Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αννετα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αννετα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 13, 2020

900. η Αννέτα και ο στρατηγός

πριν από σαράντα χρόνια, όταν γεννήθηκε το πρώτο μου παιδί, ήρθε στην κλινική να με δει η Αννέτα, η νοσοκόμα της γιαγιάς μου. Εχω γράψει πολλές ιστορίες για την Αννέτα, για το πώς την έφερε στην Ελλάδα ένας στρατηγός των βαλκανικών πολέμων από ένα χωριό της Βουλγαρίας, όπου τίποτα δεν είχε σταθεί όρθιο και η Αννέτα, δωδεκάχρονο κοριτσάκι τότε, έκλαιγε καθισμένο πάνω στ' αποκαΐδια. Την βούτηξε λοιπόν ο γεροστρατηγός Βούρβαχης και την έρριξε στη σέλα του αλόγου του και γλίτωσε το παιδάκι, αλλά αυτά ανήκουν σε άλλη ιστορία, μη τα ξαναγράφω. 

 
Η Αννέτα είχε μια θεωρία: "το γέλιο είναι το πιο μεγάλο όπλο" μού έλεγε, γελώντας φυσικά μέχρι δακρύων. Ετσι, εκείνο το απόγευμα που ήρθε να με δει, έλεγε απανωτά ένα σωρό αστείες ιστορίες για διάφορους αρρώστους που είχε περιποιηθεί, αλλά και για ευτράπελα από την Κατοχή, όταν έκρυβε στο σπίτι της εγγλέζους ενώ στο διπλανό δωμάτιο πότιζε δυνατά ποτά κάτι φρίτσηδες! 
 
Το γέλιο της, που έρρεε σαν καταρράχτης, είχε σώσει την Αννέτα από πολλές κακοτοπιές και για τούτο το σεβόταν και το υπολόγιζε, προσπαθώντας να πείσει κι άλλο κόσμο για τη δύναμή του. Εμένα τουλάχιστον με έπεισε. Φαίνεται αυτό, δεν φαίνεται;
_____________
για τον στρατηγό αυτόν (του οποίου δεν θυμάμαι το μικρό όνομα) έψαξα αλλά δεν βρήκα τίποτα. Τότε, (1912-13) θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον εξήντα χρονων. Αν γνωρίζει κάποιος σχετικά ή έχει πρόσβαση σε αρχεία, ας ενημερώσει παρακαλώ.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2019

648. Αννέτα -ΙΙ

Ενας υπερήλικας στρατηγός καβάλα στο άλογό του συναπαντήθηκε στα βουλγάρικα χωράφια, όπου γινότανε το έλα να δεις στους βαλκανικούς πολέμους του '12, με ένα δωδεκάχρονο κοριτσάκι γεμάτο δάκρυα και μύξες, χαμένο ανάμεσα στους καπνούς, στον αχαρακτήριστο θόρυβο του πολέμου και στη χαρακτηριστική μυρωδιά του. Γιατί έχει μυρωδιά ο πόλεμος, τόσο απαίσια μυρωδιά που φέρνει δάκρυα στα μάτια, όπως έλεγε η Αννέτα, το κοριτσάκι ντε, αυτό που ανέβασε στα καπούλια του αλόγου του ο στρατηγός και το πήρε μαζί του να το προστατέψει. 

Το έφερε στην Αθήνα, το σπούδασε, κι ανησυχούσε για το μέλλον της μικρής όταν εκείνος θα έφευγε από τη ζωή. Δεν εμπιστευόταν καθόλου τους συγγενείς του, που έβλεπαν με μισό μάτι τη μικρή κι έτσι ακολούθησε τον μοναδικό δρόμο που θα την εξασφάλιζε δια βίου: την παντρεύτηκε. 

Ναι, ένας ογδοντάχρονος και βάλε με μια πιτσιρού! και τι δεν ειπώθηκε και πόσο μαύρισαν την καλή του πράξη τα αδέρφια και τ' ανήψια του, καταλαβαίνεις πιστεύω και δεν έχει σημασία να τα αναφέρω. 

Ο στρατηγός ίσαμε τότε ήταν γεροντοπαλήκαρο εκ πεποιθήσεως, που λένε, αφοσιωμένος στο καθήκον, που λένε επίσης, αλλά το καθήκον προς την πατρίδα δεν εμπόδισε το καθήκον προς το συνάνθρωπο κι έτσι βρέθηκε η Αννέτα εικοσάχρονη με σπίτι δικό της και σύνταξη στρατηγού -δεν ήταν και τόσο υψηλή τότε- που τη συμπλήρωνε με το έσοδο της νοσοκομειακής περίθαλψης. 

