισα είκοσι χρόνια μετά στο Παρίσι και μείναμε μαζί δέκα χρόνια και βάλε αλλά χωρίσαμε γιατί δεν με άντεχε η κοπέλα και πώς να με αντέξει τέτοιος εγωΐσταρος που ήμουν και την ανάγκασα να κάνει δυο φορές έκτρωση επειδή στη τελική ήμουν ένα μεγάλο μωρό εντελώς ανώριμος συναισθηματικά για να αντέξω τα βάρη μιας οικογένειας και αυτό με πονάει μέχρι τώρα που βλέπω το πορτραίτο που της έφτιαξα πάνω από τη σιφονιέρα της κάμαράς μου και κάτι διαπερνά το στομάχι μου ακόμα και τώρα που τη σκέφτομαι τη Φρανσίν που παντρεύτηκε μετά ένα μαλάκα κι έκανε δυο παιδιά και χόντρυνε και λοιπόν τα δοντάκια της τσιγγανούλας γυαλίζαν και φόραγε μια φούστα πράσινη κι ένα μεγάλο ντεκολτέ από πάνω χρυσαφί και είχε κάτι μαλλιά σαν ποτάμι μαύρο να χύνονται και όταν την είδα το πουλί μου σπαρτάρισε και το έσφιγγα να μη φύγει και πετάξει μακριά και έτρεμα αλλά η τσιγγάνα η μεγάλη με πήγε κοντά στη μικρή να χαιρετιστούμε και έφερε γλυκό βύσσινο και το έφαγα και ήπια όλο το νερό και μετά κάτι συνέβη που δεν το θυμάμαι και πολύ καλά μόνο ο αδερφός μου που με είδε να βγαίνω λέει πως ήμουν σαν ζαλισμένο κοτόπουλο και με στήριξε και φτάσαμε στο ξενοδοχείο και όταν γυρίσαμε σπίτι την άλλη μέρα η μάνα μου βρήκε μουνόψειρες στο σεντόνι μου και με πήγαν στου Συγγρού και έβαζα μια σκόνη για πάνω από ένα μήνα να φύγουν κι ο πατέρας μου έτριξε τα δόντια ότι βιάστηκα να μάθω πράγματα που θα μου έλεγε αργότερα κι έλειπε κι η αδερφή μου και δεν είχα συνήγορο γιατί ο αδερφός μου έκανε σαν να μην ήξερε τίποτα και δεν τον πρόδωσα πως είμασταν μαζί και κρατούσε το φανάρι κι έχω άδικο να τα βάζω με την αδερφή μου που με προστάτευε και αυτό τη μια με νευρίαζε και από την άλλη με συγκινούσε γιατί με βόλευε αλλά όσο σκέφτομαι ότι εκείνη με είχε δει πρώτη γυμνό τι κι αν ήμουν ένα μωρό αυτό δε μπορώ να το χωνέψω μέχρι τώρα αν και πέρασα πια τα πενήντα κάτι

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007

272.-002.


τότε ήταν που μάθαινα να πλέκω επειδή ήθελα να φτιάξω ένα τσαντάκι να το κρατά η τεράστια κούκλα της Ελλης και η γιαγιά μου έλεγε ότι καλό είναι το παιδί να μαθαίνει όταν ζητά να μάθει κάτι αλλιώς δεν το μαθαίνει ποτέ και αυτό το εφάρμοσα στη μικρή μου κόρη που της αρέσει να μαγειρεύει επειδή όταν ζήτησε να μάθει της έδειξα και την άφησα κιόλας μόνη της να ανακατεύει τη κατσαρόλα ενώ τη μεγάλη όταν ζήτησε να πλύνει πιάτα στο νεροχύτη σκαρφαλωμένη στο σκαμνάκι δεν την άφησα και τώρα ούτε έξω από τη κουζίνα δεν περνάει και τέλειωσα μετά κόπων και βασάνων το τσαντάκι σε χρώμα θαλασσί και βάλαμε και κορδόνι πλεγμένο με τα δάχτυλα να κρέμεται το τσαντάκι και μέσα χώραγε ένα μεγάλο καρύδι τσίμα τσίμα και το πήγαμε στην Ελλη και το έδωσε στη κούκλα της αλλά όταν η Ελλη πέθανε ποιος ξέρει τι να έγινε η κούκλα άσε πια το τσαντάκι το πρώτο μου χειροτέχνημα με βελονάκι κάπου θα πετάχτηκε αλλά μπορώ να πλέξω πλέον όσα τσαντάκια θέλω και τώρα στενοχωριέμαι μερικές φορές που δεν ήξερα ότι υπήρχε η Ελβίρα που ήταν μεγαλύτερη από μένα και η πρώτη εγγονή της γιαγιάς μου της Ολγας που ζούσε στο Βέλγιο αλλά ήρθε στην Ελλάδα και γνώρισε τον πατέρα της στα πενήντα της χρόνια επειδή η μάνα της η Μιμή την είχε πάρει κι έφυγαν όταν ήταν μωρό εξαιτίας της γιαγιάς μου που ήταν πολύ σκληρή με το γιο της και τον πίεζε να γίνει αρχιτέκτονας σαν το θείο της τον αδελφό της προγιαγιάς μου τον Αναστάση που αναμαρμάρωσε το Στάδιο και είχε τη φωτογραφία του πάνω στο μεγάλο μπουφέ να κρατά ένα μπαστούνι αλλά ο δικός μου θείος στραβώθηκε εκεί στη Γάνδη από τα σχέδια και βρήκε τη Μιμή και τη παντρεύτηκε και θα ζούσαν ευτυχισμένοι ή τουλάχιστον όπως θά 'θελαν άμα τους άφηνε η γιαγιά μου στην ησυχία τους και τώρα έρχεται η Ελβίρα που είναι ελληνοφλαμανδή και δε μπορούμε να σταυρώσουμε λέξη γιατί από ελληνικά γρυ και μόνο αγγλογαλλικά μπορούμε να συνεννοηθούμε και πώς να της διηγηθώ όλα όσα θέλει να ξέρει και με το δίκιο της

271.-001. οταν η μνημη δουλευει δυσκολα σταματα -001


κάτι τέτοιες νύχτες είναι που οι αναμνήσεις με βομβαρδίζουν κάνοντας ζιγκ-ζαγκ και ζάπινγκ ξεκινώντας από τη νηπιακή ηλικία πηδώντας στον έγγαμο βίο κι από κεί πίσω στα παιδικά χρόνια και μετά στην εφηβία και στο σήμερα και λίγο παραπίσω δεκαετίες και πενταετίες μήνες μέρες ώρες και στιγμές παρελαύνουν σε δρομολόγια λεωφορείων ταξί τρένων αεροπλάνων βαποριών τραμ τρόλλεϊ-μπας και κίτρινων λεωφορείων της Παουερ και δε λένε να σβήσουν και δεν έχω κι ένα πλεχτό που με βοηθά να ταχτοποιώ τις σκέψεις μου και σκεφτόμουν τι είναι Νόμος και πόσα παραθυράκια έχει καθένας τους σκέτα σουρωτήρια και ο καλός επαγγελματίας πρέπει να γνωρίζει τα παραθυράκια τις τροπολογίες τις παρεκκλίσεις και τις ερμηνευτικές εγκυκλίους ώστε να έχει πελατεία γιατί αν δεν εξυπηρετηθεί η απληστία του πελάτη πάει τον έχασες και άντε να ζήσεις θα πρέπει να διοριστείς πουθενά να σε φάει η ίντριγκα των δημοσίων υπηρεσιών και ήμουν καλή επαγγελματίας αλλά δεν έκανα χρήση των Νόμων για τη πάρτη μου ντρεπόμουν και ένιωθα αρκετές τύψεις που το έκανα αυτό για να εξυπηρετήσω άλλους αν και ήταν απολύτως νόμιμο και ούτε πρόστιμο πλήρωσε κανείς ποτέ και θυμήθηκα την κυρία Ζουρούδη την Ελλη όπως ήθελε να τη φωνάζω ακόμα και 'γώ που ήμουν νήπιο αλλά με πήγαινε η μάνα μου να μάθω χορό και κόντεψα να πεθάνω μια και είχε κοπεί η όρεξή μου από τη κούραση και δεν έτρωγα τίποτα κι έπαθα αδενοπάθεια και στις φωτογραφίες μοιάζω με παιδί από τη Μπιάφρα αλλά τότε έπαιζα πολύ και έκανα κούνια και μια φορά κόντεψε να γυρίσει η κούνια ανάποδα και να τσακιστώ και ο κίνδυνος αυτός με γοήτευε από πάντα νομίζω να φτάνω στα όρια όπως έμαθα αργότερα να το λένε αυτό το ανατρίχιασμα στη ραχοκοκκαλιά τότε ήταν που έκανα κάπου 150 ενέσεις στρεπτομυκήνης στα όρθια γιατί βιαζόμουν να ξαναβγώ να ξαναπαίξω τέτοια λαχτάρα είχα για παιχνίδι ούτε κλάμματα ούτε τίποτα μάλιστα είχα πείσει τον εαυτό μου ότι μου άρεσαν οι ενέσεις αν και ήξερα καλά ότι αυτό ήθελα να το πιστεύω για τους άλλους διαφορετικά δεν θα το άντεχα όπως έλεγα πως τρελαίνομαι για μουρουνόλαδο και κατάπινα κομματάκια βούτυρο χωρίς ψωμί για να γίνω καλά και να ζήσω όπως μου λέγαν

