Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιμινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιμινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2023

1.298 τεχνητή νοημοσύνη

σχετικά με την τεχνητή ευφυΐα, ήρθε στο νου μου ο αυτόματος τηλεφωνητής. Η θεια Μιμίνα, αδελφή του παπού μου, ήτανε πολύ απορρημένη με αυτο το διαολάκι που χώρεσε να μπει στη συσκευή! όσο και να της εξηγούσαμε, δεν το χώραγε ο νους της.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2023

1.119 οικογενεια 1/12

Γεννήθηκα το μήνα της χρονιάς που η θεία Μιμίνα, η μικρότερη αδερφή του εκ μητρός παπού μου, θα συμπλήρωνε σε λίγους μήνες τα σαρανταεφτά της χρόνια.

Η θεία Μιμίνα, βαφτισμένη Δήμητρα, ήταν αυτό που λένε αφράτη γυναίκα, με όλα τα χαρίσματα της αφρατοσύνης και όχι μόνο στην εμφάνιση αλλά και στο χαρακτήρα. Τη θυμάμαι ντυμένη πάντα με λουλουδιαστά φουστάνια που ανέμιζαν γύρω της, με γυαλιά ηλίου χειμώνα - καλοκαίρι να προστατεύουν τα πρασινογάλανα αστραφτερά της μάτια, με χαμόγελο φωτεινό και με τρανταχτό γέλιο που ανάσταινε και νεκρούς, αλλά και με φωνή στεντόρεια ικανή να διατάζει ή και να μαλώνει όποιον έκανε το λάθος να της αντιστέκεται.

Δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν απόχτηκε δικά της παιδιά, αν και λάτρευε όλα τα παιδιά του κόσμου και ιδιαίτερα εμάς τα μικρανεψούδια της, και τη λατρεία της αυτή την έδειχνε με κάθε τρόπο: με διάφορα ψιλολόγια, δωράκια σε κάθε ευκαιρία όπως π.χ. μετά την επιστροφή της από ταξίδια διακοπών, με λίγες καραμέλες στις απλωμένες μας φουχτίτσες κάθε φορά που ερχότανε να μας επισκεφτεί, με πρωτότυπα πραγματάκια σε γιορτές και γενέθλια. Ακόμα έχω μερικά από αυτά και γελάω με την ανάμνηση των στιγμών που μού χαρίστηκαν.

Υπήρχαν φήμες ότι είχε ερωτευτεί κάποτε κάποιον ανεπιθύμητο στην οικογένεια που αργότερα έγινε καθηγητής και πρύτανης Πανεπιστημίου. Ο τύπος βαρέθηκε να την περιμένει, παντρεύτηκε, απόχτησε πέντε παιδιά κι όταν η γυναίκα του πέθανε ξανάψαξε την πρώτη του αγάπη, αλλά η θεία Μιμίνα τον απέρριψε και με το δίκιο της. (συνεχίζεται)

Παρασκευή, Μαΐου 20, 2022

1.018 Μιμίνα

η αδερφή του παπού μου, η θεία Μιμίνα (εκ του Δήμητρα) το είχε συλλάβει το θέμα, αν και γεννημένη τον προπερασμένο αιώνα. Δεν παντρεύτηκε, δεν απόχτησε παιδιά, είχε ένα σωρό ανήψια και μικρανήψια και μικρομικροανεψουδάκια και τ' αγαπούσε και τα φρόντιζε όλα με τον τρόπο της το γλυκό. Της αρέσαν πολύ τα ταξίδια και δεν ήθελε με τίποτα να κλειστεί σ' ένα σπίτι. Ηξερε καλά τι έκανε, καθώς φαίνεται. Μια φορά που ταξιδεύαμε με το λεωφορείο, όταν ο εισπράκτορας της είπε "προχωρήστε κυρία μου" του έριξε ένα άγριο βλέμμα απαντώντας του "δεσποινίς παρακαλώ" και ήθελα ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί, γιατί τότε ντράπηκα.. δεν κατάλαβα το βαθύ νόημα της απάντησής της.. ήταν τότε ήδη 65 χρονών

