η αλήθεια είναι ότι ο γονιός μόνο από μόνος του μπορεί να διδαχτεί το γονεϊλίκι, και'γώ έμαθα πάνω στο πρώτο παιδάκι μου. Είχα ευτυχώς μερικές οδηγίες από σουηδικά σχετικά βιβλιαράκια, που επεσήμαιναν πόσο σημαντικό είναι να προσπαθούμε να προβλέπουμε τη συμεριφορά όχι μόνο ενός παιδιού αλλά και ενός αντικειμένου.
Πότε πέφτει ένα πράγμα στο πάτωμα, πότε μπορεί να προκαλέσει φθορά, να τραυματίσει ένα παιδί, ότι το παιδί έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε αντικείμενο και όσο και να δείρουμε ή να μαλλώσουμε το παιδί το αντικείμενο δεν ξανακολλάει, ενώ το παιδί, την ίδια στιγμή, μπορεί να σπάσει διαπαντός, γιατί δεν υπάρχει καλύτερος και πιο αποτελεσματικός τρόπος να διδαχτεί η βία παρά με την επίδειξη.
Μαύρες σκέψεις; Οχι, είναι σκέψεις ενός άδειου ξεκούραστου μυαλού που ψιλοπαραληρεί ακούγοντας να τραγουδά η ησυχία.
Είχα την ευκαιρία να περπατήσω πλάι σε ένα μικρό κοριτσάκι σε μια παραλία, να γίνω μάρτυρας της πρώτης του συνάντησης με το θάνατο: ένα ψόφιο περιστέρι επέπλεε στο νερό. Δύσκολη στιγμή. Αυτή είναι μια στιγμή αναμετάξυ παιδιού και γονιού και ήθελα να την προσπεράσω, να αφήσω απλά την εικόνα για να τη συζητήσει μετά με το γονιό του το παιδάκι, αλλά εκείνο ρωτούσε γιατί και πώς βρέθηκε το πουλί στο νερό και γιατί δε φαίνεται το κεφάλι του και γιατί είναι ανάσκελα και φαίνονται τα ποδαράκια του, και ζητούσε "παρακαλώ, να το δω λίγο ακόμα" και μίλησα για το κεφάλι που είναι βαρύ και πάει κάτω, ότι ίσως το περιστέρι δεν πρόσεξε και βρέθηκε στο νερό και βραχήκαν τα φτερά του και βάρυναν και πνίγηκε, ή ότι μπορεί και να έπαθε κάτι και να σταμάτησε η καρδιά του στον αέρα και μετά να έπεσε στο νερό.
Και το κοριτσάκι να μη ξεκολλάει. Διηγήθηκα μια δική μου ιστορία για ένα νεκροταφείο πουλιών που είχαμε με τα αδέρφια μου, όπου θάβαμε τα ψόφια πουλάκια, με ρώτησε πώς τα πιάναμε και αν πλέναμε τα χέρια μας μετά. Απάντησα "βεβαίως" αλλά ομολογώ ότι δε θυμάμαι καθόλου τι κάναμε με τα χέρια μας. Η αίσθηση της συχασιάς δεν υπήρχε τότε, μπροστά στο ιερό καθήκον της ταφής ενός πλάσματος νεκρού δε μετρούσε καθόλου.