Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2009

365. ο επικείμενος θάνατος της ποίησης



είναι γραφτό να πεθάνω, είπε η Ποίηση
δεν είναι γραφτό, είπε η Μοίρα
αν ήταν γραφτό θα το γνώριζα, είπε ο Χάρος
αποκλείεται να πεθάνεις, είπε ο Σοφός
δεν θα σε αφήσω να πεθάνεις, είπε ο Ποιητής


μετά από αυτή τη σύντομη συνομιλία
τα πέντε δάχτυλα του Σύμπαντος
τσούγκρισαν τα ποτήρια τους
και συνέχισαν το τραγούδι
για τις αναποδιές
του κόσμου

________________________________
-->> http://otikatsi.blogspot.com/2007/10/blog-post_741.html
-->> για μια φορα σπαω τη παραδοση να γραφω απευθειας εδω μεσα και ανεβαζω αυτο το παλιο ποστ, επειδη νομιζω οτι εδω θα επρεπε να ειχε γραφτει τοτε που γραφτηκε

Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2009

364. στρίβω τις γόπες μου



τις άγριες ώρες, εκείνες τις μικρές,
τόσο μακριά απ τα μεσάνυχτα
τόσο κοντά στα ξημερώματα
στρίβω τις γόπες μου

η δουλειά με κρατάει κι άλλο κι άλλο
δεν τελειώνει ή δεν θέλω να τη τελειώσω;
έχω καπνίσει και ξανακαπνίσει
όλες τις γόπες τις μεγάλες
μαζεύω τις μικρές γοπίτσες
κόβω προσεκτικά τις σταχτωμένες άκριες
ρίχνω τον καπνό στο σακκουλάκι
και σιάχνω δυο τρία τσιγάρα
έτσι, μπορώ να δουλέψω κι άλλο κι άλλο

τις άγριες ώρες, εκείνες τις μικρές,
τόσο μακριά απ τα μεσάνυχτα
τόσο κοντά στα ξημερώματα
στρίβω τις γόπες μου

______________________
αυτό δεν γίνεται βεβαίως κάθε νύχτα, μόνο όταν έχω αμελήσει να προμηθευτώ καπνό

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2009

363. Το σκατόν και το ποντικοκούραδον

0
Το σκατόν είναι τέρπουσα ή υφέρπουσα απόλαυσις μετά ή άνευ ήχων

1
Οταν ενημερώθηκα από τον οικογενειακόν μας ιατρόν, κατά την κρίσιν των πυραύλων της Κούβας, ότι αι κενώσεις είναι απαραίτητοι δια την καλήν λειτουργίαν του οργανισμού, ανησύχησα ολίγον τι, επειδή ήτο αδύνατον να φαντασθώ ότι ο άνθρωπος προορίζεται να περνά ένα μεγάλο ποσοστό της ζωής του στον απόπατο. Εκείνος όμως, ο κ. Ελπης (εκ του Ελπιδοφόρος) -ελαφρύ να είναι το χώμα, κλπ, εξαιρετικός ιατρός και άνθρωπος- με προέτρεψε εις την προσπάθειαν επιτυχίας καθημερινών κενώσεων, διαβεβαιώνοντάς με δια την μεγάλην σημασίαν των. Να μη συγκρατείς τας κενώσεις, μη εμποδίζεις αυτάς να πραγματοποιούνται την στιγμήν της επιθυμίας του εντέρου, να μη ενδιαφέρεσαι τι θα πουν οι άλλοι όταν εσύ πρέπει να πας στο καμπινέ και να εξετάζεις καθημερινώς τας κενώσεις, χρώμα, οσμή, ποσότητα. το να αποπατούμε δεν είναι κάτι τι κακόν, ίσα ίσα είναι απαραίτητον. Σεβόμενη βαθέως τον ιατρόν μας, προσεπάθουν να ακολουθώ τας συμβουλάς του και, αν και δεν κατάφερνα να χέζω καθημερινώς, όταν συνέβαινε αυτό εξέταζα λεπτομερώς τα σκατά μου.

2
Επί πολλά χρόνια τον ενημέρωνα περί του χρώματος, της οσμής, της ποσότητος των κενώσεών μου, περιγραφές πλήθους εξαιρετικών και πρωτοφανών κενώσεων διήνθιζον τας συζητήσεις μας όταν η μήτηρ μου με συνόδευε εις το ιατρείον του, αλλά όταν επήγαινα μόνη εκεί προτιμούσε να του διαβάζω ποιηματάκια.

3
Η όλη τελετουργία, ήταν ένα είδος εθελουσίας υποταγής της επιστήμης της ιατρικής εις την ποίησιν.

4
Ο ιατρός μας δεν είχε προλάβει να πάει στο δημοτικό στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, από όπου έφθασε στην Αθήνα μικρός πρόσφυξ, και οι αναμνήσεις του δια την πόλιν είχαν σβηστεί από ένα φλεγόμενον νέφος. Ευτυχώς είχε συγγενείς με πλούτον και αξίαν εις την πρωτεύουσαν και δεν εδυσκολεύτηκε να σπουδάσει, ο καλός δε γάμος που έκαμε με κόρην ακαδημαϊκού ωφέλησε τα μάλα τα οικονομικά του, ούτως ώστε να μη χρειάζεται να κάνει το ιατριλίκι επάγγελμα και να το αφήσει να αναπτύσσεται εις την τέρψιν του λειτουργήματος. Ανήκε εις την σπανίαν ομάδα των ιατρών που λειτουργούν μεθ' εμπνεύσεως. Στην μεσοπολεμική Ελλάδα, εθαύμαζε την τέχνη του Αττίκ και ο θαυμασμός αυτός εισέβαλε εις τον εύπλαστον εγκέφαλόν μου, ωσάν τις ενέσεις στρεπτομυκίνης και βιταμίνης Β12 που υποχρεωτικώς εισέβαλλαν στα μαλακά μόρια του μικρού μου σώματος. Στην μεταπολεμική Ελλάδα, ο θαυμασμός αυτός εξακολουθούσε την πορείαν του παραλλήλως με την πορείαν του ραδιοφώνου και του σινεμά.

5
Τα σκατά, ακόμη και τα ποντικοκούραδα, ως αξία ήταν ελαφρώς σημαντικώτερα των λεγομένων στιχουργημάτων, για τα οποία όλοι διέδιδαν ότι εξήρχοντο ως πομφόλυγες από σαθρούς εγκεφάλους, όπως ο εγκέφαλος τινός υπερρεαλιστού ποιητού καλουμένου Εμπειρίκου. Ωστόσο παρέμεναν αφανή εις τον πάτον της λεκάνης του καμπινέ, αν και το να είσαι ευκοίλιος ή δυσκοίλιος ήτο σαφώς ανώτερον του να είσαι ποιητής. Στο κάτω κάτω της γραφής, το σκατόν είναι όντως ένα προϊόν.

6
Ωστόσο, κάθε εποχή έχει τους δικούς της εσχατολογικούς τρομοκράτες, παράλληλα με τους ταγούς της. Μεγάλη η έκπληξή μου εις Παρισίους, όπου εσυνάντησα μια φοβερή μάντισσα, η οποία προέβλεψε με ακρίβειαν την έλευσιν μαύρου τινός Προέδρου των ΗΠΑ μετά τριάκοντα και πέντε έτη -αυτό εγένετο εν έτει 1973!- καθώς και το σμπαράλιασμα της προσωπικής μου ζωής, πράγματα που τότε φυσικά ουδόλως επίστευσα.

7
Η προσπάθεια πολλών συγχρόνων εσχατολόγων να πείσουν ομοιάζει με το τράβηγμα του καζανακίου: τα σκατά δεν εξαφανίζονται, απλώς μεταφέρονται.