Πέμπτη, Ιουλίου 26, 2007

270. αγωνιώδες ουρλιαχτό προς διάφορους αποδέκτες



μολις πριν λίγες ώρες διαπιστωσα οτι το μπλογκ μου taparaponasas stoMIXER ελέγχεται για απαράδεκτα/ανεπιθύμητα περιεχόμενα, ετσι, δεν ανανεώνεται αμέσως, ακομα και στο Τεχνορατι έχει 3 μερες να ανανεωθει. Ελεγχονται και τα δικα μου σχολια -δεν εμφανιζονται αμεσως στη κυρια σελιδα του ποστ (σε οποιοδηποτε μπλογκ).. αλλά παραμενουν για ενα χρονικο διαστημα στο "μούσκιο"..

Γνωρίζει ή υποψιάζεται κάποιος τι (μπορεί να) συμβαίνει..?

Τετάρτη, Ιουλίου 25, 2007

269. ταξιδεύοντας πάνω στο χνάρι του νερού






-1-

ακολουθώντας υγρά μονοπάτια
χαραγμένα στα λοφία των κυμάτων
αναστεφόμενα λοφία κατάλευκα
αναζητώ μια βροχερή ανάσα
την ανάσα σου εκείνη
την εγκατέλειψες φεύγοντας
μα σε ακολούθησε κι άφησε χνάρι
στο νερό ανεξίτηλο, μαύρο,
σίφουνας μαύρος είναι η ανάσα σου
κι αν μέσα της οδεύω δεν γνωρίζω
το πού θα φτάσω και το αν θα με πνίξει
κι αν θα ξυπνήσω εδώ ή στον άλλο κόσμο
μαζί σου για πάντα, οι δυο μαζί,
πεθαμένοι μα ζωντανοί


-2-

ακολουθώ το χνάρι στο νερό
το βλέπω χαραγμένο
σαν το χυμένο μέταλλο υγρό
κόκκινο γίνεται και ύστερα σκληραίνει
κι ανάλογα το μέταλλο λαβαίνει χρώμα
ασήμι είναι το δικό σου, μαυρισμένο,
σαν ανταριάζει ο ουρανός δεν το διακρίνω
γκρίζο το χνάρι, γκρίζος ουρανός και γκρίζο κύμα
και ξέχασα και τα γυαλιά μου
φώναξέ με!

Κυριακή, Ιουλίου 22, 2007

268. η πορδή της Αφροδίτης



Βγήκα για φαγητό έχοντας στο νου μου το θέμα "πορδή". Ετρεμα από την πείνα και πρόσεχα να μη τρώω με φανερή βουλιμία τις ψητές σαρδελίτσες και τα χόρτα που παρήγγειλα. Χρησιμοποιούσα μαχαίρι και πιρούνι και τις ξεκοκκάλιζα προσεκτικά. Ηταν 16 ολόκληρες μπουκιές, μια σαρδέλα δυο μπουκιές επί οχτώ σαρδέλες. Δεν άργησα και πολύ να τελειώσω το φαγητό μου, πλήρωσα, έκανα μια μικρή βόλτα και γύρισα στο δροσερό μου χώρο πανέτοιμη να γράψω για το θέμα που με έχει απασχολήσει πάρα πολλά χρόνια αλλά το έβρισκα από τη μια πολύ τολμηρό κι από την άλλη πολύ αντιαισθητικό για να ασχοληθώ μαζί του. Σήμερα, που σιγουρεύτηκα ότι δεν έχω πρόθεση να προκαλέσω με το γραφτό μου, μπορώ επιτέλους να ασχοληθώ με αυτή την ανθρώπινη δραστηριότητα, την παραγωγή αερίων.Ας ξεκινήσω χρονικά. Οταν ήμουν πολύ μικρή, έψαχνα στα βιβλία να μάθω για τον έρωτα, κι έτσι έπεσα πάνω σε μια εικόνα ενός αγάλματος της Αφροδίτης με τίτλο «Αφροδίτη οκλάζουσα». Ηταν μια Αφροδίτη γονατιστή, αλλά εμένα ο νους μου καρφώθηκε σε αυτό το «οκλάζουσα» κι έτρεξα στη γιαγιά μου και της ανακοίνωσα θριαμβευτικά ότι «και η Αφροδίτη κλάνει!», έτοιμη να συμπληρώσω ότι έχει κι ένα παιδάκι να μαζεύει τις πορδές της, αλλά η γιαγιά με κοίταξε αυστηρά εξηγώντας μου το «οκλάζουσα», πως δηλαδή σημαίνει «οκλαδόν» και καμία σχέση δεν είχε με το ρήμα «κλάνω» και ότι η Αφροδίτη ήταν μια αρχαία θεά και έτρωγε αμβροσία, άρα αποκλείεται να έκλανε, και να μη λέω κακές λέξεις. Δεν με έπεισε και τόσο το λογύδριο της γιαγιάς μου της κοντέσσας, επειδή ήμουν σίγουρη πως μου έκρυβε κάτι και με τα λεγόμενά της απλώς ήθελε να υπερασπίσει τα όσα μου μάθαινε μέχρι τότε, ότι τα παιδιά δεν πρέπει να κάνουν "προυμ", ιδίως τα κοριτσάκια που μια μέρα θα γίνουν κυρίες. Ακόμα και το "πριτς" ήταν κακή λέξη, μόνο "προυμ" επιτρεπόταν να ονομάζεται το σχετικό αέριο, που ξέφευγε το άτιμο εκεί που δεν το περίμενε κανείς και έκανε τη γιαγιά μου να λέει «ου ου ου, πάλι κρύωσε το παιδί» και φώναζε τη Βιτώρια να μου βάλει κομπρέσσα με οινόπνευμα.Οταν μεγάλωσα πια, έμαθα ότι η πορδή είναι κάτι σαν αντρικό προνόμιο. Οι άντρες στο γραφείο μαζευόντουσαν σε ένα δωμάτιο τις μεσημεριανές ώρες κι έκαναν διαγωνισμό ποιος θα αφήσει την πιο ηχηρή. Μάλιστα, έμαθα ότι οι ηχηρές πορδές δεν βρωμούν παρά μονάχα οι «κουφές», αυτές που δεν κάνουν θόρυβο. Ολες αυτές τις γνώσεις τις αποκάλυψαν επειδή με εμπιστευόντουσαν ως συνάδελφο, διαφορετικά, αν με έβλεπαν ως γυναίκα, είναι βέβαιο ότι δεν θα μάθαινα τίποτε απολύτως. Εκτοτε, διατηρώ μια απέχθεια προς τους άντρες που μαζεύονται κάπου μονάχοι τους, επειδή υποπτεύομαι ότι το κάνουν για να μετρήσουν το ηχόχρωμα των πορδών τους.Περνώντας τα χρόνια, απομυθοποίησα εντελώς το θέμα «πορδή», τη στιγμή μάλιστα που έμαθα για τη σημασία που δίνουν στη φυσική αυτή αποφόρτιση του εντέρου οι άραβες, καθώς και για την αδιαφορία που επιδεικνύουν οι άγγλοι σε αυτό το φαινόμενο. Αν είσαι καλεσμένος π.χ. σε τραπέζι στο σπίτι ενός σεΐχη και δεν κλάσεις, αυτός παρεξηγείται και νομίζει ότι δεν χόρτασες ή δεν σου άρεσε το φαγητό ώστε να σκάσει το έντερό σου από την πολυφαγία. Το ίδιο σημαντικό είναι και το ρέψιμο, που πρέπει να είναι και αυτό ηχηρότατο και επαναλαμβανόμενο. Ευτυχώς, δεν είχα την τιμή να με καλέσει σεΐχης στο σπίτι του. Αν είσαι συνδαιτημόνας σε τραπέζι άγγλων, αναγκαστικά θα ακούς τις πορδές τους και θα πρέπει να κάνεις σαν να μη τρέχει τίποτα. Και γιατί να τρέχει άλλωστε; Μια φυσική λειτουργία είναι, το φιλοσόφησα το πράγμα, έτσι δεν φόρτωσα τα παιδιά μου με ενοχές που απορρέουν από τη λειτουργία του πεπτικού συστήματος.

