Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2018

646. τον καιρό των τσοπάνηδων

τον καιρό των τσοπάνηδων, τότε που τα προβατάκια και τ' αρνιά βόσκανε στην άπλα, όλα τα χορτάρια ήτανε δικά τους κι όλες οι παραλίες να γλείφουν αλατάκι τα καλοκαίρια να νοστιμίζει το γάλα και το κρεατάκι τους, τότε, εκείνη την εποχή που δεν βρίσκεται και τόσο μακριά, κατεβαίναν οι λύκοι μέσα στη βαρυχειμωνιά να ξεμοναχιάσουν κάνα αρνί να του ρουφήξουν το αίμα να μη πεθάνουν από πείνα κι αυτοί και τα λυκάκια τους, αλλά οι τσοπάνηδες λαβαίναν τα μέτρα τους, που λένε, έχοντας φύλακες στα κοπάδια κάτι γερά κι ατρόμητα σκυλιά, ελληνικά τσοπανόσκυλα κυρίως αλλά και ξενόφερτα που τα βρίσκαν στα παζάρια της περιοχής τους. 
(συνεχίζεται)

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 27, 2018

645. στο Ιπποδρόμιο

όταν ήμουν πολύ μικρή, ο παπούς μου μ' έπαιρνε μαζί του στο Ιπποδρόμιο, εκείνο που βρισκόταν κάτω κάτω δεξιά στη λεωφόρο του Συγγρού, έτσι τη λέγανε, είχε και διόδια που τα λέγανε "φόρο", ένα ξύλινο μεγάλο κιόσκι δεξιά όπως κατεβαίναμε στο ύψος του Φιξ περίπου, όπου σταμάταγε το ταξί (ο παπούς μου πάντα με ταξί, ποτέ του δεν αγόρασε δικό του αυτοκίνητο ούτε ακίνητο είχε αν και πάμπλουτος) και πλήρωνε το φόρο και συνεχίζαμε για τον Ιππόδρομο του Φαλήρου, όπου βλέπαμε τα άλογα, τα περήφανα αυτά μεγαλόσωμα ζώα, που βάδιζαν ένα γύρω σε κάτι χώρους πριν πάνε να αγωνιστούν στη μεγάλη μακρουλή πίστα κι όποιο ερχότανε πρώτο κέρδιζε και μια φορά ένας κύριος μου σφύριξε στο αυτί "το ένα, το ένα!" κι όταν ο παπούς με ρώτησε "ποιο άλογο θέλεις Μαρινάκι μου" απάντησα με σιγουριά "το ένα!", που κέρδισε βεβαίως, αλλά ο παπούς μου δεν το είχε παίξει "μα ένα παιδί τι να ξέρει" θα σκέφτηκε ο άνθρωπος, αλλά μετά με ρώταγε και με ξαναρώταγε για τις επόμενες κούρσες και'γώ έψαχνα τον κύριο που όλα τα ήξερε και δεν τον έβλεπα πουθενά για να τον ρωτήσω να μου ξανασφυρίξει το σωστό άλογο κι έλεγα στον παπού μου έναν αριθμό στο βρόντο, αλλά οι δικοί μου αριθμοί δεν κερδίζαν και τελειώσαν τα λεφτά που είχε διαθέσιμα και γυρίσαμε σπίτι και η γιαγιά μου τού είπε "να μη το ξαναπαρεις το παιδί μαζί σου" κι έτσι από τότε δεν ξαναπήγα στο Ιπποδρόμιο
___________________
ΣΗΜ. ατάκα κιεπιτόπου μόλις τώρα στο f/b

