Μιά ιστορία που μου διηγόταν η γιαγιά μου ήτανε πολύ αστεία. Είχανε πάει με τη μάνα της, τη σιόρα Ελένη, επίσκεψη στην κοντέσσα Μελπομένη. Ενα σπίτι δυό φορές μεγαλύτερο απ' το δικό τους κι από μέσα... δέκα φορές πιό πλούσιο! Τα έπιπλα αστράφτανε φρεσκολουστραρισμένα, οι πολυέλαιοι, οι κουρτίνες, ήτανε άλλο πράγμα. Οταν εχτυπήσανε το κουδούνι και τους άνοιξε ο πορτιέρης, μιά νεαρή καμαριέρα τις έμπασε στο μικρό σαλονάκι. Εκεί να δείς πολυτέλεια! Ολα όμορφα και με πλούσια φαντασία τοποθετημένα. Η γιαγιά μου -εφτά χρονώνε τότε- εκάθησε σ' ένα πολύχρωμο σκαμνάκι. Η μάνα της όμως εδιάλεξε την πολυθρόνα στη γωνία του σαλονιού, που πάνω της ήτανε ριγμένο ένα αστραφτερό ύφασμα. Ισως νά 'πε μέσα της πως ετούτη τη θέση τηνε προώριζε η κοντέσσα για τους πιό διαλεχτούς καλεσμένους.
Με το που θρονιάστηκε όμως η σιόρα Ελένη στην πλουμιστή πολυθρόνα, εγίνηκε το θάμα! Τα ματάκια της μικρής Ολγούλας αντικρύσανε ξαφνικά τα πόδια της μάνας της σηκωμένα στον αέρα, να κοιτάνε οι σόλες των παπουτσιώνε το ταβάνι, σφηνωμένα ανάμεσα στις νταντέλλες των πολυπληθών μεσοφοριώνε της, την ανάποδη του κρινολίνου της και του αστραφτερού πανιού που -μόλις μιά στιγμή νωρίτερα- εσκέπαζε την πολυθρόνα. Ποτέ μέχρι τότε δεν την είχε δεί τη μάνα της σε τέτοια παράξενη στάση, και για τούτο την επιάσανε κάτι γέλια, μα κάτι γέλια! «Βόηθησέ με, μωρή να ξαγκιστρωθώ από δώ μέσα!» της εφώναζε πνιχτά η σιόρα Ελένη, μα η Ολγούλα τίποτα. Δεν εμπόριε να κουνηθεί απ' το ξεκάρδισμα. Εκοίταζε τη μάνα της και τα ματάκια της κοντεύανε να πεταχτούνε όξω απ' τίς κόγχες τους. «Βόηθησέ με μην έρτει κανένας! Βόηθησέ με, κακομοίρα μου, μη σε σκοτώσω!» Η μικρή όμως είχε μαρμαρώσει. Ενα άγαλμα ξεκαρδισμένο απ' τα γέλια, αν γίνεται κάτι τέτοιο.
Τα πράγματα έμειναν έτσι για κάμποσην ώρα, μέχρι που εμπήκε η κοντέσσα Μελπομένη και -κρυφογελώντας κι εκείνη- εφώναξε τη δούλα να βοηθήσει τη σιόρα Ελένη να σηκωθεί. Εζήτησε τα χίλια συγνώμη «Ω, σιόρα μου, τι επάθετε! Την είχα για το μάστορη την πολυθρόνα και για να μη φαίνεται την εκουκούλωσα με τούτο το πανί... Και πώς δε σας τό 'πε το δουλικό! Ω, τι ετραβήξετε! Ω,ω,ω! Λαχτάρα που θα επήρατε!» «Τίποτε, κοντέσσα μου, τίποτε, έχω και τούτο το μόμολο που άλλο δεν ηξέρει απ' το να χάσκει το βλοημένο!» «Αμ, θα σου δείξω εγώ κακομοίρα μου, όταν φτάσουμε οπίσω στο σπίτι!» εσφύριξε της γιαγιάς μου κάποια στιγμή.
Οταν ετελειώσανε τις κουβέντες τους οι δυό κυράδες, ήτανε κιόλας σούρουπο. Τα νεύρα της σιόρας προγιαγιάς μου ήτανε τεντωμένα σα συρματόσκοινα, για τούτο κι εγυρίσανε με τα πόδια, μήπως και τα μολάρει. Η Ολγούλα ακολουθούσε τη μάνα της αμίλητη, ούτε κιχ δεν έβγαλε μέχρι το σπίτι ελπίζοντας να ξεχάσει η σιόρα μάνα της το ρεζιλίκι. Μα πού! Μόλις εκλείστηκ' η αυλόθυρα οπίσω τους και, σαν εμπήκε κι ο καδινάτσος, πού σε πονεί και πού σε σφάζει! Εφαγε της χρονιάς της η μικρή κι επί πλέον εκοιμήθηκε και νηστική εκείνο το βράδυ.
Σκέφτομαι ώρες-ώρες πως ίσως η γιαγιά μου να μην εκατάλαβε καθόλου το λόγο που την καταχέριασε η μάνα της και γι αυτό εθυμότανε τόσο ζωντανά ετούτη την ιστορία μέχρι τα γεράματά της. Πάντως, όσες φορές και να τηνε διηγότανε, εξέσπαγε σε κάτι γέλια, μα κάτι γέλια!