Τρίτη, Ιουλίου 13, 2021

957. γενεαλογία

λογαριάζω δημοσίως: το 1911 που επαντρεύτηκε η νόνα μου η Ολγα ήτανε 18 χρονώνε κι ο παπούς μου ο Κώστας στα 31 του (μια και απόθανε το 1963 στα 83 του χρόνια), η αδερφή του η μικρή, η Μιμίνα, ήτανε 14χρονη, άρα εγεννήθηκε το 1897. Η μάνα τους η Αννα η Ανδριώρισσα απόθανε στη γέννα του Βαγγέλη όντις ήτονε η Μιμίνα στα 7 και ο Ευθύμιος στα 8, άρα απόθανε το 1904, όταν ο παπούς μου ήτανε 24ων. Αρα, η μεγάλη αδερφή η Αγγελικούλα που εμεγάλωσε τα μόμολα, επαντρεύτηκε τον Στάθη το 1909 και απόθανε το 1967 στα 91 της, ήτανε τότε που απόθανε η μάνα τους 28 χρονώνε. Η μεγάλη αδερφή είχε μια κιθάρα κρεμασμένη στον τοίχο, αλλά δεν την άκουσα ποτέ να παίζει. Από το θάνατο τ' αντρός της δεν εξανάπαιξε. Είχε πολύ ωραία φωνή, καθώς ελέγανε, μεταλλική. Τη φωνή της την είχε κληρονομήσει η μικρότερη από τις δυο κόρες της, η Αννα, που την άκουσα να τραγουδάει μια φορά που επηγαίναμε με τη βάρκα Αργοστόλι - Ληξούρι.


Αν τα βάλουμε κάτω, οι 5 γέννες ήτανε: 1876, 1880, 1896,1897, 1904. Δηλαδή, η προγιαγιά μου η Ανδριώτισσα εγένναγε παιδιά για 28 χρόνια! δεν υπάρχουν πληροφορίες αν εγέννησε κι άλλα παιδιά ενδιαμέσως. Και πες πως έκανε το 1ο παιδι στα 18 της, το τελευταίο πότε τό 'καμε; στα σαρανταέξι! Νεότατη δείχνει στη φωτογραφία που υπάρχει, τραβηγμένη τρία χρονια πριν πεθάνει.

Κυριακή, Ιανουαρίου 19, 2020

796. οι πρώτες νάυλον κάλτσες

 όταν άρχισαν να κυκλοφορούν οι νάυλον κάλτσες με σχετική ευρύτητα, ήταν συσκευασμένες προσεκτικά σε ελκυστικές θήκες με προμετωπίδες τυπωμένα αντίγραφα από πίνακες γνωστών ζωγράφων. Αυτό το αντίγραφο, που περιείχε η θήκη του πρώτου μου ζευγαριού, το κορνιζάρισε η θεία η Μιμίνα, αδελφή του παπού μου, σε μια όμορφη κορνίζα ταιριαστή με τα χρώματά του και το έχω ακόμα. Με συγκινεί, όχι τόσο το αντίγραφο όσο η ευγενική της χειρονομία, να πάρει το τυπωμένο χαρτί, να ψάξει για ταιριαστή κορνίζα, μια χειρονομία απολύτως σύμφωνη με τον υπέροχο χαρακτήρα της, αυτόν που δεν δίσταζε ποτέ να εκφράζει αγάπη προς τα μικρανήψια της με κάθε τρόπο, ακόμα και με μια χουφτίτσα καραμέλες, τις δύσκολες εκείνες εποχές.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2019