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2018

644. ανμπόξιν

προπόνηση στο ανμπόξιν είχε κάνει ο πατέρας μου μια χρονιά που του χάρισα ένα τεράστιο κουτί, όταν ήμουν δεκαετής παιδίσκη. Το είχα ψωνίσει με το χαρτζηλίκι που μας έδινε κάθε χρόνο για να πηγαίνουμε στο ψιλικατζήδικο να ψωνίζουμε τα πρωτοχρονιάτικα δωράκια μας. Ψιλολόγια, τι άλλο να έπαιρνε κανείς με 4-5 δραχμούλες; Ξετύλιγε λοιπόν, ξετύλιγε, και τίποτα δεν έβρισκε, εκτός από αλλεπάλληλα κουτιά ωραία περιτυλιγμένα, κάπου κάπου ρώταγε με απόγνωση "έχει τίποτα τελικά ή τζάμπα ξετυλίγω;" και του απαντάγαμε εν χορώ και οι τρεις (μια και όλοι μαζί πακετάραμε κάθε χρόνο τα δωράκια) "έχει, έχει!!!" μέχρι που έφτασε στο τελευταίο κουτάκι που περιείχε ένα κουτί ξυραφάκια, αυτό το κόκκινο, για το ξύρισμα. Τι γέλια είχαμε κάνει! Δεν ήταν, βέβαια, ένα τεχνολογικό θαύμα όπως θα το λέγαμε σήμερα, για την εποχή του όμως ήταν και παραήταν!

643. το αίμα νερό δεν γίνεται

ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ την αδερφή του και φρόντιζε γι αυτήν και την οικογένειά της ίσαμε το θάνατό του από το υστέρημα παλιά, αλλά κι από το περίσσευμα αργότερα, έτσι ήταν η παράδοση, ν' αγαπιούνται τ' αδέρφια και να γνοιάζονται μεταξύ τους, κι αυτό το έθιμο συνεχίστηκε σε μας κι ελπίζω να συνεχιστεί και στα παιδιά μου, ν' αγαπιούνται και να γνοιάζονται μεταξύ τους, το αίμα νερό δεν γίνεται που λένε κι αυτό ισχύει ιδίως όταν το αίμα δεν γαλαζοφέρνει, επειδή στις λεγόμενες καλές οικογένειες υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ αδερφών, όπως έχω παρατηρήσει

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2018

642. αντί για χριστουγεννιάτικη ιστορία

όταν η μάνα μου ήτανε μικρή, γύρω στα 10-12 νομίζω, πήρε ένα γυφτάκι από το δρόμο κι αφού το έμπασε στο αρχοντικό το έβαλε στη μπανιέρα και τό 'πλυνε, τό 'ντυσε με δικά της ρουχαλάκια και μετά το πήγε στην κουζίνα και το τάϊσε, ενώ η καημένη η Βιτώρια αντιδρούσε απελπισμένα "και τι θα γίνει αν έρθει η κοντέσα μαμά σας και μας τσακώσει, τι θα της πώ; δεν με λυπάστε καθόλου" κι άλλα τέτοια, αλλά η γιαγιά μου άργησε να επιστρέψει και η μάνα μου τη γλίτωσε την κατσάδα και σκέφτομαι συχνά ότι και μόνο γι αυτή της την πράξη σίγουρα της αξίζει μια θέση στον Παράδεισο, αν υπάρχει κι αυτός. (αντί για χριστουγεννιάτικη ιστορία, επειδή δεν ξέρω πότε συνέβη αυτό και η μάνα μου δεν ζει πλέον για να μου πει)
_________________
ΣΗΜ. γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου τώρα δα στο f/b

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2018

641. Χριστούγεννα

ο πυρετός ανεβαίνει, τα πορτοφόλια στο κόκκινο, οι κάρτες αναβοσβήνουν, πλησιάζουν Χριστούγεννα, πρέπει να γιορτάσω, πρέπει να γιορτάσεις, να γιορτάσουμε βρε αδερφέ, χειμώνας εδώ, καλοκαίρι στην Αουστράλια κι ο αη Βασίλης με μαγιό, γιορτές με έλατα ακόμα και στην Αφρική (ω, τάνενμπάουμ, κλπ) και μπαλίτσες γυαλιστερές και φάτνες με αρνάκια, μάγους, ένα μωρό στην κούνια με προδιαγεγραμμένο τέλος, όλοι γνωρίζουν ότι θα τον σκοτώσουν στο σταυρό, ένας κινέζος μου είπε κάποτε "δεν καταλαβαίνω γιατί λατρεύετε ένα πεθαμένο θεό", απάντησα "μα.. θυσιάστηκε για την ανθρωπότητα" επειδή κάτι έπρεπε να απαντήσω, να υπερασπιστώ την πίστη των συμπολιτών μου, αλλά το σκέφτηκα μετά καλύτερα και έπαψα να γιορτάζω επειδή έτσι δέχομαι κατά κάποιο τρόπο όλα όσα οι πόλεμοι πετυχαίνουν, την εξαθλίωση και το θάνατο συνανθρώπων σε όλα τα πλάτη και τα μήκη του πλανήτη κι αυτό δεν το αντέχω κι άμα πάψουν όλα αυτά, ίσως και να ξαναγιορτάσω, λέμε τώρα, ίσως, μπορεί, ποιος ξέρει
________________
ΣΗΜ. μόλις γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου στο f/b

Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2018

640. το σκαντζοχοιράκι

καναδυό φορές το χρόνο, ερχόταν από το χωριό η γιαγιά μου η βλάχα να μας δει και μια φορά έτυχε να είναι καλοκαίρι, πηγαίναμε μεγάλες βόλτες με τη γιαγιά μου και μου μάθαινε τα χόρτα και τα ζούδια, καμμιά φορά χτίζαμε και σπιτάκια από πέτρες, αυτή η γιαγιά ήταν πολύ ανθεκτική στο περπάτημα και υπομονετική στις ερωτήσεις μου που οι μεγάλοι τις βρίσκανε παράξενες, και μια φορά συναντήσαμε μια γκριζωπή αγκαθωτή μπαλίτσα και όρμησα να την πιάσω αλλά η γιαγιά με πρόλαβε και την σήκωσε με τέχνη κι η μπάλα άνοιξε εμφανίζοντας μέσα της ένα ροζουλί πλασματάκι και ρώτησα "τι είναι αυτό γιαγιά;" και μου απάντησε "ένας μικρός σκαντζόχοιρος" και ξαναρώτησα "τι τρώει γιαγιά;" και "του αρέσουν τα σταφύλια" μου είπε και τον πήραμε σπίτι και τον βάλαμε σε ένα μεγάλο μπρούτζινο ταψί κάτω από το ψυγείο μαζί με μπόλικες ρόγες σταφυλιού, από τα σταφύλια που μας είχε φέρει από το χωριό μέσα σε ένα καλάθι με πανί ραμμένο από πάνω του, αλλά την άλλη μέρα που πήγα να χαιρετήσω το σκαντζοχοιράκι δεν το βρήκα στη θέση του, το είχε στείλει η μάνα μου να βρει τη μαμά του που σίγουρα θα είχε ανησυχήσει από την απουσία του. Ετσι κάνουν όλες οι μαμάδες: ανησυχούν.

639. ο Εκτωρ

ο Εκτωρ, πριν τον βαφτίσω έτσι, ήταν ένα ψοφόσκυλο που τριγύρναγε στα χωράφια της Φραγκόκκλησας και μετριούνταν τα πλευρά του από την αδυναμία και το μαδημένο του τρίχωμα τον έκανε να μοιάζει με ψωριάρη. Παρακάλεσα την Αρετή να τον υιοθετήσουμε, να του ρίχνει τίποτα αποφάγια δηλαδή για να στανιάρει. Ετσι κι έγινε και πολύ διακριτικά μάλιστα, μη το πάρουν μυρωδιά οι μεγάλοι, ιδίως η μάνα μου, που, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, μισούσε τα σκυλιά. Ο Εκτωρ λοιπόν, άρχισε να καλοπερνάει με την τροφοδοσία της Αρετής και τα κρυφά χάδια που του χάριζα μόλις έβρισκα ευκαιρία, μέχρι που μας έκανε τη λαχτάρα και.. γέννησε! Μάλιστα. Ο Εκτωρ προέκυψε Εκτορίνα! Το δυστύχημα είναι ότι το πήρε χαμπάρι ο σπιτονοικοκύρης κι έρριξε τα εφτά κουτάβια σε ένα βαρέλι με νερό και τά 'πνιξε. Η Εκτορίνα δυστυχισμένη έκλαιγε χωμένη σε ένα παραδιπλανό βαρέλι, έκλαιγα και 'γώ, έκλαιγε κι η Αρετή. Τα κουτάβια τα θάψαμε στο νεκροταφείο των πουλιών, εκεί που θάβαμε τα ψόφια πουλάκια, στη συστάδα των κυπαρισσιών. Οι γονείς δεν πήρανε χαμπάρι από όλη αυτή την ιστορία, ήμουν σίγουρη γι αυτό τότε, αλλά σήμερα που το ξανασκέφτομαι διατηρώ αμφιβολίες. Ισως δεν θέλησαν να ανακατευτούν, μια και όταν θα το έμαθαν το συμβάν θα ήταν λήξαν.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2018

Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2018

637. ο Ματσοντάλες

Ηταν ένας τύπος με καρό πουκαμισάκι στο καταχείμωνο, που γύρναγε στα μαγαζιά της Πλάκας ανάμεσα στα τραπέζια με βήμα χορευτικό, απομεινάρι μιας πολυομυελίτιδας μάλλον, πουλώντας φυστίκια αιγινίτικα ζεστά ζεστά φρεσκοκαβουρδισμένα. Αφηνε μια χουφτίτσα πάνω στο τραπέζι για δοκιμή και επέστρεφε για να πουλήσει -μια και δύσκολα αντιστεκόσουν στην υπέροχη γεύση τους- ένα (τουλάχιστον) διαφανές σακούλι στενόμακρο, που έμοιαζε με μικρό βλήμα, γεμάτο φυστίκια. Το σακούλι ήταν δεμένο με κόκκινη κορδελιτσα, άλλη μια σαγηνευτική λεπτομέρεια. 

Τον φωνάζαν "Ματσοντάλες" ίσως από τη μπερδεμένη ομιλία του, που -χαμηλόφωνα- διαλαλούσε την πραμάτεια του με μια λέξη που έμοιαζε με το παρανόμι που του είχαν δώσει. Κάπου κάπου, κάνας χλεχλές, τού 'δινε καμιά καρπαζιά, χαϊδευτική ή πιο γερή, στο σβέρκο και ο Ματσοντάλες γέλαγε με ένα χαζό χαμόγελο και πήγαινε στο επόμενο τραπέζι κι όταν άδειαζε το πλατύ και ρηχό του καλάθι, έβγαινε από το μαγαζί και ξαναρχόταν με ανανεωμένο το εμπόρευμα.


Μια φορά, τον παρακολουθήσαμε να δούμε πού είναι η βάση του ανεφοδιασμού και τον είδαμε να ανοίγει το καπό μιας πολυτελούς ολόμαυρης μερσεντές, που ήταν γεμάτο σακούλια με φυστίκια. Ματσωμένος ο Ματσοντάλες ή δούλευε για λογαριασμό άλλων; Ποιος ξέρει... Κάποια στιγμή, χάθηκε από την πιάτσα και κάποιοι είπαν ότι δολοφονήθηκε.


Τον θυμήθηκα επειδή ετοιμάζω ένα δεματάκι που θα έχει μέσα και φυστίκια αιγινίτικα και σκέφτηκα ότι την υπέροχη γεύση των φυστικιών του Ματσοντάλες δεν την έχω πετύχει πουθενά μέχρι τώρα! Ανυπέρβλητη!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 04, 2018

636. η Ελενη του κ. Μακη, το μπιμπελο και το στεφανι της

Μια φορα, στη γειτονια του Κολονακιου, σε ενα διοροφο με αυλη, ζουσε ο κ. Μακης, που ηταν αρχιτεκτονας της μοδας εκεινη την εποχη αναμεσα στον Α' και το Β' Πολεμο. Ο κ. Μακης αγαπουσε πολυ τα σκυλια του και τη δουλεια του. Τον κ. Μακη τον αγαπουσε μια Ελενη, κορη καλης οικογενειας, που παρατησε την οικογενεια της για να του αφοσιωθει. Η Ελενη ειχε αναλαβει να διεκπεραιωνει ολες τις βαρετες δουλειες -μεσα και εξω απο το σπιτι- ωστε ο κ. Μακης να μπορει να αφιερωνεται στη δουλεια του και στα σκυλια του. Την Ελενη τη θεωρουσε δεδομενη, σαν ενα επιπλο του σπιτιου του και σαν ενα στολιδι, ενα μπιμπελο σα να λεμε.