Κυριακή, Νοεμβρίου 08, 2009

362. καλημεροκαλησπερισματα...


..σκεφτομαι ποσο δυσκολο ειναι να εκφρασω την αντιθεση μου στα καλημεροκαλησπερισματα.. κρυβουν μια αμηχανια, αντι να δημιουργουν διαλογο!


..ωραια, λεω καλησπερα, απαντας καλησπερα και τραβα καθενας το δρομο του.. αντε να ειπωθουν και οι καληνυχτες κι υστερα παλι ξανα οι καλημερες κι αντε παλι καλησπερα σας.. και τι εγινε;

Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2009

361. Το βόρειο σέλας


Το βόρειο σέλας
το κρύψανε στο πατο της κασέλας
εκει που κρύβουν λιχουδιές και παραμύθια
μήπως και λάμψει επιτέλους η αλήθεια!

-->> δεν ξερω γιατι μου ηρθε και το εγραψα σχολιο εδω. Μπορει να το συνεχισω...

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2009

360. Μαύρο αίμα μαύρο χάλι στην οδό Μαυρομιχάλη

Με το σεις και με το σας
επεμβαίνει ο πασάς
-έχει κέφια-
τουλουμιάζει τη μαντάμ
-δεν αντέχει τα σαρδάμ
και τα ντέφια.

Μαύρο αίμα μαύρο χάλι
στην οδό Μαυρομιχάλη
και Σταδίου
Μα δεν φτάνει ως εκεί κάτου;
Παίξ'του άρπα του θανάτου
στη Φειδίου.

Με το σεις και με το σας
άντε πάλι ο πασάς
-μερακλώνει-
ρέστα στα ορθά κοφτά
φουσκωμένος με λεφτά
σαν μπαλόνι.

Μαύρο αίμα μαύρο χάλι
στην οδό Μαυρομιχάλη
στην Ομόνοια
Μα δε φτάνει ως εκεί πάνω;
Παίξ'του τότε λίγο πιάνο
με τρομπόνια.

Με το σεις και με το σας
τα ξερνάει ο πασάς
-τα λεμόνια-
ξάπλωσε στο καναπέ
θέλει τώρα και φραπέ
μακαρόνια.

Μαύρο αίμα μαύρο χάλι
στην οδό Μαυρομιχάλη
και στη Πλάκα
Μα δε φτάνει ως εκεί πέρα;
Παίξ'του τότε και φλογέρα
του μαλάκα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 17, 2009

359. ένα ζευγάρι ταιριαστό


- Θα κάνω καφέ


- Θα κάνω μπάνιο


- Σκέφτομαι να κόψω το κάπνισμα


- Σκέφτομαι να κόψω τα μαλλιά μου


- Λέω να πάω μια βόλτα στην παραλία


- Λέω να πάω μια βόλτα στα μαγαζιά


- Πείνασα. Θα τσιμπήσω κάτι


- Και'γώ θα τσιμπήσω κάτι


- Ελα να ξαπλώσουμε, να κάνουμε τρελλίτσες.


- Νυστάζω. Θα μου τρίψεις τη πλάτη;

Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2009

358. εκείνη που εξαερώθηκε


 Μια φορά, ταξιδεύοντας με το καράβι για το νησί μου, γνώρισα μια όμορφη γυναίκα. Ηταν γύρω στα σαράντα και όχι μόνο "διατηρούσε ίχνη ομορφιάς" όπως λέγανε παλιά, αλλά ήταν πεντάμορφη. Πιάσαμε τη κουβέντα, όπως ακριβώς συμβαίνει συχνά ανάμεσα σε συνταξιδιώτες, ανταλλάσσοντας πληροφορίες που δεν θα λέγαμε ούτε σε φίλους κολλητούς, όπως συμβαίνει συχνά ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν τη βεβαιότητα ότι δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ.

Εμαθα λοιπόν ότι περνούσε μια φάση παράξενη, μετά από το πρόσφατο διαζύγιό της. Είχε χωρίσει από έναν άντρα με τον οποίο είχε ζήσει πάνω από είκοσι χρόνια και είχε αποκτήσει μαζί του δυο παιδιά, μια κόρη κι ένα γιο. Εκείνος ήταν επιλογή των αδερφών της, είχε βάλει χρήματα στο μαγαζί τους με τη συμφωνία να του δώσουν την αδερφή τους για γυναίκα. Ηταν ένα ανθρώπινο κτήνος, μια και τη χτυπούσε ανελλιπώς πρωί και βράδυ και την πρόσβαλλε καθημερινά μπροστά σε δικούς και ξένους. Εκείνη ένοιωθε ευγνωμοσύνη προς τα αδέρφια της, για τα οποία πίστευε πως "θέλαν το καλό της", και για τούτο δεν τους μίλαγε για τη δυστυχία της και τις προσβολές που έτρωγε μπροστά τους τις εκατάπινε αμάσητες κάνοντας τη χαζοχαρούμενη.

Οταν ενηλικιώθηκαν όμως τα παιδιά της, δεν άντεξε ούτε μέρα παραπάνω, ζήτησε διαζύγιο και το πήρε. Εργαζόταν τώρα στο μαγαζί των αδερφών της, όπως πάντα, μέρα νύχτα, και πληρωνόταν ψίχουλα. Ηθελε να φύγει, να πετάξει με δικά της φτερά, αλλά της λείπαν τα χρήματα για να ανοίξει δικό της μαγαζί. «Επειδή είμαι όμορφη νομίζουν ότι είμαι χαζή», μου εξομολογήθηκε με μάτια που άστραφταν, «αλλά εγώ ξέρω πώς να δουλέψω, εγώ κρατάω το μαγαζί ολόκληρο, έχω και νέες ιδέες», συνέχισε. Τη ρώτησα τι θα κάνει, πώς θα βρει τα λεφτά που θα χρειαστεί, και μου είπε ότι σιάχνει προϊόντα σπίτι της και τα δειγματίζει και προμηθεύει με αυτά νέους καταστηματάρχες. «Δεν θέλω να με κατηγορήσουν τα αδέρφια μου πως τους έκλεψα τη πελατεία» μου είπε και ο λόγος της έσταζε τιμιότητα.

Εργαζόταν τις νύχτες για να σιάχνει τα προϊόντα, τώρα που έμενε μόνη στο σπίτι δεν την έβλεπε κανείς, τα παιδιά της σπουδάζαν σε άλλη πόλη και στις διακοπές που ερχόντουσαν συγύριζε το σπίτι κι έμοιαζε σα να μη τρέχει κάστανο. «Αλλά έχω κουραστεί πολύ, νοιώθω να σαπίζω μέσα μου», συνέχισε την εξομολόγηση, «δεν κοιμάμαι καθόλου σχεδόν και δεν παίρνω χαρά από πουθενά, είναι πολύ βαρύ αυτό, ξέρετε». «Ναι, ξέρω», απάντησα για να πω κάτι, συνεχίζοντας «αλλά τα παιδιά; δεν είναι χαρά για σένα τα παιδιά;» Τότε, έμαθα ότι τα παιδιά ήταν ανέκαθεν ένα βάρος για κείνη, ότι τρόμαζε όταν τα έβλεπε, της θυμίζαν όλες τις άσχημες στιγμές -τί στιγμές, αιωνιότητα καλύτερα- του άτυχου γάμου της με κείνον το παλιάνθρωπο που ήταν ο πατέρας τους. «Ναι, αλλά τώρα χωρίσατε» τόλμησα να πω και, κοιτάζοντάς με θλιμμένα «αλλά κάπως αργά...» μου απάντησε.