672. Κούλουμα

1. η θεία η Μιμίνα, η αδερφή του παπού μου, κάθε χρόνο έκανε Κούλουμα στην Κούλουρη (εξ ού και μπέρδευα μικρή τα Κούλουμα με την Κούλουρη, όπου πάνε οι ψυχές όταν τρομάζουν, και νόμιζα ότι Κούλουμα γίνονται μονάχα εκειπέρα κι εμείς κάναμε σκέτη Καθαρή Δευτέρα), όπου είχε μια φιλενάδα κολλητή, που της είχε βαφτίσει κιόλας ένα παιδί. Είχε πάρα πολλά βαφτιστήρια η θεία η Μιμίνα, που δεν απόχτησε δικά της παιδιά ούτε και παντρεύτηκε ποτέ της, είχε και πολλές φιλενάδες σε όλη την Ελλάδα και, αφότου πήρε τη σύνταξή της, ταξίδευε παντού για επισκέψεις. Τις γνωριμίες τις έκανε κυρίως στην Αιδηψό, όπου πήγαινε κάθε καλοκαίρι και η Αιδηψός ήτανε κάτι σαν φουμπούκ για τη θεία τη Μιμίνα, που αν ζούσε σήμερα θα το απολάμβανε πολύ αυτό το αλισβερίσι και ίσως να πολλαπλασίαζε και τα βαφτιστήρια της!

2. όπως είναι γνωστό (το έχω γράψει πολλές φορές που σίγουρα θα το θυμάσαι) μεγάλωσα στην εξοχή και δεν πηγαίναμε για Κούλουμα: οι άλλοι ερχόντουσαν σε μας τις Καθαρές Δευτέρες και γινότανε χαμός, που λένε, μια αναστάτωση στο σπίτι και στα γύρω χωράφια, ο καθένας έκανε ό,τι του κατέβαινε, εμείς τα παιδιά για μοναδική φορά εντελώς ασύδοτα, οι μεγάλοι τα πίναν και τα τραγουδάγαν στη μεγάλη βεράντα και μας αφήναν στην ησυχία μας να ανακαλύπτουμε καινούργια πράγματα, μαμούνια και φυτά -μόλις ξεμπερδεύαμε με τον αετό εννοείται. Μετά, καθόμαστε ψόφιοι στο άντρον μας, στα κυπαρίσσια, και λέγαμε ιστορίες μέχρι να σουρουπώσει που οι μαμάδες θυμόντουσαν πως είχαν κάτι παιδιά και τα φωνάζαν τσιριχτά, ένα ένα με τ' όνομά του, για να φύγουν. Χαιρετούρες και "αχ, τι ωραία περάσαμε" και τέτοια και τέλειωνε αυτή η ευλογημένη μέρα. Η λάντζα έπεφτε στην καημένη την Αρετή, γιατί η μάνα ήτανε κι εκείνη ψόφια για πρώτη φορά μέσα στο χρόνο -η επόμενη θα ήταν το Πάσχα, αλλά αυτό αργούσε ακόμα.
_______________________
ΣΗΜ. γράφτηκαν στις 18/2/2018 στο f/b 

Κυριακή, Φεβρουαρίου 18, 2018

464. Κούλουμα στην Κούλουρη

η θεία η Μιμίνα, η αδερφή του παπού μου, κάθε χρόνο έκανε Κούλουμα στην Κούλουρη (εξ ού και μπέρδευα μικρή τα Κούλουμα με την Κούλουρη, όπου πάνε οι ψυχές όταν τρομάζουν, και νόμιζα ότι Κούλουμα γίνονται μονάχα εκειπέρα κι εμείς κάναμε σκέτη Καθαρή Δευτέρα), όπου είχε μια φιλενάδα κολλητή, που της είχε βαφτίσει κιόλας ένα παιδί. Είχε πάρα πολλά βαφτιστήρια η θεία η Μιμίνα, που δεν απόχτησε δικά της παιδιά ούτε και παντρεύτηκε ποτέ της, είχε και πολλές φιλενάδες σε όλη την Ελλάδα και, αφότου πήρε τη σύνταξή της, ταξίδευε παντού για επισκέψεις. Τις γνωριμίες τις έκανε κυρίως στην Αιδηψό, όπου πήγαινε κάθε καλοκαίρι και η Αιδηψός ήτανε κάτι σαν φουμπούκ για τη θεία τη Μιμίνα, που αν ζούσε σήμερα θα το απολάμβανε πολύ αυτό το αλισβερίσι και ίσως να πολλαπλασίαζε και τα βαφτιστήρια της!

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

207. η Αννέτα η βαφτισιμιά μου -Ι-



Η Αννέτα με φώναζε νουνά της, επειδή ήθελα να τη βαφτίσω και να την εκπολιτίσω το συντομότερο, μπας και γλύκαινε κιόλας η αγριοφωνάρα της που με τρόμαζε περισσότερο κι από τα φοβερά της δόντια. Τα δόντια της Αννέτας βρισκόντουσαν εγκατεστημένα μέσα σε ένα στόμα που δε θυμάμαι να το είχα δει ούτε μια φορά κλειστό.