Τελειώνω με το γνωστό ανέκδοτο που προκαλούσε πολλά γέλια κατά την εφηβεία μας, για τη γριούλα δηλαδή, που έτρεχε πίσω από τον παπά και σταυροκοπιόταν όταν εκείνος έψελνε «και έκλασεν ο Χριστός τον Αρτον», λέγοντας «την πορδίτσα σ' Χριστούλη μ', την πορδίτσα σ'!»

Σάββατο, Ιουλίου 14, 2007

267. το κλειδί






με κλείδωσες στη σκοτεινή θαλάμη

πέταξες το κλειδί

αλλά...
το όπλο εκπυρσοκρότησε


ελευθερώθηκα

μετά...

ξανακλειδώθηκα στη σκέψη σου





Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2007

266. περασμένα σαράντα



Η γυναίκα που καθόταν μόνη, πρόσεξε τη γυναίκα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Ταβέρνα στην Αντίπαρο, καλοκαίρι ντάλα, Αύγουστος, βραδάκι. Γαλλίδα ψηλή και λεπτή, γυμνασμένη, μαλλιά κοντά και πολύχρωμα από το ξέβαμμα, μάλλον τα άφηνε να "αναπαυτούν". Γύρω στη γαλλίδα, ο άντρας και τα παιδιά της, χαρούμενη συντροφιά. Η γυναίκα που καθόταν μόνη, πρόσεξε τα μαλλιά της γαλλίδας, πρόσεξε και το μπόι της και τη χαρακτήρισε μέσα της «ξεβαμμένη γκαμήλα». Η γυναίκα που καθόταν μόνη της, μόλις είχε χωρίσει και η διάθεσή της ήταν σκατά. Οταν ανίχνευσε τον χαρακτηρισμό που έδωσε το μυαλό της στη χαριτωμένη γυναίκα του διπλανού τραπεζιού, κάτι έσπασε στη ψυχή της και σηκώθηκε να πάει παραπέρα, στην ακρογιαλιά, να κλάψει.

«Περασμένα σαράντα, βρε μάνα, περασμένα σαράντα κι ακόμα δουλεύει μέσα μου η μιζέρια σου και τα μαθήματα γκρίνιας! Πότε πια θα μ' αφήσεις, ρε μάνα; Πότε θ' ανασάνω σαν άνθρωπος; Πότε θα πάψω να κρίνω στραβά και πότε θα δεχτώ τον άνθρωπο όπως είναι; Στο προσκέφαλο των παιδιών μου ψιθύριζα "ν' αγαπάς όλο τον κόσμο πουλάκι μου, όπως είναι, να δέχεσαι όλους τους ανθρώπους με τις χάρες και τις αδυναμίες τους" προσπαθώντας, ρε μάνα, να σε ακυρώσω, να μη συνεχιστεί στα παιδιά μου η μαυρίλα σου. Κι έρχεσαι όταν δεν σε περιμένω και με ακυρώνεις εμένα σαν άνθρωπο. Φτου σου, ρε μάνα, κι όξω και μακριά από μένα! Φτου!»

Μουρμούραγε η γυναίκα κι έτρεχαν δάκρια λύσσας από τα μάτια της, που όλο το ανάποδο βλέπαν στην ομορφιά, έψαχναν κι έβρισκαν το στραβό στα ωραία, κι έμοιαζαν με τυφλά αυτά τα μάτια, τόσο που η γυναίκα ήθελε να τα βγάλει ώρες ώρες. Μάζεψε το φαρδύ της αραχνοΰφαντο φουστάνι και γύρισε στο τραπέζι της να πληρώσει και να πάει για ύπνο. Οι γάλλοι ήταν ακόμα εκεί, κόντευαν να τελειώσουν το φαγητό και συζητούσαν για μετά. Η γαλλίδα γύρισε προς το μέρος της γυναίκας και τη ρώτησε αν γνωρίζει κάποιο μπαράκι με μουσική, η γυναίκα απάντησε στα γαλλικά για το μπαράκι του Τάσου, πιάσαν κουβέντα, αρχίσαν τα χάχανα, μια παρέα γίναν όλοι σε λιγάκι, μια χαρούμενη παρέα διακοπών που πήγε μετά τα φαγητό να συνεχίσει τη βραδινή διασκέδαση.

Κυριακή, Ιουνίου 24, 2007

265. η κασέλα του Γιάννη του Μαυροκέφαλου



Χτες έμαθα την ιστορία της κασέλας αυτής, που κληρονόμησα προσφάτως. Είναι μια πολύ παλιά κασέλα, φτιαγμένη από 7 χοντρά σανίδια βελανιδιάς περασμένα με κάσια, να δείχνουν σχεδόν μαύρα. Ενα πλατύ σανίδι για πάτο, από ένα στις τέσσερις πλευρές και δυο για το καπάκι που ανοίγει μισό μισό με μεντεσέδες. Στις στενές πλευρές έχει από ένα χερούλι σιδερένιο. Πάνω στη μια σανίδα του καπακιού υπάρχει το μονόγραμμα "Ι Μ" με πυρωμένο σίδερο χαραγμένο, ένα μονόγραμμα που φαίνεται πιο μαύρο κι απ' το μαύρο.

Ο Γιάννης ο Μαυροκέφαλος ήταν από την Πόλη και, καθώς λέγαν, πολύ κακός άνθρωπος. Το γιατί όμως τον χαρακτήρισε έτσι η γυναίκα που διηγήθηκε την ιστορία της κασέλας του, δεν το εξήγησε επαρκώς. «Ηταν ναυτικός», είπε, και «πήγαινε με πολλές γυναίκες». Για το λόγο αυτό, μάλλον καλόν άνθρωπο θα τον χαρακτήριζα, εκτός αν εμπορευόταν τις γυναίκες αυτές, πράγμα που δεν διευκρινίστηκε.

Η ιστορία της κασέλας του ξεκινά μετά την εξαφάνιση του πρώτου κατόχου της, μέσα στη γερμανική κατοχή. Είναι μεγάλη ιστορία, πιάνει μέσα της τέσσερις γενιές με τα παρακλάδια τους, ξαπλώνεται απ' άκρη σ' άκρη του κόσμου και δύσκολα θα χωρέσει εδώ πέρα, έτσι, δεν θα τη γράψω. Γράφω αυτό το ποστ για να τη θυμάμαι, κάτι σαν υπόσχεση στο μέλλον -αν ζήσω και προφτάσω να τη ξετυλίξω ολόκληρη. Γύρω από αυτή την κασέλα παίχτηκαν δράματα, γίναν φόνοι, μια γυναίκα πέθανε φυματική, άνθισαν έρωτες, πέθαναν έρωτες στραγγαλισμένοι από υπερβολική μητρική φροντίδα, πάνω της αλλάχτηκαν κατουρημένα μωρά σε σκευοφόρους τρένων, αποτέλεσε το πρώτο έπιπλο ερωτευμένου ζευγαριού και το τελευταίο δυστυχισμένου εργένη, ταξίδεψε στην Αφρική, στο Βέλγιο, πέρασε κι από Ινδίες, κι άλλα πολλά και παράξενα. Σκέφτομαι αν θα πρέπει να την κρατήσω ή να τη δώσω για καυσόξυλα.

