Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

260. μονοπάτια φιδοτόπων




Σε μονοπάτια φιδοτόπων τι θέλω 'γώ να περπατώ;
Είναι καλύτερα λοιπόν ν' ακροβατώ,
να σβουράω σαν τη ρόδα, όπως δεν τόλμησε κανείς,
και τα χνάρια μου να σβήνω με την άχνα της φωνής

Κι αν λεξιλόγια μου τάζουν για να στιλβώσουν το μυαλό,
σβουράω σα ρόδα κι ανυπόκριτα γελώ,
έχω μάθει ν' αγναντεύω πιο μακριά κι απ' τα βουνά,
κι όποια λέξη κι αν ακούσω, μου την έχουν πει ξανά

Τετάρτη, Μαΐου 30, 2007

259. το δέρμα του σουμέριου πυρπολητή



Τα δάση στη χώρα των σουμέριων ήταν πολύ εύφλεκτα, επειδή υπήρχαν πολλοί θάμνοι χαμηλά και οι σουμέριοι δεν καθάριζαν συχνά το έδαφος κι έπεφταν κουκουνάρες και με τον παραμικρό σπινθήρα πιάναν φωτιά κι έσκαγαν και η φωτιά εξαπλωνόταν και καιγόντουσαν τα δάση σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων. Βεβαίως, εκείνη την εποχή μάλλον δεν υπήρχε το μέτρο ως μονάδα μέτρησης αποστάσεων, οπότε, ούτε χιλιόμετρα υπήρχαν, αλλά οι απεικονίσεις του μυαλού μου έτσι δείχνουν, «ακτίνες πολλών χιλιομέτρων», και αδυνατώ να τις αμφισβητήσω, πού να τα βάζω και με το μυαλό μου τώρα...

Στα δάση αυτά υπήρχαν φυλάκια πυροσβεστών, όπου αρχηγός ήταν ο αρχιπυροσβέστης, ο οποίος ουδέποτε είχε πατήσει το πόδι του σε δάσος, επειδή τον πείραζε η υγρασία, μερικοί μάλιστα λέγαν ότι εκείνος πυροδοτούσε τις φωτιές «για να στεγνώξει καμιά φορά αυτός ο τόπος», όπως του ξέφευγε κι έλεγε κάπου κάπου, εν τη ρύμη του λόγου που λένε, αλλά τα πολλά λόγια είναι φτώχεια και οι σουμέριοι κάθε άλλο παρά φτωχοί ήταν. Ζάπλουτοι, με δεκάδες άλογα κι εκατοντάδες αιγοπρόβατα ο φτωχότερός τους, με σπίτια μαρμαρένια δεμένα με καΐτια από ξύλο σκληρό τριανταφυλλιάς τα περισσότερα, αυτοί ήταν οι σουμέριοι σε γενικές γραμμές.
Σε ειδικές γραμμές, ήταν γραμμένο το κισμέτ τους, ότι θα πάνε όλοι από την κακιά αρρώστια, μια φάουσα που έτρωγε τα σπλάχνα του ανθρώπου και το δέρμα του τό 'κανε μελιτζανί. Επίσης, η αρρώστια αυτή κόνταινε το σώμα και το πάχαινε από τη μέση και κάτω απεριόριστα, ενώ από τη μέση και πάνω το λέπταινε ανυπερθέτως, έως ότου το κεφάλι κρεμόταν στα πλάγια, δεδομένου ότι δεν έμενε σχεδόν λαιμός να το κρατά σε όρθια στάση. Φοβερή και τρομερή αρρώστια, ειδικά για ένα περήφανο λαό όπως οι σουμέριοι, που είχαν σε ιδιαίτερη υπόληψη τα καλογυμνασμένα νεανικά σώματα. Το μόνο παρήγορο ήταν για όσους αρρώσταιναν, η τοποθέτησή τους σε υψηλές θέσεις της κρατικής ιεραρχίας το λίγο χρόνο που τους έμενε έως ότου αποδημήσουν στους κήπους της Ιστάρ ή Αστάρτης, μιας θεάς μίγμα Αφροδίτης και Αρτέμιδας.

