Μια φορά, ταξιδεύοντας με το καράβι για το νησί μου, γνώρισα μια όμορφη γυναίκα. Ηταν γύρω στα σαράντα και όχι μόνο "διατηρούσε ίχνη ομορφιάς" όπως λέγανε παλιά, αλλά ήταν πεντάμορφη. Πιάσαμε τη κουβέντα, όπως ακριβώς συμβαίνει συχνά ανάμεσα σε συνταξιδιώτες, ανταλλάσσοντας πληροφορίες που δεν θα λέγαμε ούτε σε φίλους κολλητούς, όπως συμβαίνει συχνά ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν τη βεβαιότητα ότι δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ.
Εμαθα λοιπόν ότι περνούσε μια φάση παράξενη, μετά από το πρόσφατο διαζύγιό της. Είχε χωρίσει από έναν άντρα με τον οποίο είχε ζήσει πάνω από είκοσι χρόνια και είχε αποκτήσει μαζί του δυο παιδιά, μια κόρη κι ένα γιο. Εκείνος ήταν επιλογή των αδερφών της, είχε βάλει χρήματα στο μαγαζί τους με τη συμφωνία να του δώσουν την αδερφή τους για γυναίκα. Ηταν ένα ανθρώπινο κτήνος, μια και τη χτυπούσε ανελλιπώς πρωί και βράδυ και την πρόσβαλλε καθημερινά μπροστά σε δικούς και ξένους. Εκείνη ένοιωθε ευγνωμοσύνη προς τα αδέρφια της, για τα οποία πίστευε πως "θέλαν το καλό της", και για τούτο δεν τους μίλαγε για τη δυστυχία της και τις προσβολές που έτρωγε μπροστά τους τις εκατάπινε αμάσητες κάνοντας τη χαζοχαρούμενη.
Οταν ενηλικιώθηκαν όμως τα παιδιά της, δεν άντεξε ούτε μέρα παραπάνω, ζήτησε διαζύγιο και το πήρε. Εργαζόταν τώρα στο μαγαζί των αδερφών της, όπως πάντα, μέρα νύχτα, και πληρωνόταν ψίχουλα. Ηθελε να φύγει, να πετάξει με δικά της φτερά, αλλά της λείπαν τα χρήματα για να ανοίξει δικό της μαγαζί. «Επειδή είμαι όμορφη νομίζουν ότι είμαι χαζή», μου εξομολογήθηκε με μάτια που άστραφταν, «αλλά εγώ ξέρω πώς να δουλέψω, εγώ κρατάω το μαγαζί ολόκληρο, έχω και νέες ιδέες», συνέχισε. Τη ρώτησα τι θα κάνει, πώς θα βρει τα λεφτά που θα χρειαστεί, και μου είπε ότι σιάχνει προϊόντα σπίτι της και τα δειγματίζει και προμηθεύει με αυτά νέους καταστηματάρχες. «Δεν θέλω να με κατηγορήσουν τα αδέρφια μου πως τους έκλεψα τη πελατεία» μου είπε και ο λόγος της έσταζε τιμιότητα.
Εργαζόταν τις νύχτες για να σιάχνει τα προϊόντα, τώρα που έμενε μόνη στο σπίτι δεν την έβλεπε κανείς, τα παιδιά της σπουδάζαν σε άλλη πόλη και στις διακοπές που ερχόντουσαν συγύριζε το σπίτι κι έμοιαζε σα να μη τρέχει κάστανο. «Αλλά έχω κουραστεί πολύ, νοιώθω να σαπίζω μέσα μου», συνέχισε την εξομολόγηση, «δεν κοιμάμαι καθόλου σχεδόν και δεν παίρνω χαρά από πουθενά, είναι πολύ βαρύ αυτό, ξέρετε». «Ναι, ξέρω», απάντησα για να πω κάτι, συνεχίζοντας «αλλά τα παιδιά; δεν είναι χαρά για σένα τα παιδιά;» Τότε, έμαθα ότι τα παιδιά ήταν ανέκαθεν ένα βάρος για κείνη, ότι τρόμαζε όταν τα έβλεπε, της θυμίζαν όλες τις άσχημες στιγμές -τί στιγμές, αιωνιότητα καλύτερα- του άτυχου γάμου της με κείνον το παλιάνθρωπο που ήταν ο πατέρας τους. «Ναι, αλλά τώρα χωρίσατε» τόλμησα να πω και, κοιτάζοντάς με θλιμμένα «αλλά κάπως αργά...» μου απάντησε.
Τη ρώτησα το όνομά της και μου είπε ένα υποκοριστικό κοινό και κακόηχο, κάτι σαν "Τούλα", "Ρούλα", "Σούλα" ή "Κούλα", δεν θυμάμαι πια. Το βαφτιστικό της όνομα ήταν το όνομα ενός λουλουδιού και ήταν πανέμορφο σαν την ίδια. Τη ρώτησα γιατί δεν το χρησιμοποιεί και μου είπε κλείνοντας το μάτι ότι το χρησιμοποιεί. «Πώς;» ρώτησα. «Στις ετικέττες των νέων προϊόντων που σιάχνω! Τους έδωσα το όνομά μου, έτσι θα ονομάσω και το μαγαζί μου», απάντησε και τότε τη θαύμασα πραγματικά. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, αλλά περάσαν χρόνια και καμμιά μας δεν τηλεφώνησε και δεν θα ήξερα τι είχε απογίνει αν δεν άκουγα τυχαία μια συνομιλία στο λεωφορείο.
Μιλούσαν δυο γυναίκες για ένα μαγαζί όπου έσκασε το γκάζι και τινάχτηκε στον αέρα μαζί με την ιδιοκτήτρια. Λέγαν για τα προϊόντα που κατασκεύαζε, αυτά που ήταν δική της επινόηση και δε γινόταν να υπάρχει δεύτερο ίδιο μαγαζί και μάλιστα με κείνο το χαρακτηριστικό όνομα. Λέγαν και για τον άντρα της που έλειπε κείνη την ώρα, ήταν φρεσκοπαντρεμένοι και πολύ ταιριαστό ζευγάρι μια και γνωριζόντουσαν από παιδιά, αλλά τα αδέρφια της είχαν εμποδίσει το γάμο τους επειδή ο νέος ήταν φτωχός. «Οσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος», είπε η μια γυναίκα και η άλλη συμπλήρωσε «πάνω που πήγε να ευτυχήσει η κακομοίρα, μετά από τόσα βάσανα συνάντησε το Χάρο...»
Ηθελα να ρωτήσω αν είχε παιδιά, για να βεβαιωθώ πως επρόκειτο για τη γυναίκα που είχα συναντήσει παλιά, σε κείνο το ταξίδι, αλλά με πρόλαβαν οι συνομιλήτριες. «Και τα παιδιά της;» ρώτησε η μία «α, τα παιδιά δεν ήταν ποτέ κοντά της, ζούνε τώρα σε άλλη πόλη και ούτε στη κηδεία δεν ήρθαν» απάντησε η άλλη, συνεχίζοντας «πρώτη φορά πήγα σε κηδεία όπου δεν υπήρχε σώμα». «Γιατί;» ρώτησε η πρώτη. «Γιατί η γυναίκα εξαερώθηκε!» απάντησε η δεύτερη και σηκώθηκε να χτυπήσει το κουδούνι. Το λεωφορείο έφτασε στη στάση και οι δυο γυναίκες χάθηκαν από τα μάτια μου.