Ούτε η Αννέτα παντρεύτηκε ποτέ της, έζησε ελεύθερη και πεθανε σε βαθειά γεράματα. Την περιουσία της την άφησε με διαθήκη στα ανήψια του στρατηγού, του ευεργέτη της. Περιττό να γράψω ότι στον Β' Π. Πόλεμο, το σπίτι της ήταν καταφύγιο για κάθε είδους κυνηγημένους.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

207. η Αννέτα η βαφτισιμιά μου -Ι-



Η Αννέτα με φώναζε νουνά της, επειδή ήθελα να τη βαφτίσω και να την εκπολιτίσω το συντομότερο, μπας και γλύκαινε κιόλας η αγριοφωνάρα της που με τρόμαζε περισσότερο κι από τα φοβερά της δόντια. Τα δόντια της Αννέτας βρισκόντουσαν εγκατεστημένα μέσα σε ένα στόμα που δε θυμάμαι να το είχα δει ούτε μια φορά κλειστό.

Ολο ανοιχτό ήταν το στόμα της και γέλαγε δυνατά όταν δεν μιλούσε κραυγάζοντας, κι είχε και κάτι χείλια βαμμένα κατακκόκινα, κι όταν με φίλαγε σταυρωτά με γέμιζε σάλια και κοκκινάδια, κι εκείνη την ώρα που δήλωσα ότι θα τη βαφτίσω να γίνει χριστιανή και να μοιάσει με μας και να μη ξαναφάει ανθρώπους... ε, τότε με άρπαξε στην αγκαλιά της και με φίλαγε χορεύοντας και πηδολογώντας και κράζοντας «η νουνά μου! η νουνά μου! πότε θα με βαφτίσεις νουνάκα μου;» και δώστου χοροπηδητό και γέλια. Ευτυχώς, η γιαγιά μου με έσωσε, όταν έπαψε να γελάει κι εκείνη και «άντε, αρκετά Αννέτα μου, ανακατεύεται το παιδί» είπε και με πήρε να με βάλει για ύπνο.

Οταν ερχόταν η Αννέτα στο σπίτι της γιαγιάς μου, γινόταν κάτι σαν πανηγύρι. Πρώτα, φρόντιζε τον άρρωστο που υπήρχε -ήταν νοσοκόμα η Αννέτα, με δίπλωμα μάλιστα- του έκανε ένεση συνήθως, ή του έπαιρνε αίμα να το πάει για εξέταση, ή ό,τι άλλο είχε ανάγκη. Συχνά, ξαγρυπνούσε δίπλα στον άρρωστο, παίρνοντας τη θέση της γιαγιάς ή της θείας της Μιμίνας. Κατόπιν, αφού πλενόταν σχολαστικά «η καταριότητα είναι μισό αρκοντιά λέμε μείς το κανίμπαλοι στο πατρίντα μου, κατάλαβεsh;» συνήθιζε να λέει παχαίνοντας το σίγμα στο τέλος της λέξης αυτής, που την κόλλαγε σε οποιαδήποτε φράση κάθε τρεις και λίγο. Μετά, ερχόταν κοντά μου, με αγκάλιαζε και μου τραγουδούσε ένα τραγούδι(*) από την πατρίδα της, τη Βουλγαρία.

Κατόπιν, αν ήταν μεσημέρι ή βράδυ, καθόταν στην τραπεζαρία να φάει μαζί μας, σημάδι πως μια νοσοκόμα είναι κάτι τι το σπουδαίο. Η γιαγιά μου δεν άφηνε τον καθένα να κάθεται στο τραπέζι για φαγητό, παρά αν ήταν κάποιος του σπιτιού ή κάποιος σημαντικός άνθρωπος. Η Αννέτα λοιπόν, ήταν σημαντική, αν και κανίβαλος αγριάνθρωπος από τη Βουλγαρία. Δεν το χώραγε το μυαλό μου, αλλά «για να το λέει η γιαγιά κάτι παραπάνω θα ξέρει» σκεφτόμουν και δεν με απασχολούσε άλλο. Με απασχολούσε όμως μάλλον -πώς αλλιώς θα σκεφτόμουν να τη βαφτίσω;

Αυτή η ιδέα είχε καρφωθεί στο τετράχρονο μυαλουδάκι μου μετά από μια σοβαρή συζήτηση μαζί της, όταν προσπαθούσα να λύσω το μυστήριο, πώς δηλαδή μια τόσο χαρούμενη και καλή γυναίκα και μάλιστα νοσοκόμα με δίπλωμα (αυτό το δίπλωμα δεν το καταλάβαινα, αλλά δεν είναι του παρόντος να το εξηγήσω) να μιλάει με αυτή τη βαρειά προφορά και να είναι τόσο πολύ βαμμένη και να έχει και τόσο μεγάλο στόμα με τεράστιες δοντάρες μέσα του.