Ολο ανοιχτό ήταν το στόμα της και γέλαγε δυνατά όταν δεν μιλούσε κραυγάζοντας, κι είχε και κάτι χείλια βαμμένα κατακκόκινα, κι όταν με φίλαγε σταυρωτά με γέμιζε σάλια και κοκκινάδια, κι εκείνη την ώρα που δήλωσα ότι θα τη βαφτίσω να γίνει χριστιανή και να μοιάσει με μας και να μη ξαναφάει ανθρώπους... ε, τότε με άρπαξε στην αγκαλιά της και με φίλαγε χορεύοντας και πηδολογώντας και κράζοντας «η νουνά μου! η νουνά μου! πότε θα με βαφτίσεις νουνάκα μου;» και δώστου χοροπηδητό και γέλια. Ευτυχώς, η γιαγιά μου με έσωσε, όταν έπαψε να γελάει κι εκείνη και «άντε, αρκετά Αννέτα μου, ανακατεύεται το παιδί» είπε και με πήρε να με βάλει για ύπνο.

Οταν ερχόταν η Αννέτα στο σπίτι της γιαγιάς μου, γινόταν κάτι σαν πανηγύρι. Πρώτα, φρόντιζε τον άρρωστο που υπήρχε -ήταν νοσοκόμα η Αννέτα, με δίπλωμα μάλιστα- του έκανε ένεση συνήθως, ή του έπαιρνε αίμα να το πάει για εξέταση, ή ό,τι άλλο είχε ανάγκη. Συχνά, ξαγρυπνούσε δίπλα στον άρρωστο, παίρνοντας τη θέση της γιαγιάς ή της θείας της Μιμίνας. Κατόπιν, αφού πλενόταν σχολαστικά «η καταριότητα είναι μισό αρκοντιά λέμε μείς το κανίμπαλοι στο πατρίντα μου, κατάλαβεsh;» συνήθιζε να λέει παχαίνοντας το σίγμα στο τέλος της λέξης αυτής, που την κόλλαγε σε οποιαδήποτε φράση κάθε τρεις και λίγο. Μετά, ερχόταν κοντά μου, με αγκάλιαζε και μου τραγουδούσε ένα τραγούδι(*) από την πατρίδα της, τη Βουλγαρία.

Κατόπιν, αν ήταν μεσημέρι ή βράδυ, καθόταν στην τραπεζαρία να φάει μαζί μας, σημάδι πως μια νοσοκόμα είναι κάτι τι το σπουδαίο. Η γιαγιά μου δεν άφηνε τον καθένα να κάθεται στο τραπέζι για φαγητό, παρά αν ήταν κάποιος του σπιτιού ή κάποιος σημαντικός άνθρωπος. Η Αννέτα λοιπόν, ήταν σημαντική, αν και κανίβαλος αγριάνθρωπος από τη Βουλγαρία. Δεν το χώραγε το μυαλό μου, αλλά «για να το λέει η γιαγιά κάτι παραπάνω θα ξέρει» σκεφτόμουν και δεν με απασχολούσε άλλο. Με απασχολούσε όμως μάλλον -πώς αλλιώς θα σκεφτόμουν να τη βαφτίσω;

Αυτή η ιδέα είχε καρφωθεί στο τετράχρονο μυαλουδάκι μου μετά από μια σοβαρή συζήτηση μαζί της, όταν προσπαθούσα να λύσω το μυστήριο, πώς δηλαδή μια τόσο χαρούμενη και καλή γυναίκα και μάλιστα νοσοκόμα με δίπλωμα (αυτό το δίπλωμα δεν το καταλάβαινα, αλλά δεν είναι του παρόντος να το εξηγήσω) να μιλάει με αυτή τη βαρειά προφορά και να είναι τόσο πολύ βαμμένη και να έχει και τόσο μεγάλο στόμα με τεράστιες δοντάρες μέσα του.