Τη ρώτησα το όνομά της και μου είπε ένα υποκοριστικό κοινό και κακόηχο, κάτι σαν "Τούλα", "Ρούλα", "Σούλα" ή "Κούλα", δεν θυμάμαι πια. Το βαφτιστικό της όνομα ήταν το όνομα ενός λουλουδιού και ήταν πανέμορφο σαν την ίδια. Τη ρώτησα γιατί δεν το χρησιμοποιεί και μου είπε κλείνοντας το μάτι ότι το χρησιμοποιεί. «Πώς;» ρώτησα. «Στις ετικέττες των νέων προϊόντων που σιάχνω! Τους έδωσα το όνομά μου, έτσι θα ονομάσω και το μαγαζί μου», απάντησε και τότε τη θαύμασα πραγματικά. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, αλλά περάσαν χρόνια και καμμιά μας δεν τηλεφώνησε και δεν θα ήξερα τι είχε απογίνει αν δεν άκουγα τυχαία μια συνομιλία στο λεωφορείο.

Μιλούσαν δυο γυναίκες για ένα μαγαζί όπου έσκασε το γκάζι και τινάχτηκε στον αέρα μαζί με την ιδιοκτήτρια. Λέγαν για τα προϊόντα που κατασκεύαζε, αυτά που ήταν δική της επινόηση και δε γινόταν να υπάρχει δεύτερο ίδιο μαγαζί και μάλιστα με κείνο το χαρακτηριστικό όνομα. Λέγαν και για τον άντρα της που έλειπε κείνη την ώρα, ήταν φρεσκοπαντρεμένοι και πολύ ταιριαστό ζευγάρι μια και γνωριζόντουσαν από παιδιά, αλλά τα αδέρφια της είχαν εμποδίσει το γάμο τους επειδή ο νέος ήταν φτωχός. «Οσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος», είπε η μια γυναίκα και η άλλη συμπλήρωσε «πάνω που πήγε να ευτυχήσει η κακομοίρα, μετά από τόσα βάσανα συνάντησε το Χάρο...»

Ηθελα να ρωτήσω αν είχε παιδιά, για να βεβαιωθώ πως επρόκειτο για τη γυναίκα που είχα συναντήσει παλιά, σε κείνο το ταξίδι, αλλά με πρόλαβαν οι συνομιλήτριες. «Και τα παιδιά της;» ρώτησε η μία «α, τα παιδιά δεν ήταν ποτέ κοντά της, ζούνε τώρα σε άλλη πόλη και ούτε στη κηδεία δεν ήρθαν» απάντησε η άλλη, συνεχίζοντας «πρώτη φορά πήγα σε κηδεία όπου δεν υπήρχε σώμα». «Γιατί;» ρώτησε η πρώτη. «Γιατί η γυναίκα εξαερώθηκε!» απάντησε η δεύτερη και σηκώθηκε να χτυπήσει το κουδούνι. Το λεωφορείο έφτασε στη στάση και οι δυο γυναίκες χάθηκαν από τα μάτια μου.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2009

357. μου μιλώ, αλλα δεν με ακούω

Μιλώ με μένα.
Δεν υπάρχει χειρότερος ακροατής από μένα για μένα.
Δεν με ακούω.
Ο,τι και να μου πω, πάει στο βρόντο.
Εξακολουθώ να μου μιλώ.
Εχω υπομονή και προσπαθώ να με πείσω.
Γιατί να με πείσω και για τί;
Ούτε που ξέρω, ούτε που θα το μάθω ποτέ.
Μόνο μιλώ.
Σε μένα.
Παρόλο που δεν με ακούω, εξακολουθώ να μου μιλώ.
Θέλω να κρατώ επαφή με μένα.
Αύριο, μπορεί να μιλήσω και σε σένα.
Ισως.
Δυσκολεύομαι να σου μιλήσω, επειδή δεν ξέρω αν θα με ακούσεις.
Για τούτο επιμένω να μιλώ σε μένα.
Επειδή, ακόμα κι αν δεν με ακούω, με γνωρίζω αρκετά ώστε να μου μιλώ.
Επειδή, μπορεί κάποτε να με ακούσω.
Το ελπίζω.
Επειδή με ξέρω αρκετά.
Ισως.
Κι αν δεν με γνωρίζω αρκετά;
Αν κάνω λάθος;
Δεν πειράζει, θα εξακολουθώ να μου μιλώ.
Ακόμα κι αν είναι απολύτως σίγουρο πως αποκλείεται να με ακούσω ποτέ.
Θα μου μιλώ, θα μου μιλώ, θα μου μιλώ.
Πείσμωσα τώρα!

356. ο βροχος που έκοβε την ανάσα

ο βρόχος έσφιγγε το λαιμό του μέχρι σκασμού, η ανάσα είχε πάψει να μπαινοβγαίνει με ευκολία και, επιπλέον, μια πέτρα πατίκωνε το στέρνο του, ένα καβούρι δάγκωνε τη δεξιά του πατούσα, δυο μυρμήγκια παίζαν κυνηγητό ανάμεσα ρουθούνι αυτί -αριστερό, νομίζω- αλλά το χειρότερο ήταν ο βρόχος που έκοβε την ανάσα

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2009

355. Εκείνη που δεν έκλανε ποτέ


Μια φορά, ήταν μια γυναίκα που δεν έκλανε. Θα μπορούσε να ήταν ένας άντρας που δεν έκλανε, αλλά αυτό θα ήταν εντελώς παράλογο. Στους άντρες αρέσει να κλάνουν και συχνότατα κάνουν και διαγωνισμό κλανιάς και μάλιστα σε ώρες εργασίας -όταν οι γυναίκες απουσιάζουν, φυσικά. Για τούτο προτίμησα να βάλω μια "γυναίκα που δεν έκλανε" στη μικρή μου ιστορία. Ηδη, τη σκεφτομαι πολύ παράλογη αυτή την ιστορία, μη κάνω όμως και υπερβολές! Ας κρατηθεί μια ισορροπία τεσπα.

Η γυναίκα που δεν έκλανε, είχε διδαχτεί περί κλανιάς απο μικρή ηλικία, από τα νηπιακα της χρόνια. Είχε μάθει δλδ πόσο κακό είναι να κλάνει κανείς, ιδιαίτερα ένα κοριτσάκι που κάποτε θα μεγάλωνε και θα γινόταν μια πεντάμορφη κοπέλα και, αργότερα, μια όμορφη και κομψή κυρία.

Στο σπίτι, τη διαπαιδαγώγηση αυτή την είχαν αναλάβει όλα τα θηλυκά που την περιστοίχιζαν: η μάνα, οι γιαγιάδες, οι θείες, οι ξαδέρφες. Στο σχολείο, οι δασκάλες και οι συμμαθήτριες. Για να κάνει παρέα με ένα κοριτσάκι της ηλικίας της, το πρώτο ερώτημα που έβαζε ήταν «μήπως κλάνεις;» και, σε θετική απάντηση, απέρριπτε τη φιλία, ακόμα και την απλή συναναστροφή, με τέτοιου είδους κορίτσια. Ετσι την είχαν μάθει και της άρεσε κιόλας.

Υπερηφανευόταν γι αυτό το ιδίωμά της. Θεωρούσε ότι ήταν μια εξαιρετική συμπεριφορά, μια δοκιμασία για λίγους και εκλεκτούς, ένας τρόπος που υποδείκνυε την ανωτερότητά της μπροστά στον υπόλοιπο κλανιάρη και, ως εκτούτου, βρωμιάρη κόσμο. Στην αρχή, βεβαια, το συγκράτημα της εξαγωγής των αερίων από το τελευταίο τμήμα του πεπτικού σωλήνα, ήταν κάτι τι οδυνηρό. Σφιγγόταν, πονούσε, κοκκίνιζε, συστρεφόταν, αλλά πετυχαινε να μη κλάσει. Και καμάρωνε ανακοινώνοντας αρχικά με ζωηρή φωνή το επίτευγμά της «μαμά, δεν έκλασα!» και αργότερα, όταν κατάλαβε ότι αυτό το θέμα είναι ιδιωτική της υπόθεση, καμάρωνε απο μέσα της.