Την ημέρα που ασθένησε ο βοηθός πυραγού, ο ανθυποπυραγός Ιουραίος, ο ήλιος βρισκόταν στον αστερισμό των διδύμων δεινοσαύρων, έτσι το δέρμα του δεν έγινε μελιτζανί αλλά πράσινο και απέκτησε μια τεράστια ανθεκτικότητα στη φωτιά αλλά και σε κάθε κακουχία. Ούτε τρυπιόταν, ούτε καιγόταν, ούτε έμπαζε νερό. Αδιάβροχο, άκαυστο, θεόγερο -που έλεγ' η γιαγιά μου για τα υφάσματα της UNRA. Με ένα τέτοιο δέρμα, σίγουρα μπορούσε να γίνει και πρωθυπουργός, μόνο που αυτό δεν θα κρατούσε για πολύ. Ρώτησαν λοιπόν τον σουμέριο ανθυποπυραγό αν ήθελε να γίνει πρωθυπουργός. Εκείνος αρνήθηκε ευγενικά και ζήτησε αντ' αυτού τη θέση του πυρπολητή δασών. «Μια ζωή τα έχω άχτι αυτά τα δέντρα, δώστε μου την ευκαιρία να τα ξεπαστρέψω» είπε στον πρώτο άρχοντα Χαμουραμπόπουλο τον Γ' κι εκείνος δέχτηκε και τον τοποθέτησε στο δάσος των αστροχαυτών.
Το δάσος αυτό φημιζόταν για την αντοχή του στη φωτιά, είχαν πέσει χιλιάδες κεραυνοί και η υγρασία του κατάφερνε να τους σβήνει ατάκα κιεπιτόπου, που λένε, για τούτο το είχαν παρομοιάσει με τους αστροχαύτες, τα όρνεα που κατάπιναν δέκα αστέρια στη καθισιά τους. Ο Ιουραίος, μόλις μπήκε στο δάσος δεν έπιασε αμέσως δουλειά, αλλά κάθισε σε μια κοτρώνα να σκεφτεί πώς θα δράσει. Βεβαίως, ζήτησε τη βοήθεια της Ιστάρ, η οποία ήρθε πίσω από το αυτί του και του ψιθύρισε «Αν πιάσει φωτιά το δέρμα σου, θα πιάσει και το δάσος». Σοφή θεά, μα την αλήθεια! Πώς δεν το είχε σκεφτεί από την αρχή; Εγδαρε λίγο από το δέρμα του να δοκιμάσε, άστραψε το τσακμάκι του, τίποτα. Το δέρμα δεν καιγόταν. «Το δέρμα θα καεί από δική σου φωτιά και όχι από ξένη» ξαναμουρμούρισε η θεά πίσω από το αυτί του. Τι να ήθελε να πει; Τι εννοούσε με το "δική σου φωτιά"; Εφτυσε στο χώμα και συγκέντρωσε τη σκέψη του.