Ο κ. Μακης εζησε και λιγα χρονια μετα το τελος του Β' Πολεμου, τοσα οσα χρειαστηκαν για να προλαβω να τον γνωρισω και να ακουσω τι ψιθυριζοταν για κεινον και την "Ελενη του Μακη". «Μα να την εχει ακομα αστεφανωτη», ελεγε η γιαγια μου. «Της εσπασε το ηθικο πια της κοπελας», ελεγε η θεια η Αγγελικουλα. «Μα κι αυτη, γιατι να μενει τοσα χρονια κοντα του», αναρωτιοταν η Βιτωρια μας.

Η Βιτωρια μας εμενε με τη γιαγια μου απο οχτω χρονων κοριτσακι, της την εδωσε η μανα της η κοντεσσα Ελενα μολις παντρευτηκε, μαζι με τα υπολοιπα προικια της, και'γω αναρωτιομουν συχνα γιατι εμενε η Βιτωρια τοσα χρονια μαζι με τη γιαγια μου, τη στιγμη μαλιστα που ετρωγε τα βρισιδια της ζωης της απο τον παπου μου και που, ενω ολο αναξια τη βρισκαν πολλοι απο την οικογενεια, η καημενη η Βιτωρια δεν εφευγε να ησυχασει απο τη γκρινια τους. Ισως εμενε επειδη την αγαπουσαμε εμεις τα παιδια και η γιαγια μου, ποιος ξερει.

Προβληματιζομουν με το "σπασμενο ηθικο" της θειας Αγγελικουλας, επειδη δεν ηξερα τι σημαινει "ηθικο" και νομιζα οτι ειχε καποια σχεση με το μπιμπελο που ελεγε καθε λιγο και λιγακι ο κ. Μακης «εγω τη γυναικα την εχω σαν μπιμπελο» και ηξερα τι σημαινει να σπας ενα μπιμπελο, το εμαθα οταν εσπασα τη μπαλαρινα που ειχε η μαμα μου πανω στο μπουφε κι εβαλε τετοιες φωνες που κατατρομαξα και κρυφτηκα κατω απο το τραπεζι. Ετσι λοιπον, το «σπασιμο του ηθικου» της Ελενης μαλλον θα ηταν σπασιμο της ιδιας της Ελενης απο τον κ. Μακη και καθε φορα παρατηρουσα καλα καλα να δω που ακριβως την ειχε σπασει, ποιο κομματακι δηλαδη της ελειπε.

Πιθανοτατα να της ελειπε το στεφανι που ελεγε η γιαγια μου, δηλαδη να ειχε καποιο στεφανι που το εσπασε ο κ. Μακης και δεν το ξανακολλησε στη θεση του. Που να το ειχε ομως το στεφανι η Ελενη του Μακη; Μαλλον γυρω απο τη μεση της, οπως η μπαλαρινα της μαμας μου. Το στεφανι της μπαλαρινας το κολλησαμε μαζι με τη γιαγια και δεν φαινοταν σχεδον καθολου το κολλημα, ιδιως οταν ηταν τοποθετημενη με την κολλημενη πλευρα προς τον τοιχο. Η Ελενη στεκοταν συχνα κολλημενη στον τοιχο οταν περιμενε τη γιαγια μου στο αντρέ, ετσι πιστεψα οτι θα εκρυβε με αυτο τον τροπο το μερος οπου θα ηταν κολλημενο το στεφανι της, που μπορει να το ειχε κανει θρυψαλλα ο κ. Μακης και γι αυτο να μη γινοταν να κολληθει πια.

Αν ειστε περιεργοι, μπορω να σας πω οτι ο κ. Μακης μολις αρρωστησε βαρεια την παντρευτηκε την Ελενη και εκεινη τον κληρονομησε, αντι για τη γιαγια μου που ηταν η πρωτη του εξαδελφη και πιο κοντινη συγγενης. Η Ελενη, μολις πεθανε ο κ. Μακης, πεθανε κι εκεινη σε λιγους μηνες ξαφνικα και το σπιτι το πηραν κατι ανηψια της και το δωσαν αντιπαροχη κι εγινε πολυκατοικια και πριν λιγα χρονια ειχε ενα σουπερ μαρκετ απο κατω, αλλα τωρα εχω καιρο να περασω και δεν ξερω σε τι κατασταση βρισκεται.
________________
ΣΗΜ. μεταφέρθηκε από εδώ: https://rodia-mixer.blogspot.com/2007/12/blog-post_05.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...