Μεγαλωνε λοιπόν, αλλά παράλληλα φούσκωνε κιόλας. Στα δέκα της χρόνια ήταν ήδη σαν μπαλόνι. Την πήγαν στο γιατρό και εκείνος συνέστησε δίαιτα, φρούτα και λαχανικά και τέτοια. Πού να φανταστεί ο άνθρωπος ότι ήταν εμποδισμένη μια φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού από μια εξαιρετικά προσεγμένη και επίμονη διδαχή, ότι η απαγόρευση της κλανιάς είχε γίνει στη μικρή βίωμα εξ απαλών ονύχων;

Με την αύξηση φρούτων και λαχανικών στο μενού, η κατάσταση επιδεινώθηκε μια και, όπως ξέρουμε, τα φυτικά τρόφιμα παράγουν πολύ περισσότερα αέρια από τα υπόλοιπα. Ετσι, το κορίτσι φούσκωσε περισσότερο. Στα δεκαεφτά ήταν πια ένα τέρας. Το παράξενο για τους συγγενείς και όσους τη γνώριζαν ήταν ότι το βάρος δεν ήταν τόσο που να δικαιολογεί τον όγκο του σώματος. Είχε φυσιολογικό βάρος για το ύψος της, μάλλον προς το αδύνατο θα την έλεγε κανείς αν δεν ήταν τόσο φουσκωμένη.

Ξαναπηγαν στο γιατρό, πήγαν και σε ειδικό διαιτολόγο, αλλά τίποτα. Καμμιά δίαιτα δεν είχε επιτυχία. Η κοπέλα φούσκωνε όλο και περισσότερο. Στα είκοσι πλέον, τα αέρια είχαν διαπεράσει το πεπτικό σύστημα (φαινόμενο διαπίδυσης) και είχαν αρχίσει να διοχετεύονται προς άλλα συστήματα. Πρώτα, έθιξαν το κυκλοφορικό, αρτηρίες και φλέβες γίναν τούμπανο και ακουγόταν το αίμα να ρέει σαν χείμαρρος μέσα τους, ενας θόρυβος που μπορούσε να ακουστεί και από κάποια απόσταση. Μετά, σειρά είχε το νευρικό σύστημα. Τα νεύρα κόντευαν να παραλύσουν, η κοπέλα ένοιωθε ένα διαρκές μούδιασμα και δύσκολα μπορούσε να μετακινηθεί.

Ολα αυτά, τα άντεχε με στωικότητα, μέχρι που τα συμπιεσμένα αέρια έφτασαν να προσβάλλουν το δέρμα, έβρισκαν μια υποτυπώδη διέξοδο από τους πόρους του δέρματος και, μια και είχαν γίνει εξαιρετικά βρωμερά, οι πόροι ανέδυαν μιαν απαίσια οσμή. Κανείς δεν την πλησίαζε κοντύτερα από τα είκοσι μέτρα τουλάχιστον. Ηταν σαν κινούμενος απόπατος -όσο μπορούσε να κινηθεί δηλαδή.

Εντωμεταξύ, η περίπτωσή της είχε γίνει αντικείμενο επιστημονικών συνεδρίων, την παρακολουθούσαν πλέον όχι απλοί γιατροί αλλά καθηγητές πανεπιστημίων και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο, αρκετές διατριβές είχαν γίνει επάνω στην παράξενη αυτή και μοναδική ασθένεια. Μέχρι που κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να τη στείλει σε ψυχαναλυτή, στον οποίο εκείνη εμπιστεύτηκε το μεγάλο μυστικό της: «γιατρέ μου, δεν κλάνω, δεν έκλασα ποτέ μου, δεν θυμάμαι δηλαδή να έκλασα ποτέ μέχρι τώρα» του είπε και ο γιατρός κόντεψε να πάθει εξάρθρωση της σιαγόνας από το τρελό γέλιο που τον συντάραξε. Επειδή όμως ήταν καλός γιατρός, αν και ψυχίατρος, συγκρατήθηκε και είπε στην "ασθενή" ότι θυμήθηκε κάποιο ανέκδοτο που του είχαν διηγηθεί την προηγούμενη μέρα.

Ο ψυχίατρος, ναι μεν ήταν καλός γιατρός αλλά ήταν παράλληλα κακός συνάδελφος κι έτσι δεν αποκάλυψε το μυστικό στους συναδέλφους του μελετητές της παράξενης ασθένειας. Ηθελε όλη τη δόξα δική του. Με το μαλακό λοιπόν, χωρίς να βιάζεται καθόλου, συνέχισε τις συνεδρίες με την γυναίκα που δεν έκλανε ποτέ. Ισως να ήταν σκόπιμη κιόλας αυτή η συμπεριφορά, να μη της αποκαλύψει δηλαδή ότι η εξαγωγή των αερίων είναι φυσιολογικό πράγμα και ότι η συγκράτησή τους δεν είναι κανένα κατόρθωμα, γιατί έτσι θα αναποδογύριζε τον κόσμο μέσα στον οποίο είχε ζήσει αυτή η γυναίκα μέχρι τότε και δεν μπορούσε να προδικάσει το αποτέλεσμα ενός τόσο τραυματικού σοκ.

Επίσης, σκεφτόταν τον τρόπο με τον οποίο θα έκανε την αποκάλυψή του. Θα έπρεπε να οργανώσει πολύ μεθοδικά την ανακοίνωση που θα έκανε σε ένα διεθνές συνέδριο, να έχει κρατήσει μετρήσεις, στατιστικά στοιχεία, ποσοστά, όλα αυτά δηλαδή που κάνουν μια μελέτη αξιόπιστη. Ετσι, πύκνωσε τις συνεδρίες και έβλεπε τη γυναίκα πολύ συχνά, κάποτε και δυο φορές τη μέρα και δωρεάν μάλιστα, μια και οι οικονομίες της οικογένειάς της κόντευαν να εξανεμιστούν. Δικαιολόγησε τη συμπεριφορά του με τη μισή αλήθεια, ότι μελετάει εκτενώς και σε βάθος τη περίπτωση και ότι συντομα θα υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Απέκρυψε φυσικά το δικό του όφελος, το ότι θα γινόταν παγκοσμίως γνωστός ως ο μεγάλος θεραπευτής. Αυτό, άλλωστε, δεν είχε καμμιά σημασία για τη γυναίκα και τους συγγενείς, αφού θα απαλλασόντουσαν απο το χρόνιο πρόβλημα. Θα κέρδιζε ο γιατρός, αλλά θα κέρδιζαν και αυτοί -ιδίως η γυναίκα.

Κάποτε όμως, συμβαίνει να μη θέλει κάποιος να ωφεληθεί αν γνωρίζει πως μαζί με αυτόν θα ωφεληθούν και άλλοι. Ετσι, πολύ καλά έκανε ο γιατρός -δεινός γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και συμπεριφοράς- και δεν ανακοίνωσε πόσο πολύ μεγάλη ωφέλεια θα είχε και ο ίδιος. Σε στιγμές μεγαλοψυχίας μάλιστα, έπιανε τον εαυτό του να σκέφτεται να προσφέρει τμήμα των οικονομικών του απολαβών εξαιτίας της συγκεκριμένης περίπτωσης στη γυναίκα πειραματόζωο. Μπα, μετά από δεύτερη σκέψη το απέρριπτε εντελώς. Ούτε κουβέντα θα έβγαζε απο το στόμα του, ούτε φράγκο απο τη τσέπη του.