Σκέφτηκε, σκέφτηκε, καμιά σκέψη δεν τον βοηθούσε, μέχρι που έβγαλε ένα δοχείο από το δισάκι του να φάει κάτι, είχε πεινάσει κιόλας τόσες ώρες στον καθαρό αέρα. Το δοχείο είχε μέσα το αγαπημένο του φαγητό: φασολάδα με μπόλικο σέλινο. Εφαγε, έφαγε, κι όσο έτρωγε σκεφτόταν, κι όσο σκεφτόταν τόσο έτρωγε κι άλλο, κι άλλο... ώσπου τινάχτηκε όρθιος. «Αυτό είναι!» έκραξε με βεβαιότητα κι έβγαλε όλα του τα ρούχα. Ετσι ημίγυμνος άρχισε να τρέχει πέρα δώθε στο δάσος των αστροχαυτών, κι όσο έτρεχε χώνευε τη φασολάδα με το μπόλικο σέλινο, κι όσο χώνευε τόσο έκλανε κι όπου έκλανε έπιαναν φωτιά τα χαμηλά κλωναράκια των δέντρων κι η φωτιά απλωνόταν σιγά σιγά στην αρχή και στη συνέχεια, σε ένα τρομερό λαμπερό κρεσέντο, όλο το δάσος καιγόταν σαν ένα τεράστιο πυροτέχνημα διαρκείας. Ο ανθυποπυραγός έγινε κάρβουνο κι έσβησε με το σβήσιμο της φωτιάς, μερικούς μήνες μετά, όταν έγινε ο κατακλυσμός του Γκιλγκαντεμήδη, τη μόνη πράξη του ήρωα αυτού που έφερε ευτυχία στους ανθρώπους.

258. είχα ένα μεγαλογιατρό πελάτη



Ο πελάτης μου ήθελε να χτίσει ένα σπίτι και ήρθε στο γραφείο με τη γυναίκα του. Συζητήσαμε τις λεπτομέρειες και περιμέναμε να φέρει τα σχέδια του οικοπέδου του. Σε λίγες μέρες, μετάνιωσε και ήθελε να του διαμορφώσω το διαμέρισμα που πήρε αντιπαροχή από ένα ακίνητο νεοκλασσικό -προίκα της γυναίκας του- που γκρεμίστηκε για να γίνει πολυκατοικία. Αποτυπώσαμε το διαμέρισμα και ξεκινήσαμε να σχεδιάζουμε. Προχωρώντας η μελέτη, αποφάσισε να μας αναθέσει και τη διαμόρφωση άλλων δυο διαμερισμάτων που του ανήκαν. Ωραία, είπαμε, να ένας καλός πελάτης!

Κατά τη διάρκεια των εργασιών, μελέτη και επίβλεψη τριών διαμερισμάτων, ο μεγαλογιατρός ερχόταν στο γραφείο και συζητούσαμε ως αργά το βράδυ. Εκτιμούσε ιδιαιτέρως τα ποτά που τον σερβίραμε, άλλωστε η προκαταβολή κάλυπτε το έξοδο αυτό. Μάθαμε συζητώντας πολλά γι αυτό τον άνθρωπο. Οτι είχε παντρευτεί τη γυναίκα του για την προίκα της, εκείνος στα 27 κι εκείνη στα 16, ανήλικη αλλά ψωνισμένη με τους επιστήμονες, όπως και ο μπαμπάς της. "Γιατρός χωρίς προίκα δεν γίνεται φίρμα" έλεγε, και, σαν σοφός άνθρωπος, συμβούλευε τους άντρες του γραφείου "να ζητάτε προίκα, μην είστε κορόιδα". Μάθαμε ότι είχε μια επαγγελματική αποτυχία που την πλήρωνε ακόμα "και θα τη πληρώνω σε όλη μου τη ζωή" όπως έλεγε επίσης.

Η αποτυχία αυτή ήταν μια πανέμορφη γυναίκα που είχε μείνει κουτσή εξαιτίας μιας επέμβασης που της είχε κάνει. Για να γλιτώσει τη μήνυση και τη κατακραυγή, της είχε αγοράσει μια μπουτίκ με ρούχα, κάτι έπαιζε και παράλληλα, απ' ό,τι καταλάβαμε. Η γυναίκα ήταν παντρεμένη και είχε πει ψέμματα στον άντρα της πως το μαγαζί το κληρονόμησε από ένα θείο, ο άντρας της δεν κατάπιε το χάπι και της ζήτησε διαζύγιο, η γυναίκα ζήτησε τα ρέστα από το μεγαλογιατρό κι εκείνος έφυγε από την οικογένειά του για να συζήσει μαζί της μια και η γυναίκα του δεν του έδινε διαζύγιο. Απάνω εκεί, ήρθε στο γραφείο για να αναθέσει τις μελέτες των διαμερισμάτων του. Ενα για τη γυναίκα του κι από ένα για τα δυο παιδιά του.