- Γιατί Αννέτα έχεις τόσο μεγάλα δόντια;
- Γκιαντί στο πατρίντα μου το Βουλγκάρια τρώμε κρέας ωμό.
- Τρώτε και ανθρώπους;
- Βέβαια, αφού είμαστε κανίμπαλοι! Κατάλαβεsh;

Εκεί ακριβώς σα να ζάρωσα, οπότε τό'σωσε «εντώ εγκώ ντεν τρώω πια αντρώποι, μη φοβάσαι, και ντεν με αρέσει να τρώει παιντιά μικρά.»

- Αλλά τρως κρέας ωμό;
- Οκι, και αυτό το έκοψα, εντώ ντεν έκει καλό κρέας ωμό, μόνο Βουλγκάρια έκει.
- Και γιατί μιλάς τόσο άγρια;
- Επειντή έκω μεγκάλο στόμα και βγαίνουν τα λόγκια πολύ ντυνατά, σαν καμπάνα. Κατάλαβεsh;
- Και γιατί βάφεσαι τόσο πολύ;
- Στο κανίμπαλοι αρέσει πολύ ζωγκράφισμα στο μούτρο, την άλλη φορά τα σου φέρει ένα βιβλίο να ντεις.

Η Αννέτα έμενε σε ένα σπίτι πολύ κοντά στο σπιτι της γιαγιάς μου, μόνο που ήταν πιο μικρό, αλλά είχε μια πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη. Μια μέρα πήγαμε σπίτι της μαζί με τη γιαγιά μου και έβγαλε ένα μεγάλο βιβλίο με ζωγραφιές και μου έδειξε κανίβαλους. Κάτι κατάμαυρους ανθρώπους με κόκκαλα στα μαλλιά τους και γδυτούς να παίζουν τύμπανα. Ολο το σώμα τους είχε ζωγραφιές και φορούσαν πολλά σκουλαρίκια βαρειά και τα αφτιά τους κρεμόντουσαν σαν λάστιχα. Είχαν μεγάλα στόματα με παχειά χείλια, σαν της Αννέτας. Μόνο που η Αννέτα ήταν κοκκινομάλλα με κάτασπρο δέρμα.

- Αυτό είναι κανίμπαλοι.
- Αλλά εσύ δεν είσαι μαύρη.
- Επειντή προσπατώ να γκίνω άντρωπος σαν και σας και ασπρίζω σιγκά σιγκά. Κατάλαβεsh;
- Είσαι κάτασπρη τώρα! μόνο η φωνή είναι άγρια.
- Είντες; το προσπάτεια ντεν πάει καμένο. Κατάλαβεsh; Αμα βρω και ένα νουνό να με βαφτίσει...

Εκεί πάνω, μου κατέβηκε η ιδέα να τη βοηθήσω να συντομέψει τον εξανθρωπισμό της. «Η καημένη η Αννέτα, δεν μπορεί να βρει μια νονά ή ένα νονό να τη βαφτίσει!» σκεφτόμουν. Ετσι, ένα βραδάκι που ήρθε στη γιαγιά, της δήλωσα περήφανα:

- Εγώ θα σε βαφτίσω!

Δεν το χώραγε ο νους μου ότι μπορεί ένας άνθρωπος να είναι αβάφτιστος. Ούτε το ότι τη φωνάζαμε Αννέτα με έκανε να αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά της και την ανάγκη της να βαφτιστεί πάση θυσία. Ετσι, άρχισε το πανηγύρι που ανέφερα πιο πριν. Περιττό να αναφέρω ότι η Αννέτα με φώναζε νουνά της ως τα βαθειά της γεράμματα.



-------------
ΣΗΜ.1. Το θυμάμαι καλά αυτό το τραγουδάκι, τον ήχο δηλαδή, γιατί για τα λόγια δε μπορώ να είμαι καθόλου σίγουρη, αν και μου το είχε τραγουδήσει και όταν μεγάλωσα πια -λίγο πριν πεθάνει. (στιχακια κατι σαν: μάρι μπάμπο γέρμπαμπα, ίμα στερκα χόμπαμπα, ντάι μία μπάμπο, ντάι μία, ντάστανα νερόπλινα)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...