Η γυναίκα που δεν έκλανε είχε φτάσει αισίως στην ηλικία των εικοσιτριών χρόνων παρά κάτι και δεν ήταν κι από μάρμαρο. Οι συνεχείς επαφές με το γιατρό ξύπνησαν κάτι που κοιμόταν μέσα της, ένα συναίσθημα ξεχασμένο -καταπιεσμένο ή, μάλλον, άγνωστο- και άρχισε να τον συμπαθεί πολύ. Αλλά και ο γιατρός τη συμπαθούσε, όπως συμπαθεί κάποιος ένα ζωάκι, μια γατούλα ή έναν ελέφαντα. Τον συμπάθησε τόσο πολύ που δεν τον απέρριψε μια μέρα που τον άκουσε να κλάνει. Μάλιστα. Κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας, ακούστηκε μια ηχηρή κλανιά να σκίζει τη δερμάτινη επένδυση της καρέκλας του γιατρού. Η γυναίκα ντράπηκε για λογαριασμό του, αλλά δεν το έδειξε. Δεν μύρισε και τίποτα, μια και η δική της βρωμερή οσμή σκέπαζε τα πάντα.

«Ακουσες τι έκανα τώρα;» ρώτησε ο γιατρός και κείνη απάντησε «μα, κλάσατε! και μαλιστα θορυβωδώς.» Εκείνος όμως επέμενε λέγοντας «αμόλησα μια ηχηρή πορδή! αυτό έκανα. Για πες κι εσύ τη λέξη "πορδή"» αλλά η γυναίκα «δεν μπορώ, δεν μπορώ ακόμα» είπε. Τελοσπάντων, με τα πολλά, ξεκίνησαν ένα μάθημα γλωσσολογίας περί των ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων, όλων των λέξεων που τριγυρνούν γύρω από την εξαέρωση του πεπτικού συστήματος. Μετά από μερικές συνεδρίες, εκείνη άρχισε να το σκέφτεται στα σοβαρά να επιτρέψει στον εαυτό της να κλάσει έστω για μια φορά.

Αυτή τη σκέψη όμως δεν την είπε στο γιατρό της, που ίσως να λάβαινε κάποια μέτρα, έτσι, μια μέρα, ενώ βάδιζε στο δρόμο προς το ιατρείο, εγκατέλειψε τη συστολή της και επέτρεψε στο κόλον έντερον να εκδηλώσει τη σφοδρή του επιθυμία, αυτό που επιθυμούσε εδώ και χρόνια και ο εγκέφαλος δεν του επέτρεπε να πράξει. Με δυο λόγια, η γυναίκα που δεν έκλανε αμόλησε μια τρομερή πορδή και σείστηκε το σύμπαν γύρω της. Τρίξαν τα τζάμια στα παράθυρα, μέχρι και στα ρετιρέ των πολυκατοικιών. Ο τόπος βρώμισε λες και βράζαν χταπόδι κι ακόμα χειρότερα, σαν να περνούσε το βυτιοφόρο "Ο Αχόρταγος" με ανοιχτό το καπάκι ή σα να κάναν παρελαση τα σκουπιδιάρικα του Δήμου τίγκα στο σκουπίδι.
Εκτός αυτού, η γυναίκα ξεφούσκωσε απότομα, όπως ακριβώς ένα παραφουσκωμένο μπαλόνι που του αφήνεις ελεύθερο το στόμιο. Ξεφουσκώνοντας, πεταξε ψηλά στον αέρα, έφερε μερικές σβουριχτές βόλτες πηγαίνοντας όλο και ψηλότερα, και στο τέλος χάθηκε στα σύννεφα. Ετσι, έχασε ο γιατρός το αντικείμενο της διατριβής του, η γυναίκα που δεν έκλανε -αλλά τελικά έκλασε- τη ζωή της, οι γονείς τη κορη τους και οι επιστήμονες του διεθνούς συνεδρίου μια εξαιρετική επιστημονική ανακοίνωση.

Εκεί ακριβώς, επενέβη ο παπάς της ενορίας και δήλωσε ότι η γυναίκα που δεν έκλανε ήταν υπόδειγμα ηθικής και σίγουρα πήγε στον παράδεισο -κατευθείαν, χωρίς τη μεσολάβηση του Χάρου. Τη στιγμή μάλιστα που δεν βρέθηκε σώμα για να ταφεί, είχε συμβεί ένα θαύμα. Απλά πράγματα.
_____________________________
ΣΗΜ.1. στους στενόμυαλους αναγνώστες πρέπει να εξηγήσω ότι η ιστορία είναι φανταστική και ότι το πεπτικό σύστημα δεν έχει καμμια σχέση με το κυκλοφορικό ή/και με το νευρικό, καθώς επίσης ούτε και με το δέρμα.
ΣΗΜ.2. στους πιο ανοιχτόμυαλους, συνιστώ να διαβάσουν το κείμενο μεταφορικά, δηλαδή σχετικά με ανθρώπινες συμπεριφορές, κλπ.
ΣΗΜ.3. οι εξαιρετικά ανοιχτόμυαλοι δεν χρειάζονται υποδείξεις. Διαβάζοντάς το, θα το μεταφέρουν σε παγκόσμια κλίμακα σχετίζοντάς το με γεγονότα, φιλοσοφίες, κινήματα, κλπ.
-->> 3η εικονα απο www.animexpansion.com/

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2009

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

353. το χαμένο κύρος

Μια φορά, ήταν ένας που έψαχνε να βρει το κύρος του. Κάπου τού είχε παραπέσει, κάπου το είχε βάλει και δεν θυμόταν πού ακριβώς, κάποιος τού το είχε κλέψει... τι ακριβώς από όλ' αυτά συνέβαινε, θα σας γελάσω. Πάντως, το κύρος είχε χαθεί και ο άνθρωπος το έψαχνε.

Πρώτα πρώτα, έψαξε στον κόμπο της γραβάτας του. Κοιτάχτηκε προσεχτικά στον καθρέφτη, η γραβάτα ήταν οκ, δεν της έλειπε καθόλου κύρος. Μια και βρέθηκε μπροστά στον καθρέφτη, επιθεώρησε προσεκτικά ολόκληρο το παρουσιαστικό του και είδε πως όλα επάνω του είχαν κύρος: τα ρούχα του είχαν κύρος, τα παπούτσια του επίσης, τα κοντοκουρεμένα και καλοχτενισμένα μαλλιά του βρισκόντουσαν τίγκα στο κύρος, τα νύχια του γεμάτα κύρος επίσης, όπως και τα δόντια, τα αυτιά, τα ρουθούνια.

Αποφάσισε να γδυθεί και να ξανακοιταχτεί ολόγυμνος. Οι μασχάλες του πεντακάθαρες και μοσχομυριστές, τα αχαμνά ζωηρά και πεντακάθαρα επίσης, η κοιλιά επίπεδη, η τριχοφυία ομαλή και ισόρροπα κατανεμημένη. Ολο το εξωτερικό του ήταν γεμάτο κύρος, αλλά το πρόβλημα παρέμενε: Εψαχνε το κύρος το "δικό" του, όχι το κύρος των ρούχων, του σώματος και της επιδερμίδας του. Σκέφτηκε πως μάλλον έψαχνε σε λάθος τοποθεσίες. Αλλά πάλι, ίσως και να μη γνώριζε στ' αλήθεια πού ακριβώς να ψάξει. Για τούτο, αποφάσισε να βγει στο δρόμο να ρωτήσει τυχαία μερικούς περαστικούς πού βρίσκεται το δικό τους κύρος, μήπως μάθει περισσότερα.

