με παράσυρε το ρέμα,
μάνα μου δεν είναι ψέμμα
Τα θυμάμαι καλά τα ρέματα με τα λασπωμένα νερά που κάθε χρόνο πνίγανε κι από μια γειτονιά τουλάχιστον, πότε Μπουρνάζι, πότε Μπραχάμι, πότε Τρεις Γέφυρες, πότε αλλού -ήμουν και μικρή και δε με ενδιέφερε το θέμα, μέναμε και προς το βοριά και δεν είχαμε ρέμα κοντά μας.
Πέρναγα αραιά και πού κι έβλεπα την τωρινή Μιχαλακοπούλου να είναι ένα ρέμα με διάσπαρτες παράγκες μέσα του, αργότερα χτίστηκε το Χίλτον και τα λαμαρινόσπιτα διώχτηκαν μαζί με τους λαμαρινοκατοίκους τους -ρακοσυλλέκτες και εργάτες περιστασιακούς.
Περνούσαμε κι από την Κηφισίας κι έβλεπα στ' αριστερά μου το προάστειο του Ψυχικού -ένα ήταν τότε το Ψυχικό- και στα δεξιά μου το ρέμα με τ' αρνάκια να βόσκουν σε καταπράσινες όχθες, στην περιοχή που λίγο αργότερα έγινε το Νέο Ψυχικό, όπου ήταν και η κατοικία του δικτάτορα Παπαδόπουλου, οπότε, το υπάρχον Ψυχικό έγινε αναγκαστικά Παλαιό.
Καμιά φορά πηγαίναμε επίσκεψη σε μακρινούς ή/και κοντινούς συγγενείς που τύχαινε να ζουν κοντά σε ρέματα κι έβλεπα τι εστί ρέμα, ένας τόπος γεμάτος παλιοσίδερα, μπάζα, παλιά στρώματα, χαλίκια, υπολείμματα από βιοτεχνίες πλαστικών κουμπιών -ήταν πολύ λαμπερά αυτά τα πλαστικά ελαττωματικά κουμπιά!
Κάποτε μαθαίναμε ότι κάποιο σπίτι γνωστού ή συγγενή είχε πλημμυρίσει, κάποτε ότι κάποιο θεμέλιο το "πήρε το ποτάμι", και άλλα γραφικά. Μια φορά, έτυχε να βρίσκομαι σε ένα σπίτι κοντά στο ρέμα της Νέας Ελβετίας, αυτό που σήμερα είναι διαμορφωμένο σε επίμηκες άλσος με παιδικές χαρές μέσα και παγκάκια. Επί δικτατορίας σκεπάστηκε και γλίτωσε ο κοσμάκης από τις πλημμύρες ή, μάλλον, οι πλημμύρες πήραν φύλλο πορείας για Γλυφάδα και άλλες περιοχές παρακάτω και πνίγονται χρόνο παρά χρόνο.
Στης Καλιρρόης το ρέμα, όπως λεγόταν τότε ο Ιλισσός με το παρακλάδι του, τον Ηριδανό, αυτό το ποτάμι που έγινε η οδός Μιχαλακοπούλου και παρακάτω η οδός Καλιρρόης, περνάγαμε ταχτικά με το αυτοκίνητο. Στην αρχή, θάφτηκε το μισό και μετά ολοκληρώθηκε η ταφή ώσπου να πεις κίμινο, γιατί διαμαρτυρόντουσαν οι κάτοικοι που είχαν χτίσει άκρη άκρη -καρφί που λένε- στη μια του όχθη, ότι μαζεύει κουνούπια και βρομιές και άλλα παρόμοια βδελυρά, ώσπου θάφτηκε και το άλλο μισό. Οχι τόσο ένεκα των κατοίκων που διαμαρτυρόντουσαν αλλά ένεκα άμεσης γειτονίας με το Χίλτον. Να βλέπατε Χίλτον με παραγκούπολη πίσω του, σαν τη Σιγκαπούρη σήμερα ένα πράγμα.
Ετσι ήταν τότε που την πάτησαν τα ρέματα, που δεν υπήρχε δα και τόσο μεγάλη ανάγκη για οδικές αρτηρίες. Σήμερα υπάρχει το ρέμα της Καισαριανής που το καλοκαίρι είναι χαρά Θεού. Τα άλλα ρέματα δεν ξαναγυρίζουν πίσω. Εκτός κι αν οι δρόμοι γίνουν αρτηρίες εναέριας κυκλοφορίας, πράγμα που το βρίσκω εντελώς ουτοπικό και κρίμα να σπαταλιέται μυαλό για παρόμοιες σκεψεις.
«Βάλε τα κουνούπια στη ζωή σου» θα ήταν ένα πετυχημένο σλόγκαν, αλλά ποιος αποζητά τα κουνούπια; Αλλο σλόγκαν εξίσου ταιριαστό «Πάρκαρε στον Υμηττό και κατέβα ποδαράτα στο Κολονάκι» θα ήταν κόκκινο πανί για κάθε κάτοικο της περιοχής.
Προτείνω λοιπόν ν' αφήσουμε τα ρέματα και τα ψέμματα και να πιάσουμε τον ελαιώνα που καλά τη γλίτωνε τόσα χρόνια χάρη στην αρχαιολογική υπηρεσία -αν δεν κάνω λάθος. Στον ελαιώνα προφητεύω -δεν είναι δύσκολο να παίζω τον προφήτη, όλα ξαναγίνονται, τα λάθη επαναλαμβάνονται με μαθηματική ακρίβεια σ' αυτό τον τόπο- προφητεύω λοιπόν ότι θα στηθούν κτίρια μεγαθήρια, άλλη μια αρλούμπα πολεοδομική προς δόξαν μερικών ημετέρων εργολάβων πρωτίστως, και δευτευόντως μερικών αρχιτεκτόνων ψωνισμένων από τη λαχαναγορά.
Η Αθήνα εξακολουθεί να αντιστέκεται, ίσαμε ποτε όμως; Τόσοι σπουδαίοι αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι χάθηκαν μέσα στις απελπισμένες κραυγές τους κι αυτό που περισώθηκε τους ευγνωμονεί. Σήμερα οι εργολάβοι έχουν το πάνω χέρι και αυτό δεν διορθώνεται. Τους σήκωσε ψηλά και το ΧΑΑ, ήρθαν στα Χάι -ή στα Χάη; έχει πληθυντικό αριθμό η λέξη "Χάος";- τους. Είμεθα και λαός χωματουργών, μη το ξεχνάμε, ε