Κυριακή, Αυγούστου 19, 2007

276.-006. μετακόμιση στην Αθήνα



Σαν σήμερα, 19 Αυγούστου 1957, ημέρα Δευτέρα όμως και όχι Κυριακή σαν τη σημερινή, μετακομίσαμε σε αθηναϊκή συνοικία, αφήνοντας πίσω την εξοχή και τα χωράφια των παιδικών μου χρόνων. Θλίψη πολλή, σχεδόν μελαγχολία. Ενα απότομο σπάσιμο σαν ένα πολύτιμο γυάλινο βάζο που γίνεται θρύψαλλα και είναι αδύνατο να ξανακολλήσει, διάλυσε για λίγους μήνες τη προσωπικότητα του παιδιού που ήμουν και με μεταμόρφωσε στο αιώνιο παιδί που έγινα. Οφείλω πολλά σε κείνη τη μέρα, αλλά τότε δεν το καταλάβαινα και άργησα πολύ να το καταλάβω και τη μισούσα για πολλά χρόνια αυτή την επέτειο και πολύ θα ήθελα να σβηνόταν από όλα τα ημερολόγια αυτή η μέρα. Εβλεπα το φορτηγό να πηγαίνει μπροστά, εμείς ακολουθούσαμε με τους γονείς στο κουρσάκι και βλέπαμε τις γλάστρες με τα φυτά, να ταρακουνιούνται δεξιά αριστερά οι τριανταφυλλιές στους τενεκέδες και το γιασεμί και η τεράστια αράχνη που σάπισε γιατί δεν βρήκε τόπο να της αρέσει εκεί που πήγαμε. Και ήταν τόσο όμορφη αυτή η αράχνη! Ενα σπάνιο φυτό με όμορφο αχνοπράσινο χρώμα και διάφανα κλαράκια σαν μικρές βεντάλιες. Κοντά σε όλα, έχασα και το σχολείο μου που ήταν μικτό και πήγα σε σχολείο θηλέων, χωρίς παιχνίδια στο διάλλειμμα, χωρίς γυμναστική της προκοπής, με καθηγητές λίγο πριν τη σύνταξη κι έναν απόμακρο γυμνασιάρχη.

275.-005.


ζούσα τότε στο δεύτερο γαλαξία και θυμάμαι με νοσταλγία το μικρό κουβούκλιο το σκεπασμένο με διάφανα πέταλα νυχτολούλουδων μια και εκεί πέρα τα νυχτολούλουδα είναι τεράστια επειδή είναι συνέχεια νύχτα και ο ήλιος βγαίνει μια φορά στα δέκα γαλαξιακά χρόνια που σημαίνει μια φορά στα πεντακόσια γήινα και μονάχα για πέντε ωρίτσες ίσα να τον δούμε ότι υπάρχει αλλά ξέφυγα από το θέμα που είναι να διηγηθώ μια ανάμνηση από εκείνη τη μακρινή εποχή που η πραγματικότητά μου εκτεινόταν μεταξύ ενός μαλακού κουβούκλιου σκεπασμένου με πέταλα νυχτολούλουδων και ενός τεράστιου χώρου για ομαδικό συσσίτιο όπου τρώγαμε ταυτοχρόνως όλοι κι όλοι επτά χιλιάδες τετρακόσιοι σαράντα δευτεροξαλαξιακοί όλοι με καταπράσινο σκούρο δέρμα ελαφρώς ανάγλυφο και τριχοφυΐα μηδενική με μάτια μωβ και λεπτές ευαίσθητες μυτούλες γιατί η όσφρηση ήταν η βασική αίσθηση μια και χωρίς αυτή κινδύνευε η ζωή μας και ήταν σε μας περισσότερο απαραίτητη και από την αφή επειδή έπρεπε να μυρίζουμε τον κίνδυνο στα σκοτάδια εκεί λοιπόν μια φορά πέρασε δίπλα μου ξυστά ένα μικρό ζωΰφιο με φτερά πεταλούδας και μορφή σαύρας άκρως δηλητηριώδες του οποίου το δάγκωμα γλίτωσα παρά τρίχα που λένε και εξαιτίας του κινδύνου που διέτρεξα αποφάσισα να μετακομίσω στον τρίτο γαλαξία όπου βρίσκομαι τώρα εδώ και εφτά χρόνια περίπου και μου αρέσει πολύ επειδή υπάρχει πολύς ήλιος και πολλή τρέλλα λέμε και γουστάρω και την πολυκοσμία
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...