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2007

264. γλιστρώντας πάνω στο αίμα



Δεν θέλησα να σε δω νεκρό
Γλιστρούσα πάνω στο αίμα και στον εμετό σου
-Οι σόλες μου γλιστρούσαν-
Εψαχνα μηχανικά στα ντουλάπια σου να βρω
Κουστούμι νεκρικό, πουκάμισο, γραββάτα
-Οχι, όχι, δεν φορούσες γραββάτες-
Αν και ήταν στο ντουλάπι κρεμασμένες πολλές
-Πάνω από πενήντα γραββάτες-
Διάλεξα ένα σακκάκι τουήντ καφέ μουσταρδί
-Το χρώμα που σου άρεσε να φοράς-
Ενα παντελόνι μπεζ, ένα πουκάμισο λευκό
Το λευκό αναδεικνύει το πρόσωπο
-Είπε το κοράκι που με συνόδευε-
Δεν του άρεσε το ωραίο σου πουκάμισο
Το ταιριαστό με το σακκάκι
«Τι όμορφος που είναι» είπαν κάτι γυναίκες
Ακουγα και δεν μιλούσα
Καθόλου δεν μιλούσα, μόνο είχα κρύψει
-Το πρόσωπο σε έναν ώμο-
Δεν θέλησα να σε δω νεκρό
Και δεν το μετάνοιωσα
-Ετσι κι αλλιώς, ωραίος ήσουν-
Θα σε θυμάμαι έτσι
-Ποιος ξέρει πόσο υπέφερες-
Θα σε θυμάμαι και θα σε ξεχνώ συνάμα


Σάββατο, Ιουνίου 02, 2007

263. Το τεκμήριο του θανάτου είναι η ελπίδα



Οσο ελπίζει ένας άνθρωπος, τόσο νομίζει πως ο θάνατος δεν πρόκειται να τον αγγίξει ή, όταν αυτό συμβεί, το άγγιγμα θα γίνει με απαλό και γλυκό τρόπο και αφού περάσουν πάάάάρα πολλά χρόνια.

Η ελπίδα λοιπόν, δρα ανασταλτικά σε σχέση με το θάρρος. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ήρωας που ελπίζει. Ο ηρωϊσμός είναι πράξη απελπισίας. Η ηρωϊκή Εξοδος του Μεσολογγίου δεν θα είχε γράψει ιστορία αν δεν είχαν απελπιστεί εκείνοι οι άνθρωποι. Ούτε η Αμαλία Καλυβίνου θα είχε γράψει λέξη αν διατηρούσε την ελπίδα ότι κάτι θα μπορούσε να πάει καλύτερα με την περίπτωσή της.

Ο Αγώνας των πρωτοπόρων, των ηρώων που γίνονται σύμβολα, έχει μια κοινή βάση: την απιστία στην ελπίδα. Δεν πιστεύουν πλέον ότι μπορεί να γίνει κάτι τι το παραμικρό κι έτσι πέφτουν στη φωτιά, στο τσεκούρι, στο γιαταγάνι και γίνονται ήρωες τη στιγμή ακριβώς που ίσως νομίζουν ότι η πράξη τους μπορεί και να τους απαξιώσει στο μέλλον. Εχει γράψει ένα ωραίο διήγημα ο Andreas Latzko για την περίπτωση ενός δειλού στρατιώτη και τον τρόπο που έγινε ήρωας. Οπου νά 'ναι θα το ανεβάσω.

Οσο η εικόνα που προβάλλεται σήμερα για τον άνθρωπο, η εικόνα του μοντέλου χωρίς ατέλειες, του σχεδόν πλαστικού ανθρώπου, του ανθρώπου με το τέλειο ρούχο και το τέλειο δέρμα και τα τέλεια δόντια και το τέλειο αυτοκίνητο, το τέλειο δάνειο, το τέλειο σπίτι, το τέλειο κινητό, κλπ κλπ, όσο η εικόνα αυτή προβάλλεται λοιπόν, τόσο ο άνθρωπος θα απομακρύνεται από την εικόνα της πραγματικότητας, όπου ορίζεται το πεπερασμένο της ύπαρξης.


262. το κατοστάρι



Ετσι λέγαμε τότε το δρόμο 100 μέτρων "κατοστάρι" και μου άρεσε να τρέχω το "κατοστάρι" κι έτρεχα γρήγορα φυσέκι που λένε και το αγαπημένο μου παιχνίδι -ποιο άλλο;- το κυνηγητό και μια εποχή είχε βγει ένα παιχνίδι σύνθετο το "κρυφτό-κυνηγητό" όπου κρυβόσουν και έπρεπε μετά να σε πιάσει κιόλας αυτός που "τα φύλαγε" γιατί ακόμα κι αν σε έβρισκε δεν υπολογιζόταν κι αν δεν έπιανε κανένα θα έπρεπε να τα ξαναφυλάξει. Εμένα δεν μου άρεσε να τα φυλάω σε κανένα παιχνίδι αλλά υποχωρούσα μπροστά στην ανάγκη να παίξω έπρεπε να κυλά ομαλά η ηλικία του παιχνιδιού και αν με βαστούσαν τα πόδια μου θα έτρεχα και σήμερα αλλά φοβάμαι μη φάω καμιά τούμπα και σπάσω κάνα κόκκαλο κι έτσι περπατώ μονάχα. Καμιά φορά αποφάσιζα να τα φυλάω πρώτη γιατί κανείς δεν ήθελε να τα φυλάει και κάπως έπρεπε να αρχίσει το παιχνίδι κι έτσι τα φύλαγα αλλά έπιανα στα γρήγορα κάποιον και γλίτωνα το ανιαρό του να κυνηγάς ή να ψάχνεις να βρεις κρυμμένους και άντε να φωνάζουν "πορτοκάλι" και "μανταρίνι" και να σου σπάν τα νεύρα. Μια φορά είχα φάει μια τούμπα μπροστά σε ένα συμμαθητή μου στη πρώτη γυμνασίου κι εκείνος έμεινε στήλη άλατος -ίσως περίμενε να κλάψω ποιος ξέρει- αλλά ξύπνησε όταν σηκώθηκα αστραπιαία και συνέχισα το τρέξιμο και είχε να το λέει πόσο με θαύμαζε που δεν είχα βάλει τα κλάμματα με το ματωμένο γόνατό μου. Αυτό το παιδί ερχόταν μαζί με ένα άλλο από το ορφανοτροφείο και φορούσαν και οι δυο τους καπελάκια μπλε κι έτσι ξεχώριζαν απο τα άλλα παιδιά. Ο ένας ήταν ψηλός και όμορφος και φορούσε ένα μπλε κοστούμι και τον λέγαμε "μπλεκουστουμάκια" -πού να καταλάβουμε τότε πως μπορεί να μην είχε άλλα ρούχα και έτσι μάλλον θα ήταν. Ο άλλος ο κοντός ήταν ένα παιδί ζωηρό που δεν τά'παιρνε πολύ τα γράμματα αλλά ο ψηλός φίλος του τον βοηθούσε και μαζί ερχόντουσαν μαζί φεύγαν εκτός από τη φορά που αυτός με τα μπλε πήγε ραντεβού με μια κοπελίτσα που γουστάριζε και της άρεσε κι αυτηνής -ξανθιά και γαλανομάτα ήταν αλλά ξέχασα τ' όνομά της. Αυτός πήγε στο ραντεβού πήγε και η κοπελίτσα αλλά πήγε και ο μπαμπάς της που έπαιρνε από πίσω την κόρη του συχνά για να τη προσέχει και κάτι είχε ψυλλιαστεί για ραντεβουδάκι όταν η μικρά του είπε ότι πάει για κλωστές στο περίπτερο κι έπιασε το νεαρό με τα μπλε και του έβγαλε το καπέλο κι εκείνος να φωνάζει «μη, μη το καπέλο! πώς θα γυρίσω πίσω στο ίδρυμα» αλλά ο μπαμπάς το πήγε αυτοπροσώπως το καπέλο την άλλη μέρα στο ίδρυμα και τα παιδιά του ορφανοτροφείου δεν ξανάρθαν στο σχολείο. Αυτά τα μάθαμε από την κολλητή της ξανθιάς κοπελίτσας -το επίθετο νομίζω από κάπα άρχιζε- όπως μάθαμε ότι πήγε εσωτερική σε ακριβό σχολείο και ύστερα από λίγα χρόνια που συνάντησα την κολλητή στο δρόμο μου είπε ότι παντρεύτηκαν η ξανθιά με τον μπλε και ο μπαμπάς της τον εκπαιδεύει στην επιχείρισή του -ένα καλό μπακάλικο. Μια φορά που έτρεχα το κατοστάρι σε μαθητικούς αγώνες λίγο πριν το τέρμα -ένα συρματόπλεγμα- έστριψα το κεφάλι να δω πού βρισκόταν η επόμενη κι αυτή κοίταζε μπροστά και με πέρασε και η γυμνάστριά μας ήταν έξαλλη «τι δουλειά είχες να κοιτάξεις πίσω» μου φώναζε για κάμποσες μέρες «θα είχαμε το δεύτερο τουλάχιστον» γιατί το πρώτο το έπαιρνε η Κατσικαδέλη το κορίτσι άνεμος λίγα χρόνια μεγαλύτερή μου ενώ η Τριανταφυλλάκη που ήρθε δεύτερη ήταν δυο τάξεις κι ένα χρόνο μικρότερη αλλά ήταν η ψηλότερη απ' όλες και κοκκινομάλλα. Από τότε το θυμάμαι αυτό το μάθημα να μη στρίβω το κεφάλι όταν αγωνίζομαι άλλο όταν παρατηρώ. Τώρα που δεν μπορώ να τρέχω το έριξα στην παρατήρηση με κίνδυνο να με πατήσει κάποιος που τρέχει και δεν βλέπει μπροστά του. Πάει κι αυτή η ιστορία με τα τρεξίματα αν και θέλω να πω ότι η τελευταία φορά που θυμάμαι να έχω τρέξει γρήγορα είναι στη κηδεία του Παναγούλη έκανα την απόσταση Ευαγγελισμό Σύνταγμα σαν αστραπή. Ετρεχα και τα βράδια της πρώτης εγκυμοσύνης μου από το σπίτι στο γαλατά ή από το γραφείο στο σπίτι επειδή σκεφτόμουν ότι για πέντε μήνες τουλάχιστον δεν θα μπορώ να τρέχω και στον τρίτο μήνα σταμάτησα τα πολλά τρεξίματα και δεν ξανάτρεξα από τότε στα σοβαρά. Ετσι μού 'ρχεται να αρχίσω να τρέχω γύρω γύρω το τετράγωνο τις νύχτες και να πάθω ένα καρδιακό να με βρουν ξυλιασμένη να μην έχω ταυτότητα και να φύγω ως εξαφανισθείσα και να με φαντάζονται κάπου μακριά και ζωντανή να μην υπάρχει το τεκμήριο του θανάτου -το πτώμα δηλαδή. Κάτι πρέπει να γράψω γι αυτό το τεκμήριο που δεν σχετίζεται με τη φορολογία και ευτυχώς γιατί με τόσους νεκρούς γύρω μου θα έπρεπε να με είχαν ρημάξει στο φόρο. Ευτυχώς στη κολλητή μου πέτυχε η εγχείριση με αβαρία ενός νεφρού αλλά σώθηκε το επινεφρίδιο καλλιτέχνης ο γιατρός. Η κολλητή απέφευγε το μάθημα της γυμναστικής για να μη δείχνει τα μπούτια της επειδή την είχε δαγκώσει ένα σκυλί όταν ήτανε μικρή και ντρεπόταν για το σημάδι αλλά τώρα που μεγάλωσε ανατρέφει σκυλάκια.

Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2007

261. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ



«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»
(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

Μην πάρεις φακελάκι - Μην δώσεις φακελάκι

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»
(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες ινοσάρκωμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com/, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

ΥΓΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)



Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:







  • ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ






  • ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ






  • ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ






  • ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.






  • ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ



ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.



  • ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ


  • ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ


  • ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ


ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.


ΕΛΛΗΝΕΣ BLOGGERS


Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

260. μονοπάτια φιδοτόπων




Σε μονοπάτια φιδοτόπων τι θέλω 'γώ να περπατώ;
Είναι καλύτερα λοιπόν ν' ακροβατώ,
να σβουράω σαν τη ρόδα, όπως δεν τόλμησε κανείς,
και τα χνάρια μου να σβήνω με την άχνα της φωνής

Κι αν λεξιλόγια μου τάζουν για να στιλβώσουν το μυαλό,
σβουράω σα ρόδα κι ανυπόκριτα γελώ,
έχω μάθει ν' αγναντεύω πιο μακριά κι απ' τα βουνά,
κι όποια λέξη κι αν ακούσω, μου την έχουν πει ξανά

Τετάρτη, Μαΐου 30, 2007

259. το δέρμα του σουμέριου πυρπολητή



Τα δάση στη χώρα των σουμέριων ήταν πολύ εύφλεκτα, επειδή υπήρχαν πολλοί θάμνοι χαμηλά και οι σουμέριοι δεν καθάριζαν συχνά το έδαφος κι έπεφταν κουκουνάρες και με τον παραμικρό σπινθήρα πιάναν φωτιά κι έσκαγαν και η φωτιά εξαπλωνόταν και καιγόντουσαν τα δάση σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων. Βεβαίως, εκείνη την εποχή μάλλον δεν υπήρχε το μέτρο ως μονάδα μέτρησης αποστάσεων, οπότε, ούτε χιλιόμετρα υπήρχαν, αλλά οι απεικονίσεις του μυαλού μου έτσι δείχνουν, «ακτίνες πολλών χιλιομέτρων», και αδυνατώ να τις αμφισβητήσω, πού να τα βάζω και με το μυαλό μου τώρα...

Στα δάση αυτά υπήρχαν φυλάκια πυροσβεστών, όπου αρχηγός ήταν ο αρχιπυροσβέστης, ο οποίος ουδέποτε είχε πατήσει το πόδι του σε δάσος, επειδή τον πείραζε η υγρασία, μερικοί μάλιστα λέγαν ότι εκείνος πυροδοτούσε τις φωτιές «για να στεγνώξει καμιά φορά αυτός ο τόπος», όπως του ξέφευγε κι έλεγε κάπου κάπου, εν τη ρύμη του λόγου που λένε, αλλά τα πολλά λόγια είναι φτώχεια και οι σουμέριοι κάθε άλλο παρά φτωχοί ήταν. Ζάπλουτοι, με δεκάδες άλογα κι εκατοντάδες αιγοπρόβατα ο φτωχότερός τους, με σπίτια μαρμαρένια δεμένα με καΐτια από ξύλο σκληρό τριανταφυλλιάς τα περισσότερα, αυτοί ήταν οι σουμέριοι σε γενικές γραμμές.
Σε ειδικές γραμμές, ήταν γραμμένο το κισμέτ τους, ότι θα πάνε όλοι από την κακιά αρρώστια, μια φάουσα που έτρωγε τα σπλάχνα του ανθρώπου και το δέρμα του τό 'κανε μελιτζανί. Επίσης, η αρρώστια αυτή κόνταινε το σώμα και το πάχαινε από τη μέση και κάτω απεριόριστα, ενώ από τη μέση και πάνω το λέπταινε ανυπερθέτως, έως ότου το κεφάλι κρεμόταν στα πλάγια, δεδομένου ότι δεν έμενε σχεδόν λαιμός να το κρατά σε όρθια στάση. Φοβερή και τρομερή αρρώστια, ειδικά για ένα περήφανο λαό όπως οι σουμέριοι, που είχαν σε ιδιαίτερη υπόληψη τα καλογυμνασμένα νεανικά σώματα. Το μόνο παρήγορο ήταν για όσους αρρώσταιναν, η τοποθέτησή τους σε υψηλές θέσεις της κρατικής ιεραρχίας το λίγο χρόνο που τους έμενε έως ότου αποδημήσουν στους κήπους της Ιστάρ ή Αστάρτης, μιας θεάς μίγμα Αφροδίτης και Αρτέμιδας.