Ο μεγαλογιατρός αυτός ήταν μέτοχος σε ένα μεγαλονοσοκομείο της μόδας, είχε και δικό του ιατρείο σε πολύ ΙΝ συνοικία, ένα ρόβερ, μια τζάγκι παντόφλα, κι ένα τζιπάκι σεβρολέτ. Τα αυτοκίνητα τα πούλησε μόλις ασθένησε από βαριά αρρώστια, το ιατρείο το πούλησαν αργότερα τα εγγόνια του, το ένα διαμέρισμα τό 'χασε η γυναίκα του στα χαρτιά, το άλλο το πήρε η τράπεζα όπου είχε υπερχρεωθεί ο γιος του, στο τρίτο κατοικούν τα εγγόνια, η γυναίκα με την οποία συζούσε πέθανε πριν από εκείνον και τον φρόντισε η γυναίκα του στις τελευταίες του μέρες. Λίγο αργότερα, πέθανε κι αυτή.

Τις μελέτες για τα τρία διαμερίσματα δεν τις πλήρωσε ποτέ, μόνο το 20% του συνολικού τιμήματος, το ποσό της προκαταβολής, έδωσε. Σίγουρα, με αυτά τα χρήματα πληρώθηκαν τα ποτά, τα μελάνια και τα χαρτιά. Για τις φωτοτυπίες δεν είμαι σίγουρη αν έφτασαν. Κάτι είχαμε ψυλλιαστεί και δεν φτιάξαμε τη μακέτα που ζητούσε. Πάντως ήταν ένας πολύ ντιστενγκέ κύριος, τρε σικ, αξιοπρεπέστατος. Θα μπορούσα να περιγράψω τη προσωπική του γκαρνταρόμπα, αλλά μπορεί να τον αναγνωρίσουν κάποιοι και δεν το θέλω. Μετά την περίπτωσή του, δεν ήθελα να χτίζω σπίτια γιατρών. Δεν ήθελα βρε αδερφέ!

Σάββατο, Μαΐου 26, 2007

257. τα βάθη της καρδιάς



Δεν εμπιστεύομαι τα βάθη της καρδιάς,
σκουπίδια κρύβονται συχνά στα φυλλοκάρδια


Σκουπιδοκράτορες των χτύπων μιας βραδιάς,
σκυλεύουν τ' άχραντα κι εγκαταλείπουν άδεια


Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

256. σκέφτομαι σοβαρά...



...ν' αυτοκτονήσω με μια φωτογραφική μηχανή...


εκεί που κοιτάζομαι στο καθρέφτη και φωτογραφίζω τη φάτσα μου.. τσαφ! κάτι να συμβεί και να τεζάρω επί τόπου


Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007

255. περί της δύναμης του στομάχου



Μια φορά, ένα στομάχι επαναστάτησε. Θύμωσε πολύ από τα αχώνευτα πράγματα -φαγητά και ποτά, αλλά και ιδέες και συναισθήματα- που έπεφταν μέσα του και αποφάσισε να δείξει τη δύναμή του. Αρχισε σιγά και σταθερά και ύπουλα να τρώει τον εαυτό του, να τον διαλύει και να τον εξαφανίζει -ήθελε να αυτοκτονήσει, αλλά ήταν πολύ γερό στομάχι και δεν τα κατάφερνε. Κατόπιν, άρχισε να ρίχνει προς τα έξω τα καυστικά υγρά του και να ρουφά τα γειτονικά όργανα. Μετά, να καταβροχθίζει τα διάφορα συστήματα, κυκλοφορικό, νευρικό, πεπτικό. Υστερα, να ξεσκίζει σάρκες και να σπάει κόκκαλα, να τα τσακίζει, να τα κατακερματίζει σε μικρούτσικα κομματάκια. Στο τέλος, αναποδογύρισε όπως ακριβώς ένα γάντι, το μέσα έξω δηλαδή, εκθέτοντας στον αέρα τη χνουδωτή μαλακή και, συνάμα, ανθεκτικότατη επιφάνειά του. Εγινε μια στομαχοχνουδόμπαλα εξαιρετικά ελαστική, που άρχισε να αναπηδά στο έδαφος, να κυλά προς κάθε κατεύθυνση, πότε ψηλά και πότε χαμηλά, προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, και να παίρνει σβάρνα και να καταβροχθίζει ό,τι εύρισκε μπροστά της, με σταθερή προτίμηση τα βάσανα_των_ανθρώπων.

254. γιατί γράφω



γράφω για να υπάρχω
μέσα στη σκέψη
όσων διαβάζουν
τα γραφτά μου

Διάβασα σήμερα περίπου 100 ποστ σε αυτό εδώ το blog και ήταν σα να τα έβλεπα για πρώτη φορά -σα να μη τα είχα γράψει η ίδια- και, ευτυχώς, βρήκα μερικά αρκετά ενδιαφέροντα.


Δευτέρα, Μαΐου 14, 2007

253. Πόσο αξίζει ένας άνθρωπος; ε;



Κάτι διάβασα για πόρτες και αξίες στο blog ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΛΕΣ ΜΑΡΙΑ! τoυ 0 Comments και θα εκθέσω αυτό που μου συνέβη σήμερα.
Οπως θα ξέρετε, έχω να αδειάσω το σπίτι ενός νεκρού. Πάει αυτός, απόθανε και πετά σε άλλους γαλαξίες, μακριά από μας. Εκεί πέρα, δε γίνεται να πάρει μαζί του τα πράγματα που απόχτησε στη Γη, κι έτσι, όσοι μένουν πίσω επιφορτίζονται με το μοίρασμα των αγαθών αυτών. Επιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, βιβλία, κλπ κλπ.

Εχω μια παιδική φίλη που έγινε κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο το κοριτσάκι που γνώρισα μικρή, άλλ' αντ' άλλων λέμε, ειδική στο κλείσιμο των θυρών, ΓΙΑ ΝΑ... Ολο με κάτι μετράει τα πάντα, όλα έχουν μια αξία συγκεκριμένη κατά τη γνώμη της. Τεσπα, προσφέρθηκε να με βοηθήσει και πήρε σε πρώτη φάση τα ρούχα και τα παπούτσια του αποθαμένου -και θαμένου- να τα δώσει εκεί όπου τα δίνει συνήθως, αυτή τη δουλειά κάνει από τότε που βγήκε στη σύνταξη. Φυσικά, δεν διανοήθηκε να πληρώσει ο,τιδήποτε. Αυτά δεν έχουν αξία για κείνη. Σημειώστε το, θα χρειαστεί πιο κάτω.

Προχτές, μου τηλεφώνησε ότι έχει μια πολύ φτωχή ανεψιά, που πήρε διαζύγιο "και καταλαβαίνεις..." όχι, δεν καταλάβαινα.. "ε, όσο νάναι, είναι πολύ δυστυχισμένη..." όχι, πού να καταλάβω, τη στιγμή που έχω πίσω μου δυο εξαιρετικά πετυχημένα διαζύγια; Τεσπα.. αρχίσαμε μια κουβέντα περί οίκτου και πώς η εικόνα του οίκτου πέφτει πολύ βαριά πάνω στον άνθρωπο που λυπόμαστε, και ότι δεν μου αρέσει να λυπάμαι κανένα.. κλπ κλπ...