Πρώτα, ρώτησε ένα μπογιατζή που βρέθηκε στο δρόμο του. Ηταν πολύ νωρίς το πρωί, βλέπετε, και οι μπογιατζήδες πιάνουν νωρίς δουλειά. Ο μπογιατζής απάντησε ότι το κύρος του βρίσκεται στις βούρτσες και στις μπογιές του. Ο άνθρωπός μας δεν είχε ούτε βούρτσες ούτε μπογιές, αλλά δεν απελπίστηκε και ρώτησε ένα ταξιτζή κι ο ταξιτζής απάντησε ότι το κύρος του βρίσκεται στην κατάσταση και τη ποιότητα του οχήματος, καθώς και στο ταξίμετρο. Ενας ανθοπώλης είπε πως το δικό του κύρος βρίσκεται στη φρεσκάδα των λουλουδιών του κι ένας φούρναρης στη φρεσκάδα του ψωμιού που ξεφούρνιζε εκείνη την ώρα.

Ο άνθρωπός μας, σκέφτηκε να ρωτάει στο εξής μήπως βλέπουν οι άλλοι το δικό του κύρος, να τού πούνε πού είναι. Μπήκε σε μια τράπεζα και ρώτησε το διευθυντή κι εκείνος του απάντησε να πάει να ισιώσει τη γραβάτα του και να σφίξει λίγο τον κόμπο και τότε θα βρει το κύρος του. Μπήκε σε ένα πανεπιστήμιο και ρώτησε τον πρύτανη κι εκείνος του απάντησε να πάει να χαλαρώσει αρκετά τον κόμπο της γραβάτας του ή ακόμα και να τη βγάλει εντελώς και τότε θα βρει το κύρος του. «Αχ, αυτή η γραβάτα» σκεφτηκε, κι αποφάσισε να τη βγάλει και να τη βάλει στη τσέπη του.

Προχωρούσε στο δρόμο και οι συνάνθρωποί του σκουντουφλούσαν πάνω του, τον έσπρωχναν, κανείς δεν του έδινε σημασία. Με ή χωρίς γραβάτα, κύρος γιοκ. Αρα; Αρα, πιθανότατα, το κύρος του, το δικό του κύρος, δεν βρισκόταν σε φανερό σημείο, αλλά κάπου αλλού -αλλά πού;

Τον έβλεπα να αγωνιά και θέλησα να τον βοηθήσω. Του πρότεινα λοιπόν, να ανέβει σε ένα κασόνι στη Κεντρική Αγορά και να κάνει τον Καραγκιόζη, να εξευτελίσει τον εαυτό του όσο περισσότερο μπορεί, να αυτοσαρκαστεί δηλαδή. Του θύμισα αρχαίους σοφούς, παροιμίες, λαϊκές ιστορίες, παροιμιόμυθους, αλλά η προτροπή μου δεν είχε επιτυχία. Ο άνθρωπος που έψαχνε το κύρος του, μου δήλωσε «δεν θα γίνω εγώ γελοίος για να αποκτήσω κύρος» κι έχασε τη μοναδική ευκαιρία της ζωής του να το βρει. Γιατί, όταν έχεις τη δύναμη να γίνεσαι ο ίδιος γελοίος, να σαρκάζεις τον εαυτό σου, κανείς δεν μπορεί να σε γελοιοποιήσει περισσότερο. Αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι αρχαίοι σοφοί, όπως π.χ. ο μεγάλος σοφός Δημόκριτος, που είχε τεράστιο κύρος!

Στις μέρες μας όμως, το κύρος αναζητείται σε μέρη όπου η προσωπικότητα του ανθρώπου βασίζεται σε εξωτερικά γνωρίσματα, πολύ μακριά απο το πνεύμα του δηλαδή, και αυτό είναι κρίμα γιατί πώς να βρεθεί κάτι τι εκεί όπου είναι αδύνατο να υπάρξει; Ε;

Ο άνθρωπός μας όμως ψάχνει ακόμα και αυτό το βρίσκω πολύ θετικό: Υπάρχει ελπίδα να αποκτήσει κάποτε κύρος!

Πέμπτη, Αυγούστου 27, 2009

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2009

351. Ενα λεμόνι αν θέλεις στείλε μου




..και τι σου ζήτησα, ε; ένα λεμόνι, ένα πράσινο λεμόνι, ένα λεμονάκι πράσινο μονάχα.. κι εσύ μου είπες «μα τα πράσινα λεμόνια δεν έχουν ζουμί» αλλά εσύ τι ξέρεις από λεμόνια και ζουμιά; σάματις μπήκες ποτέ στη γκουζίνα; ούτε απέξω δεν περνάς γιατί μυρίζει σκορδίλα.. αλλά το τζατζικάκι το τρως και για τη σκορδαλιά σπας τα τέλια λέμε.. αλλά τι να σε κάνω που με αρέσεις μάγκα και με αρέσει να μαγειρεύω κιόλας και πού να βρίσκω άλλον να τρώει με τόσην όρεξη τα σουτζουκάκια μου και το ιμάμ; ε; αλλά το πράσινο λεμόνι δε θα το αφήσω να πάει έτσι, να περάσει απαρατήρητο που λένε, και για τούτο το βγάζω στα φόρα.. Αμάν πια! Νάτο νάτο το λεμονάκι!!!


Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009

350. αναζητώντας την έκφραση

Ζητούσε απεγνωσμένα να εκφραστεί αλλά δεν είχε τίποτα να εκφράσει. Τη συγκίνησή του την είχε εκφράσει άπειρες φορές και δεν του είχε απομείνει άλλη συγκίνηση, ούτε σταγόνα λέμε, κι έτσι έψαχνε μήπως είχε κάτι τι άλλο, κάτι κρυμμένο στα κατάβαθα της καρδιάς ή και του μυαλού που ήθελε να βγει έξω να εκφραστεί όμως τα πράγματα ήταν δύσκολα γιατί όσο και να σφιγγόταν τίποτα δεν έβγαινε ούτε ένας ήχος ούτε μια μουτζούρα στο χαρτί ούτε μια πινελιά στον τοίχο της κουζίνας, άσε που η κουζίνα είχε πλακάκια και να έβαζε πινελιά θα εξαφανιζόταν μόλις η καθαρίστρια θα έπλενε τους τοίχους της κουζίνας, ενώ εκείνος θα αναγκαζόταν να τσακωθεί μαζί της και θα την έχανε γιατί τέτοιες καριόλες είναι οι καθαρίστριες σήμερα, σε παρατάνε με το παραμικρό, ούτε μια ξεγυρισμένη ξανάστροφη δεν μπορείς να τους ρίξεις.. και τότε σκέφτηκε το βιτριόλι: Ναι, αυτή ήταν μια πρώτης τάξεως έκφραση, ήταν Η έκφραση! Ολα τα καταπιεσμένα του, όλος ο δημιουργικός του εαυτός θα έβγαινε, θα παραδινόταν στη κοινωνία προς κρίση και -ασφαλέστατα- προς έγκριση. Φόρεσε μια άσπρη μπλούζα και άρχισε να τρέχει προς το φαρμακείο. Οπως έτρεχε, δεκάδες κλανιές του φεύγαν σαν ριπές μυδραλιοβόλου, αλλά δεν τους έδινε σημασία, μπορεί να μη τις ένοιωθε καν. Μόλις έφτασε στο φαρμακείο, το βρήκε κλειστό. Ενοιωσε εξαιρετικά ξαλαφρωμένος, οι κλανιές είχαν κάνει καλή δουλειά, έτσι η καθαρίστρια τη γλίτωσε ακόμα μια φορά. Πιθανότατα λόγω της φασολάδας που του είχε μαγειρέψει την προηγούμενη μέρα.