Την ημέρα που ασθένησε ο βοηθός πυραγού, ο ανθυποπυραγός Ιουραίος, ο ήλιος βρισκόταν στον αστερισμό των διδύμων δεινοσαύρων, έτσι το δέρμα του δεν έγινε μελιτζανί αλλά πράσινο και απέκτησε μια τεράστια ανθεκτικότητα στη φωτιά αλλά και σε κάθε κακουχία. Ούτε τρυπιόταν, ούτε καιγόταν, ούτε έμπαζε νερό. Αδιάβροχο, άκαυστο, θεόγερο -που έλεγ' η γιαγιά μου για τα υφάσματα της UNRA. Με ένα τέτοιο δέρμα, σίγουρα μπορούσε να γίνει και πρωθυπουργός, μόνο που αυτό δεν θα κρατούσε για πολύ. Ρώτησαν λοιπόν τον σουμέριο ανθυποπυραγό αν ήθελε να γίνει πρωθυπουργός. Εκείνος αρνήθηκε ευγενικά και ζήτησε αντ' αυτού τη θέση του πυρπολητή δασών. «Μια ζωή τα έχω άχτι αυτά τα δέντρα, δώστε μου την ευκαιρία να τα ξεπαστρέψω» είπε στον πρώτο άρχοντα Χαμουραμπόπουλο τον Γ' κι εκείνος δέχτηκε και τον τοποθέτησε στο δάσος των αστροχαυτών.
Το δάσος αυτό φημιζόταν για την αντοχή του στη φωτιά, είχαν πέσει χιλιάδες κεραυνοί και η υγρασία του κατάφερνε να τους σβήνει ατάκα κιεπιτόπου, που λένε, για τούτο το είχαν παρομοιάσει με τους αστροχαύτες, τα όρνεα που κατάπιναν δέκα αστέρια στη καθισιά τους. Ο Ιουραίος, μόλις μπήκε στο δάσος δεν έπιασε αμέσως δουλειά, αλλά κάθισε σε μια κοτρώνα να σκεφτεί πώς θα δράσει. Βεβαίως, ζήτησε τη βοήθεια της Ιστάρ, η οποία ήρθε πίσω από το αυτί του και του ψιθύρισε «Αν πιάσει φωτιά το δέρμα σου, θα πιάσει και το δάσος». Σοφή θεά, μα την αλήθεια! Πώς δεν το είχε σκεφτεί από την αρχή; Εγδαρε λίγο από το δέρμα του να δοκιμάσε, άστραψε το τσακμάκι του, τίποτα. Το δέρμα δεν καιγόταν. «Το δέρμα θα καεί από δική σου φωτιά και όχι από ξένη» ξαναμουρμούρισε η θεά πίσω από το αυτί του. Τι να ήθελε να πει; Τι εννοούσε με το "δική σου φωτιά"; Εφτυσε στο χώμα και συγκέντρωσε τη σκέψη του.

Σκέφτηκε, σκέφτηκε, καμιά σκέψη δεν τον βοηθούσε, μέχρι που έβγαλε ένα δοχείο από το δισάκι του να φάει κάτι, είχε πεινάσει κιόλας τόσες ώρες στον καθαρό αέρα. Το δοχείο είχε μέσα το αγαπημένο του φαγητό: φασολάδα με μπόλικο σέλινο. Εφαγε, έφαγε, κι όσο έτρωγε σκεφτόταν, κι όσο σκεφτόταν τόσο έτρωγε κι άλλο, κι άλλο... ώσπου τινάχτηκε όρθιος. «Αυτό είναι!» έκραξε με βεβαιότητα κι έβγαλε όλα του τα ρούχα. Ετσι ημίγυμνος άρχισε να τρέχει πέρα δώθε στο δάσος των αστροχαυτών, κι όσο έτρεχε χώνευε τη φασολάδα με το μπόλικο σέλινο, κι όσο χώνευε τόσο έκλανε κι όπου έκλανε έπιαναν φωτιά τα χαμηλά κλωναράκια των δέντρων κι η φωτιά απλωνόταν σιγά σιγά στην αρχή και στη συνέχεια, σε ένα τρομερό λαμπερό κρεσέντο, όλο το δάσος καιγόταν σαν ένα τεράστιο πυροτέχνημα διαρκείας. Ο ανθυποπυραγός έγινε κάρβουνο κι έσβησε με το σβήσιμο της φωτιάς, μερικούς μήνες μετά, όταν έγινε ο κατακλυσμός του Γκιλγκαντεμήδη, τη μόνη πράξη του ήρωα αυτού που έφερε ευτυχία στους ανθρώπους.

258. είχα ένα μεγαλογιατρό πελάτη



Ο πελάτης μου ήθελε να χτίσει ένα σπίτι και ήρθε στο γραφείο με τη γυναίκα του. Συζητήσαμε τις λεπτομέρειες και περιμέναμε να φέρει τα σχέδια του οικοπέδου του. Σε λίγες μέρες, μετάνιωσε και ήθελε να του διαμορφώσω το διαμέρισμα που πήρε αντιπαροχή από ένα ακίνητο νεοκλασσικό -προίκα της γυναίκας του- που γκρεμίστηκε για να γίνει πολυκατοικία. Αποτυπώσαμε το διαμέρισμα και ξεκινήσαμε να σχεδιάζουμε. Προχωρώντας η μελέτη, αποφάσισε να μας αναθέσει και τη διαμόρφωση άλλων δυο διαμερισμάτων που του ανήκαν. Ωραία, είπαμε, να ένας καλός πελάτης!

Κατά τη διάρκεια των εργασιών, μελέτη και επίβλεψη τριών διαμερισμάτων, ο μεγαλογιατρός ερχόταν στο γραφείο και συζητούσαμε ως αργά το βράδυ. Εκτιμούσε ιδιαιτέρως τα ποτά που τον σερβίραμε, άλλωστε η προκαταβολή κάλυπτε το έξοδο αυτό. Μάθαμε συζητώντας πολλά γι αυτό τον άνθρωπο. Οτι είχε παντρευτεί τη γυναίκα του για την προίκα της, εκείνος στα 27 κι εκείνη στα 16, ανήλικη αλλά ψωνισμένη με τους επιστήμονες, όπως και ο μπαμπάς της. "Γιατρός χωρίς προίκα δεν γίνεται φίρμα" έλεγε, και, σαν σοφός άνθρωπος, συμβούλευε τους άντρες του γραφείου "να ζητάτε προίκα, μην είστε κορόιδα". Μάθαμε ότι είχε μια επαγγελματική αποτυχία που την πλήρωνε ακόμα "και θα τη πληρώνω σε όλη μου τη ζωή" όπως έλεγε επίσης.

Η αποτυχία αυτή ήταν μια πανέμορφη γυναίκα που είχε μείνει κουτσή εξαιτίας μιας επέμβασης που της είχε κάνει. Για να γλιτώσει τη μήνυση και τη κατακραυγή, της είχε αγοράσει μια μπουτίκ με ρούχα, κάτι έπαιζε και παράλληλα, απ' ό,τι καταλάβαμε. Η γυναίκα ήταν παντρεμένη και είχε πει ψέμματα στον άντρα της πως το μαγαζί το κληρονόμησε από ένα θείο, ο άντρας της δεν κατάπιε το χάπι και της ζήτησε διαζύγιο, η γυναίκα ζήτησε τα ρέστα από το μεγαλογιατρό κι εκείνος έφυγε από την οικογένειά του για να συζήσει μαζί της μια και η γυναίκα του δεν του έδινε διαζύγιο. Απάνω εκεί, ήρθε στο γραφείο για να αναθέσει τις μελέτες των διαμερισμάτων του. Ενα για τη γυναίκα του κι από ένα για τα δυο παιδιά του.

Ο μεγαλογιατρός αυτός ήταν μέτοχος σε ένα μεγαλονοσοκομείο της μόδας, είχε και δικό του ιατρείο σε πολύ ΙΝ συνοικία, ένα ρόβερ, μια τζάγκι παντόφλα, κι ένα τζιπάκι σεβρολέτ. Τα αυτοκίνητα τα πούλησε μόλις ασθένησε από βαριά αρρώστια, το ιατρείο το πούλησαν αργότερα τα εγγόνια του, το ένα διαμέρισμα τό 'χασε η γυναίκα του στα χαρτιά, το άλλο το πήρε η τράπεζα όπου είχε υπερχρεωθεί ο γιος του, στο τρίτο κατοικούν τα εγγόνια, η γυναίκα με την οποία συζούσε πέθανε πριν από εκείνον και τον φρόντισε η γυναίκα του στις τελευταίες του μέρες. Λίγο αργότερα, πέθανε κι αυτή.