- Γιατί Αννέτα έχεις τόσο μεγάλα δόντια;
- Γκιαντί στο πατρίντα μου το Βουλγκάρια τρώμε κρέας ωμό.
- Τρώτε και ανθρώπους;
- Βέβαια, αφού είμαστε κανίμπαλοι! Κατάλαβεsh;

Εκεί ακριβώς σα να ζάρωσα, οπότε τό'σωσε «εντώ εγκώ ντεν τρώω πια αντρώποι, μη φοβάσαι, και ντεν με αρέσει να τρώει παιντιά μικρά.»

- Αλλά τρως κρέας ωμό;
- Οκι, και αυτό το έκοψα, εντώ ντεν έκει καλό κρέας ωμό, μόνο Βουλγκάρια έκει.
- Και γιατί μιλάς τόσο άγρια;
- Επειντή έκω μεγκάλο στόμα και βγαίνουν τα λόγκια πολύ ντυνατά, σαν καμπάνα. Κατάλαβεsh;
- Και γιατί βάφεσαι τόσο πολύ;
- Στο κανίμπαλοι αρέσει πολύ ζωγκράφισμα στο μούτρο, την άλλη φορά τα σου φέρει ένα βιβλίο να ντεις.

Η Αννέτα έμενε σε ένα σπίτι πολύ κοντά στο σπιτι της γιαγιάς μου, μόνο που ήταν πιο μικρό, αλλά είχε μια πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη. Μια μέρα πήγαμε σπίτι της μαζί με τη γιαγιά μου και έβγαλε ένα μεγάλο βιβλίο με ζωγραφιές και μου έδειξε κανίβαλους. Κάτι κατάμαυρους ανθρώπους με κόκκαλα στα μαλλιά τους και γδυτούς να παίζουν τύμπανα. Ολο το σώμα τους είχε ζωγραφιές και φορούσαν πολλά σκουλαρίκια βαρειά και τα αφτιά τους κρεμόντουσαν σαν λάστιχα. Είχαν μεγάλα στόματα με παχειά χείλια, σαν της Αννέτας. Μόνο που η Αννέτα ήταν κοκκινομάλλα με κάτασπρο δέρμα.

- Αυτό είναι κανίμπαλοι.
- Αλλά εσύ δεν είσαι μαύρη.
- Επειντή προσπατώ να γκίνω άντρωπος σαν και σας και ασπρίζω σιγκά σιγκά. Κατάλαβεsh;
- Είσαι κάτασπρη τώρα! μόνο η φωνή είναι άγρια.
- Είντες; το προσπάτεια ντεν πάει καμένο. Κατάλαβεsh; Αμα βρω και ένα νουνό να με βαφτίσει...

Εκεί πάνω, μου κατέβηκε η ιδέα να τη βοηθήσω να συντομέψει τον εξανθρωπισμό της. «Η καημένη η Αννέτα, δεν μπορεί να βρει μια νονά ή ένα νονό να τη βαφτίσει!» σκεφτόμουν. Ετσι, ένα βραδάκι που ήρθε στη γιαγιά, της δήλωσα περήφανα:

- Εγώ θα σε βαφτίσω!

Δεν το χώραγε ο νους μου ότι μπορεί ένας άνθρωπος να είναι αβάφτιστος. Ούτε το ότι τη φωνάζαμε Αννέτα με έκανε να αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά της και την ανάγκη της να βαφτιστεί πάση θυσία. Ετσι, άρχισε το πανηγύρι που ανέφερα πιο πριν. Περιττό να αναφέρω ότι η Αννέτα με φώναζε νουνά της ως τα βαθειά της γεράμματα.



-------------
ΣΗΜ.1. Το θυμάμαι καλά αυτό το τραγουδάκι, τον ήχο δηλαδή, γιατί για τα λόγια δε μπορώ να είμαι καθόλου σίγουρη, αν και μου το είχε τραγουδήσει και όταν μεγάλωσα πια -λίγο πριν πεθάνει. (στιχακια κατι σαν: μάρι μπάμπο γέρμπαμπα, ίμα στερκα χόμπαμπα, ντάι μία μπάμπο, ντάι μία, ντάστανα νερόπλινα)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...