"Δεν έχει καθόλου λεφτά" μου είπε, "αλλά χρειάζεται ένα πλυντήριο" και "να έρθει να το πάρει" της απάντησα και "μήπως θέλει και την κουζίνα; θέλει κάτι ακόμα; να έρθει να διαλέξει τι χρειάζεται" συμπλήρωσα. "Και πώς θα τα πληρώσει;" ρώτησε, "δεν θα πληρώσει τίποτα, μόνο το μεταφορέα, δε θα της τα στείλω και στο σπίτι" απάντησα. "Ε, πώς.. δε γίνονται αυτά.. κάτι πρέπει να πληρώσει" επέμενε. "Οχι, δεν θέλω χρήματα, τα πράγματα αυτά δεν μου ανήκουν, θέλω μόνο να αδειάσει το σπίτι αυτό, να μη πληρώνω νοίκι" της είπα. Μετά από σειρά παρόμοιων προτάσεων, μείναμε σύμφωνες να κανονίσει εκείνη ό,τι νομίζει, αφού της εξήγησα πως δε θέλω να μου τηλεφωνήσει η μικρή και να μου κάνει παζάρια, τζάμπα τα δίνω, τι θα πει έχουν αξία, περισσότερη απο αυτόν που πέθανε έχουν;

Γιατί αντιμετωπίζεται με δυσπιστία ένας άνθρωπος που χαρίζει κάτι; Σάμπως θα ζητήσω τίποτα απο αυτή τη κοπελίτσα που μάλλον ούτε θα τη ξαναδώ στα μάτια μου; Γιατί οι άνθρωποι δεν θέλουν να νιώθουν "υποχρεωμένοι" απο τη μια, κι από την άλλη προτιμούν να υπερχρεώνονται, να λαδώνουν και να λαδώνονται και να ζητούν ρουσφέτια; Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...

Χαρίζω και το αυτοκίνητό του, ένα ρενώ τισι-5 του 1985, δεύτερη γενιά της ρενώ, σε άριστη κατάσταση μηχανολογικά. Με κοίταξαν παράξενα δυο που το είδαν και δεν ξαναφάνηκαν. Αποφάσισα να το πουλήσω. 300 €. Μόνο που είναι ακίνητο ενάμισυ μήνα και θα τά 'χει φτύσει η μπαταρία.

Αυτά, κι ένα ερώτημα: Πόσο αξίζει ένας άνθρωπος; ε;

Nα το βάλω αγγελία στα 1.000 € να έρθουν να το πάρουν τρέχοντας; Αρε μάνα, δε μ' έκανες εμπόρισσα... ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΛΕΦΤΑ ΡΕΕ ΓΚΕΓΚΕ;



Κυριακή, Μαΐου 13, 2007

252. χάθηκα



Εχω χάσει τον εαυτό μου. Με έχω χάσει και πώς να με βρω;Με ψάχνω παντού, αλλά δεν υπάρχω πουθενά. Δεν είμαι αυτή η άϋλη οντότητα που κυκλοφορεί ανάμεσα στους ιστούς της άπιαστης αράχνης. Δεν είμαι, δεν είμαι το κορίτσι που κάνει τη ρόδα. Δεν είμαι το ίχνος της ρόδας. Δεν είμαι δέντρο, ούτε καν θάμνος. Δεν είμαι καρπός, τίποτα δεν είμαι. Δεν είμαι χαζοχαρούμενο παραλήρημα, όχι, δεν είμαι. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι είμαι, δεν θυμάμαι πώς ήμουν, τι ήμουν, ΑΝ ήμουν καν ο,τιδήποτε. Θέλω να είμαι μια πέτρα, ένα βότσαλο μικρό, να με πετάξουν στο νερό και να βουλιάξω και να μη ξαναβγώ στην επιφάνεια. Ενα βότσαλο αρκετά βαρύ να μείνει στους αιώνες στον πάτο της θάλασσας. Αυτό θέλω.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...