Τις μελέτες για τα τρία διαμερίσματα δεν τις πλήρωσε ποτέ, μόνο το 20% του συνολικού τιμήματος, το ποσό της προκαταβολής, έδωσε. Σίγουρα, με αυτά τα χρήματα πληρώθηκαν τα ποτά, τα μελάνια και τα χαρτιά. Για τις φωτοτυπίες δεν είμαι σίγουρη αν έφτασαν. Κάτι είχαμε ψυλλιαστεί και δεν φτιάξαμε τη μακέτα που ζητούσε. Πάντως ήταν ένας πολύ ντιστενγκέ κύριος, τρε σικ, αξιοπρεπέστατος. Θα μπορούσα να περιγράψω τη προσωπική του γκαρνταρόμπα, αλλά μπορεί να τον αναγνωρίσουν κάποιοι και δεν το θέλω. Μετά την περίπτωσή του, δεν ήθελα να χτίζω σπίτια γιατρών. Δεν ήθελα βρε αδερφέ!

Σάββατο, Μαΐου 26, 2007

257. τα βάθη της καρδιάς



Δεν εμπιστεύομαι τα βάθη της καρδιάς,
σκουπίδια κρύβονται συχνά στα φυλλοκάρδια


Σκουπιδοκράτορες των χτύπων μιας βραδιάς,
σκυλεύουν τ' άχραντα κι εγκαταλείπουν άδεια


Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

256. σκέφτομαι σοβαρά...



...ν' αυτοκτονήσω με μια φωτογραφική μηχανή...


εκεί που κοιτάζομαι στο καθρέφτη και φωτογραφίζω τη φάτσα μου.. τσαφ! κάτι να συμβεί και να τεζάρω επί τόπου


Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007

255. περί της δύναμης του στομάχου



Μια φορά, ένα στομάχι επαναστάτησε. Θύμωσε πολύ από τα αχώνευτα πράγματα -φαγητά και ποτά, αλλά και ιδέες και συναισθήματα- που έπεφταν μέσα του και αποφάσισε να δείξει τη δύναμή του. Αρχισε σιγά και σταθερά και ύπουλα να τρώει τον εαυτό του, να τον διαλύει και να τον εξαφανίζει -ήθελε να αυτοκτονήσει, αλλά ήταν πολύ γερό στομάχι και δεν τα κατάφερνε. Κατόπιν, άρχισε να ρίχνει προς τα έξω τα καυστικά υγρά του και να ρουφά τα γειτονικά όργανα. Μετά, να καταβροχθίζει τα διάφορα συστήματα, κυκλοφορικό, νευρικό, πεπτικό. Υστερα, να ξεσκίζει σάρκες και να σπάει κόκκαλα, να τα τσακίζει, να τα κατακερματίζει σε μικρούτσικα κομματάκια. Στο τέλος, αναποδογύρισε όπως ακριβώς ένα γάντι, το μέσα έξω δηλαδή, εκθέτοντας στον αέρα τη χνουδωτή μαλακή και, συνάμα, ανθεκτικότατη επιφάνειά του. Εγινε μια στομαχοχνουδόμπαλα εξαιρετικά ελαστική, που άρχισε να αναπηδά στο έδαφος, να κυλά προς κάθε κατεύθυνση, πότε ψηλά και πότε χαμηλά, προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, και να παίρνει σβάρνα και να καταβροχθίζει ό,τι εύρισκε μπροστά της, με σταθερή προτίμηση τα βάσανα_των_ανθρώπων.

254. γιατί γράφω



γράφω για να υπάρχω
μέσα στη σκέψη
όσων διαβάζουν
τα γραφτά μου

Διάβασα σήμερα περίπου 100 ποστ σε αυτό εδώ το blog και ήταν σα να τα έβλεπα για πρώτη φορά -σα να μη τα είχα γράψει η ίδια- και, ευτυχώς, βρήκα μερικά αρκετά ενδιαφέροντα.


Δευτέρα, Μαΐου 14, 2007

253. Πόσο αξίζει ένας άνθρωπος; ε;



Κάτι διάβασα για πόρτες και αξίες στο blog ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΛΕΣ ΜΑΡΙΑ! τoυ 0 Comments και θα εκθέσω αυτό που μου συνέβη σήμερα.
Οπως θα ξέρετε, έχω να αδειάσω το σπίτι ενός νεκρού. Πάει αυτός, απόθανε και πετά σε άλλους γαλαξίες, μακριά από μας. Εκεί πέρα, δε γίνεται να πάρει μαζί του τα πράγματα που απόχτησε στη Γη, κι έτσι, όσοι μένουν πίσω επιφορτίζονται με το μοίρασμα των αγαθών αυτών. Επιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, βιβλία, κλπ κλπ.

Εχω μια παιδική φίλη που έγινε κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο το κοριτσάκι που γνώρισα μικρή, άλλ' αντ' άλλων λέμε, ειδική στο κλείσιμο των θυρών, ΓΙΑ ΝΑ... Ολο με κάτι μετράει τα πάντα, όλα έχουν μια αξία συγκεκριμένη κατά τη γνώμη της. Τεσπα, προσφέρθηκε να με βοηθήσει και πήρε σε πρώτη φάση τα ρούχα και τα παπούτσια του αποθαμένου -και θαμένου- να τα δώσει εκεί όπου τα δίνει συνήθως, αυτή τη δουλειά κάνει από τότε που βγήκε στη σύνταξη. Φυσικά, δεν διανοήθηκε να πληρώσει ο,τιδήποτε. Αυτά δεν έχουν αξία για κείνη. Σημειώστε το, θα χρειαστεί πιο κάτω.

Προχτές, μου τηλεφώνησε ότι έχει μια πολύ φτωχή ανεψιά, που πήρε διαζύγιο "και καταλαβαίνεις..." όχι, δεν καταλάβαινα.. "ε, όσο νάναι, είναι πολύ δυστυχισμένη..." όχι, πού να καταλάβω, τη στιγμή που έχω πίσω μου δυο εξαιρετικά πετυχημένα διαζύγια; Τεσπα.. αρχίσαμε μια κουβέντα περί οίκτου και πώς η εικόνα του οίκτου πέφτει πολύ βαριά πάνω στον άνθρωπο που λυπόμαστε, και ότι δεν μου αρέσει να λυπάμαι κανένα.. κλπ κλπ...

"Δεν έχει καθόλου λεφτά" μου είπε, "αλλά χρειάζεται ένα πλυντήριο" και "να έρθει να το πάρει" της απάντησα και "μήπως θέλει και την κουζίνα; θέλει κάτι ακόμα; να έρθει να διαλέξει τι χρειάζεται" συμπλήρωσα. "Και πώς θα τα πληρώσει;" ρώτησε, "δεν θα πληρώσει τίποτα, μόνο το μεταφορέα, δε θα της τα στείλω και στο σπίτι" απάντησα. "Ε, πώς.. δε γίνονται αυτά.. κάτι πρέπει να πληρώσει" επέμενε. "Οχι, δεν θέλω χρήματα, τα πράγματα αυτά δεν μου ανήκουν, θέλω μόνο να αδειάσει το σπίτι αυτό, να μη πληρώνω νοίκι" της είπα. Μετά από σειρά παρόμοιων προτάσεων, μείναμε σύμφωνες να κανονίσει εκείνη ό,τι νομίζει, αφού της εξήγησα πως δε θέλω να μου τηλεφωνήσει η μικρή και να μου κάνει παζάρια, τζάμπα τα δίνω, τι θα πει έχουν αξία, περισσότερη απο αυτόν που πέθανε έχουν;

Γιατί αντιμετωπίζεται με δυσπιστία ένας άνθρωπος που χαρίζει κάτι; Σάμπως θα ζητήσω τίποτα απο αυτή τη κοπελίτσα που μάλλον ούτε θα τη ξαναδώ στα μάτια μου; Γιατί οι άνθρωποι δεν θέλουν να νιώθουν "υποχρεωμένοι" απο τη μια, κι από την άλλη προτιμούν να υπερχρεώνονται, να λαδώνουν και να λαδώνονται και να ζητούν ρουσφέτια; Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...

Χαρίζω και το αυτοκίνητό του, ένα ρενώ τισι-5 του 1985, δεύτερη γενιά της ρενώ, σε άριστη κατάσταση μηχανολογικά. Με κοίταξαν παράξενα δυο που το είδαν και δεν ξαναφάνηκαν. Αποφάσισα να το πουλήσω. 300 €. Μόνο που είναι ακίνητο ενάμισυ μήνα και θα τά 'χει φτύσει η μπαταρία.