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009

349. Ερωτας με το πλυντήριο ή ο Αριστείδης και το πλυντήριο

Είμαι ικανός να βάζω μπουγάδες συνέχεια, τόσο λατρεύω το πλυντήριό μου. Ο έρωτας αυτός ξεκίνησε στη νηπιακή μου ηλικία, από τότε που με ακούμπαγε η αγαπημένη μου μαμά στο καρεκλάκι μπροστά στην οθόνη του πλυντηρίου, να χαζεύω τα χρωματιστά ρούχα που στροβιλιζόντουσαν ανάμεσα σε συννεφάκια σαπουνάδας, για να κάνει απερίσπαστη τις δουλειές της.

Συχνά, με παράταγε εκεί ώρες ατέλειωτες -για κείνη ατέλειωτες, επειδή για μένα ο χρόνος τέλειωνε σύντομα μαζί με το τέλος της κάθε μπουγάδας- και είχε να το λέει, πως είχε βρει το μήνα που θρέφει τους έντεκα με αυτό το κόλπο. Μπορούσε να πηγαίνει στις φιλενάδες της για καφέ ή χαρτάκι, μπορούσε να πηγαίνει για ψώνια στη λαϊκή ή στο σούπερ μάρκετ, ήσυχη ότι εγώ, το αγαπημένο της μπεμπέκι, το Αριστειδάκι της, θα έμενα κολλημένος στο καρεκλάκι μου να χαζεύω μαγεμένος το πλυντήριο.

Μεγαλώνοντας, το όνειρό μου -πέρα από σπουδές και τρόπο επιβίωσης- ήταν να αποκτήσω ένα πλυντήριο. Ενα πλυντήριο τουλάχιστον. Να του αφοσιωθώ δια βίου. Να του βάζω ατέλειωτες μπουγάδες, συνέχεια να κάνω μπουγάδες, με διάφορα ρούχα, άσπρα, μαύρα, χρωματιστά, με διάφορα σαπούνια, άσπρα και χρωματιστά.

Φυσικά, σπούδασα σε ΙΕΚ με ειδικότητα επισκευαστής πλυντηρίων. Ετσι, εκτός από το δικό μου πλυντήριο, έχω την ευκαιρία να επισκέπτομαι ένα σωρό άλλα πλυντήρια με άλλοθι το επαγγελματικό μου ενδιαφέρον. Οπως π.χ. ένας γυναικολόγος έχει άλλοθι το επάγγελμά του και εξετάζει ένα σωρό μουνιά συν εκείνο της δικής του γυναίκας. Αν είναι και μουσουλμάνος, έρε γλέντια, θα έχει και μόνιμο χαρέμι λόγω θρησκείας.

Εμένα, οι γυναίκες δεν μου λένε και πολλά πράγματα. Ούτε η τιβί μου λέει, αν και έχει οθόνη και το κουτί της μοιάζει με μικρό πλυντήριο, όπου αναδεύονται ένα σωρό χρώματα, μόνο που είναι μαύρο. Ασε που προτιμώ χίλιες φορές τον ήχο του πλυντηρίου από τις φωνάρες που βάζουν οι προσκεκλημένοι των καναλιών.

Ο ήχος του πλυντηρίου είναι προβλεπόμενος μεν, αλλά ωραία προβλεπόμενος, όπως, ας πούμε, ένας γυναικείος οργασμός. Οταν έχω προβλέψει σωστά το βάρος και τον όγκο των ρούχων, το πλυντήριο γουργουρίζει ευτυχισμένο, ενώ αν το παραφορτώσω -πράγμα που συμβαίνει όλο και πιο σπάνια- διαμαρτύρεται έντονα και καμιά φορά τα φτύνει, αφήνοντας τα ρούχα μισοστιμένα. Ισως κάπως έτσι να με έφτυνε μια γυναίκα, αν της γινόμουν υπερβολικά φορτικός, κάτι που γλιτώνω τώρα γιατί με το πλυντήριο μπορώ να επανορθώσω αμέσως, ενώ τη δυσαρεστημένη γυναίκα πού να τη ξαναβρώ και να της εξηγώ και να την κάνω να δεχτεί να ξαναδοκιμάσει μαζί μου...

Μερικές φορές, τόλμησα να το απατήσω με την ηλεκτρική κουζίνα, αλλά δεν είχε τόσο γούστο να κοιτάζω το ταψί που ψηνόταν στο φούρνο ούτε την κατσαρόλα που έβραζε στο μάτι. Επειδή όμως πεινάω και πρέπει να τρώω κάπου κάπου, σκέφτομαι να κατασκευάσω μια πολυσυσκευή, ένα πλυντηριοκούζινο με ταυτόχρονες δυνατότητες ψυξης. Ετσι, θα μπορώ να έχω όλα όσα ποθεί ένας άντρας: φαγητό, καθαρά ρούχα, παγωμένες μπίρες και φραπέ.

Η αλήθεια είναι ότι μου είναι πολύ δύσκολο να μοιραστώ αυτό το πάθος μου με φίλους ή συναδέλφους στη δουλειά, όταν με ρωτάνε πώς τρέχω σπίτι έτσι βιαστικός και με πειράζουν πως τάχα κάποια γυναίκα με έχει ξελογιάσει. Τι να τους πω δηλαδή; Οτι αγάπησα ένα πλυντήριο;

Κι όμως, δεν το βρίσκω κακή ιδέα να βαφτίσω το αγαπημένο μου αντικείμενο με ένα όνομα γυναικείο, να το πω Ελένη ή Ελενα ή Χελένα, ακόμα καλύτερα. Ετσι, έτσι, μια γυναικάρα γερμανίδα, η Χελένα, με έχει ξελογιάσει και της χώνω αβέρτα μπουγάδες και χύνω μαζί της μυριάδες φορές και εκείνη σκούζει ηδονικά και γουργουρίζει σα γατούλα από ευχαρίστηση, τέτοια θα τους διηγούμαι και δε θα λέω και ψέμματα!


Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2009

348. Πώς ο κύριος Σάκης έγινε δολοφόνος



Το πράγμα πήγαινε προς τα εκεί, ο δρόμος δεν είχε γυρισμό από τη στιγμή που τα γκαρσόνια του φύτεψαν την ιδέα πως εκείνη ήταν ξετρελαμένη τάχα μαζί του. Σχεδόν κάθε μεσημέρι -πολλές φορές και τα βραδάκια- ερχόταν να καθήσει στο μικρό γωνιακό τραπέζι της συνοικιακής ταβέρνας. Με τα γκρίζα μαλλάκια της πιασμένα σε μια τυλιχτή πλεξίδα, με τις φούστες ή τα φαρδιά της παντελόνια, με τις πολύχρωμες μεταξωτές ξετραχειλωμένες της μπλούζες. Καθόταν, του χαμογελούσε, τη ρώταγε «τι θέλετε σήμερα;» του απαντούσε με ερώτημα επίσης «τι προτείνετε σεις, κύριε Σάκη;» της έλεγε το κατεβατό με τα φαγιά, που δεν ήταν και πολύ μακρύ, εκείνη αποφάσιζε συχνά κάτι διαφορετικό από τα προτεινόμενα κι εκείνος, αν και απογοητευόταν, έτρεχε στην κουζίνα να δώσει την παραγγελία. 
 