Αυτά, κι ένα ερώτημα: Πόσο αξίζει ένας άνθρωπος; ε;

Nα το βάλω αγγελία στα 1.000 € να έρθουν να το πάρουν τρέχοντας; Αρε μάνα, δε μ' έκανες εμπόρισσα... ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΛΕΦΤΑ ΡΕΕ ΓΚΕΓΚΕ;



Κυριακή, Μαΐου 13, 2007

252. χάθηκα



Εχω χάσει τον εαυτό μου. Με έχω χάσει και πώς να με βρω;Με ψάχνω παντού, αλλά δεν υπάρχω πουθενά. Δεν είμαι αυτή η άϋλη οντότητα που κυκλοφορεί ανάμεσα στους ιστούς της άπιαστης αράχνης. Δεν είμαι, δεν είμαι το κορίτσι που κάνει τη ρόδα. Δεν είμαι το ίχνος της ρόδας. Δεν είμαι δέντρο, ούτε καν θάμνος. Δεν είμαι καρπός, τίποτα δεν είμαι. Δεν είμαι χαζοχαρούμενο παραλήρημα, όχι, δεν είμαι. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι είμαι, δεν θυμάμαι πώς ήμουν, τι ήμουν, ΑΝ ήμουν καν ο,τιδήποτε. Θέλω να είμαι μια πέτρα, ένα βότσαλο μικρό, να με πετάξουν στο νερό και να βουλιάξω και να μη ξαναβγώ στην επιφάνεια. Ενα βότσαλο αρκετά βαρύ να μείνει στους αιώνες στον πάτο της θάλασσας. Αυτό θέλω.

Τρίτη, Απριλίου 24, 2007

251. η άρπα και η κόλλα



Η άρπα είναι ένα όργανο μαγικό. Μου αρέσει πολύ ο ήχος της. Σαν να ακούω τα νερά μικρών ρυακιών να τρέχουν σε ήρεμα λιβάδια, να γλείφουν τα απαλά χορτάρια, σαν καταρράχτες που πέφτουν απότομα πιτσιλώντας με άσπρα σύννεφα από αφρισμένο νερό, σαν ωκεανοί τρικυμισμένοι που συγκρούονται -αν γινόταν ποτέ να συγκρουστούν ωκεανοί.

Οταν ήμουν μικρή, γνώρισα την άρπα επειδή την έπαιζε ο μικρός σγουρομάλλης αδελφός του Γκρούσσο Μαρξ, ο Χάρπο, που (εξακολουθεί να) είναι η αδυναμία μου. Επαιζε με τόση άνεση, που νόμιζα ότι είναι πολύ εύκολο να μάθει κάποιος να παίζει άρπα. Οταν διατύπωσα την επιθυμία μου, έμαθα ότι η άρπα είναι ένα τεράστιο όργανο που δεν θα χωρούσε στο σπίτι μας και ότι κοστίζει πολύ ακριβά. Ετσι, ξέχασα το όνειρό μου να γίνω αρπέζ -ή αρπίστρια ή όπως λέγεται τεσπα η οργανοπαίχτης.

Στην ίδια ηλικία -6 με 7 χρονών- συζητώντας σοβαρά με το θείο μου περί άρπας, μου έλυσε την απορία που είχα σχετικά με τα δάχτυλα του οργανοπαίκτη, πώς γινόταν δηλαδή και δεν ξέφευγαν καθόλου από τις χορδές. Ο θείος μου με διαβεβαίωσε ότι πριν παίξει τα πασάλειβε με μια ειδική κόλλα κι έτσι έμεναν κολλημένα και δεν ξέφευγαν καθόλου όσο έπαιζε. Μετά, ξεκολλούσαν εύκολα, επειδή η δύναμη της κόλλας αυτής είχε προκαθορισμένη διάρκεια.

Τότε έμαθα και την έκφραση "άρπα-κόλλα", την οποίο συνδύασα με τις προχειροδουλειές που, για να τις πετύχεις, αρκεί να βάζεις κόλλα στα δάχτυλά σου όπως οι παίχτες της άρπας. Μια δουλειά "άρπα-κόλλα" διαρκεί όσο ακριβώς ένα μουσικό κομμάτι παιγμένο με άρπα. Οταν διηγήθηκα τη θεωρία μου περί των εργασιών "άρπα-κόλλα" στο θείο μου, ξεκαρδίστηκε στα γέλια και, όταν απόρησα γι αυτό, μου είπε ότι δεν περίμενε από ένα μικρό κοριτσάκι να είναι τόσο σοφό και να διατυπώνει πρωτότυπες θεωρίες.



Σάββατο, Απριλίου 21, 2007

250. ο Βύρων, το ευχέλαιον, κι ένας κουβάς πετρέλαιον



Ακουσα στην τιβί, το βρήκα και εδώ, ότι Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, Βύρων Πολύδωρας, ζήτησε να γίνει ευχέλαιο ώστε να μη συμβούν επεισόδια στον τελικό του Champions League. Στην τιβί είπε ακριβώς ότι "ας βάλουμε και λίγο λαδάκι" -για να γλιστρήσει το "κακόν" υποθέτω, και να φάει τα μούτρα του στο χορτάρι.

Δεν τολμώ βέβαια να φανταστώ τι θα γίνει αν συμβεί κάποιο λάθος και αντί ελαίου χρησιμοποιηθεί πετρέλαιον. Φωτιά στα μπατζάκια μας αδελφοί...

-----------------
ΣΗΜ. το σύνδεσμο (λινκ) βρήκα στο εξαίρετον blog Postnuclear Icehouse

Σάββατο, Απριλίου 14, 2007

249. ούτε ένα «ωχ»



...ξέρεις τι είναι να παλεύεις με τα κύματα,
να είσαι μόνος και να παλεύεις
κι όταν γλιτώνεις από το ένα,
νά'ρχεται το άλλο κύμα και να σε καπακώνει
και μόλις πας ν' ανασάνεις,
να σου ξανακόβεται η ανάσα
και ξανά και ξανά
και να πέφτουν κεραμίδες απανωτές
και ακρίδες και όρνεα
να βλέπεις νύχια αρπακτικών σε κομψά χεράκια
και να μη μπορείς να δείξεις τον τρόμο σου
για στόματα με άσπρα δοντάκια, με χείλη απαλά,
που σε φιλούν έτοιμα να σε κατασπαράξουν...

...ξέρεις τι είναι να μη μπορείς να χαρείς,
γιατί η χαρά σου είναι κλεμμένη από θάνατο
κάποιος πεθανε και πρέπει να λυπάσαι,
αλλά και να χαίρεσαι ταυτόχρονα
και να τρέχεις να ταχτοποιείς χαρτιά,
να πληρώνεις, να πληρώνεις, να πληρώνεις,
και να σου ζητούν κι άλλα,
και να σου λεν ότι κερδίζεις και επωφελείσαι
και να παραμένεις ευγενής και τρυφερός
την ώρα που θα προτιμούσες
να εξαφανιστείς, να χαθείς, αλλά σκεφτεσαι,
σκέφτεσαι ακόμα, την ώρα που το μυαλό
θα μπορούσε να έχει κλατάρει...

...ξέρεις τι είναι να αποζητάς ένα ποίημα,
κάτι όμορφο και γλυκό,
ένα καλό λόγο ας πούμε, ένα χάδι,
και να βρίσκεσαι μέσα στο καρακατσουλιό,
-ανάμεσα σε φιδια θά'ταν καλύτερα να βρισκόσουν-
κι ούτε να μπορείς να κλάψεις,
να μη μπορεί να στάξει δάκρυ το μάτι σου,
να είσαι στεγνός μέσα έξω,
ενώ είσαι βουτηγμένος ως το λαιμό στο ρέμα
και να τρέχουν τα νερά ένα γύρω
και να σηκώνονται τα κύματα να σε πνίξουν
κι ο ωκεανός να βρυχάται
κι οι ουρανοί να είναι μαύροι
και το καρύδι σου να τρέμει
κι η φωνή να μη βγαίνει...

...ξέρεις τι είναι να θες να ουρλιάξεις
κι αντί γι αυτό να μη βγαίνει ούτε βογγητό...

ξέρεις; «δεν ξέρω» να λες,
δεν ξέρω τι είναι ούτε ένα «ωχ»
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...