Ο νεαρός σερβιτόρος πήγαινε ψωμί, νερό και σερβίτσιο για ένα άτομο, εκείνη ζητούσε και το λαδόξυδο για τη σαλάτα, ρωτούσε «λεμόνι δεν έχετε;» ενώ ήξερε ότι πάντα έχουν λεμόνι, ο μικρός έφερνε κι ένα λεμόνι χωρίς να το κόψει, εκείνη το έβαζε στη τσέπη ή στην τσάντα της -όταν κρατούσε τσάντα- ο κύριος Σάκης ζήλευε που την εξυπηρετούσε και ο νεαρός, αλλά έδινε τόπο στην οργή επειδή ένα παλιό έμπειρο γκαρσόνι όπως αυτός δε γινόταν να τρέχει με τα καλαθάκια του ψωμιού στο χέρι να γίνεται ρεζίλι στους υπόλοιπους -γκαρσόνια και θαμώνες. 
 
Είχε πλάσει την εικόνα της ακριβώς στα μέτρα του, αν και δε γνώριζε και πολλά για τη πάρτη της, μόνο το όνομα ήξερε, Ελίζα τη λέγαν. Την έβλεπε στον ύπνο του σχεδόν κάθε νύχτα, έτριβε το στεγνωμένο του δέρμα ψιθυρίζοντας το όνομά της, σηκωνόταν το ξημέρωμα με στόμα ξερό, λες και τη φιλούσε παθιασμένα για ώρες ατέλειωτες. 
 
Τα γκαρσόνια είχαν πάρει μυρουδιά τη καύλα του για την ηλικιωμένη πελάτισσα και τον κούρδιζαν κανονικά. Του λέγαν πως εκείνη ερχόταν στο μαγαζί μοναχά για να τον βλέπει, πώς έτσι και κούναγε το μικρό του δαχτυλάκι εκείνη θά 'πεφτε στην αγκαλιά του, πολλά του λέγαν και του φούσκωναν τα μυαλά, μυαλά που άλλο δεν ήθελαν από το να φουσκώσουν. Τόση μοναξιά, μετά το χαμό της καλής του γυναικούλας, δύσκολα αντέχεται από ένα βασανισμένο άντρα της ηλικίας του, που, αν δεν είχε ανάγκη να βλέπει κόσμο, θα είχε βγει στη σύνταξη. 
 
Με τον καιρό, η οικειότητα αναπτύχθηκε μεταξύ του κυρίου Σάκη και της δεσποινίδας Ελίζας, τόσο που μιλούσαν πλέον στον ενικό σαν παλιά φιλαράκια. Με τον καιρό, ήρθε και η στιγμή να εξομολογηθεί ο κύριος Σάκης τον έρωτά του και βρήκε την ώρα -βραδάκι, περασμένες δέκα- που έφευγε η Ελίζα από το μαγαζί. Επίτηδες, έχοντας προμελετήσει την κίνησή του, εκείνο το βράδυ την είχε κεράσει ένα τσιπουράκι παραπάνω. 
 
«Να σε βοηθήσω» της είπε σιγανά στην πόρτα της ταβέρνας, «όχι, Σάκη, τα καταφέρνω, ευχαριστώ πολύ» απάντησε εκείνη, ο κύριος Σάκης άναψε σαν παντζάρι και επέμεινε «μα αφήστε να σας βοηθήσω» γυρνώντας το στον πληθυντικό και γραπώνοντας το μπράτσο της γυναίκας που είχε βρεθεί κιόλας στο πεζοδρόμιο. «Μα όχι, όχι, σας είπα αφήστε με!» φώναξε εκείνη δυνατά απωθώντας τον κι εκείνος θύμωσε και την άρπαξε, έσκυψε και της ρούφηξε τα χείλη. Εκείνη ούρλιαξε «παλιοτόμαρο! παλιοτόμαρο!» έφυγε σχεδόν τρέχοντας κι ήταν φοβερά αστεία μια παχουλή φιγούρα να τρέχει μέσα στα σκοτάδια ανεμίζοντας ένα κοτσίδι και μια φούστα πέρα δώθε. 
 
Από εκείνο το βράδυ, η δεσποινίς Ελίζα δεν ξαναπάτησε στη ταβέρνα. Παράγγελνε τα γεύματά της τηλεφωνικώς, μια και είχε συνηθίσει τόσα χρόνια σε αυτό το φαγητό, κι όταν πετύχαινε τον κύριο Σάκη στο τηλέφωνο έκανε σαν να μη τον είχε γνωρίσει ποτέ της. Εκείνος κρατούσε την ίδια συμπεριφορά, τυπικός και στεγνός, από μέσα του όμως έβραζε γιατί μετά το ρεζιλίκι του τα γκαρσόνια τον είχαν πάρει στο ψιλό και δυσκολεύαν ακόμα και τη θέση του ως παλαιότερου και πιο έμπειρου γκαρσονιού. Είχε πέσει ξαφνικά στα μάτια τους -έτσι νόμιζε τουλάχιστον- και γι αυτή την κατάντια έφταιγε εκείνη. Εκείνη, η Ελίζα, η Ελίζα "του", που δεν ήταν δική του, που δεν ήταν τρυφερή και γλυκειά απέναντί του, όπως την είχε φανταστεί, αλλά μια στρίγγλα του παραμυθιού, μια μάγισσα που τον είχε μαγέψει κι έχασε τα λογικά του γι αυτό το μπόγο με κόκκαλα που ήταν το κορμί της. 
 
Οσο περνούσε ο καιρός, τόσο ο θυμός του μεγάλωνε. Ηθελε να τη βγάλει από το νου του, να διώξει την εικόνα της, την εικόνα που τώρα πια είχε αναποδογυρίσει μέσα του, αλλά του κάκου προσπαθούσε. Ενα μεσημεράκι λοιπόν, αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο που του είχε υπαγορέψει πριν μερικές μέρες το ταραγμένο του μυαλό. Προφασίστηκε κάτι αδιάφορο και πήγε ο ίδιος την παραγγελία στην Ελίζα, εκείνη περίμενε έξω από την πόρτα του διαμερίσματός της όπως έκανε πάντα για να μη βλέπουν τα γκαρσόνια που έφερναν το φαΐ το εσωτερικό του σπιτιού της, εκείνος άνοιξε την πόρτα του ασσανσέρ, εκείνη άνοιξε το πορτοφολάκι της ρωτώντας όπως συνήθιζε «πόσα χρωστάω σήμερα;» εκείνος απάντησε «πολλά, πάρα πολλά χρωστάς σκρόφα και τώρα θα τα πληρώσεις μαζεμένα» εκείνη έμεινε στήλη άλατος μη πιστεύοντας αυτά που ακούει, το μαχαίρι μπήχτηκε στα σωθικά της διασχίζοντας ευκολότατα το μεταξωτό πολύχρωμο μπλουζί, πολλές φορές απανωτά, τόσο πολλές φορές που μπερδεύτηκαν τα κρέατα με το ύφασμα που έγινε κατακόκκινο μια και το αίμα κάλυψε όλα τα χρώματα και τα σχέδια του μεταξωτού. 
 
Αδεκεί έμεινε μαρμαρωμένος ο κύριος Σάκης, κοιτάζοντας με στυλωμένο μάτι τα αίματα να απλώνονται στο μαρμάρινο πλατύσκαλο, μέχρι που τον αναζήτησαν από την ταβέρνα. Η πολυκατοικία δεν είχε πάρει πρέφα το συμβάν, πιθανότατα η καημένη Ελίζα δεν θά'χε βγάλει κιχ. «Δες τι μ' έκανε να κάνω η παλιόγρια, όχι, δες» είπε στο μικρό που τον έψαχνε -και τον βρήκε.

Παρασκευή, Μαΐου 22, 2009

347. των ελλήνων οι κοινότητες

μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2009

346. εννιά περάσματα μετά το θάνατό σου

και είναι η πρώτη χρονιά που οι κονσερβαρισμένες ευχές και τα αγκαλιάσματα σε φύλλα σελοφάν δεν ήταν υποχρεωτικά επειδή αυτό το Μεγάλο Ψέμμα έσβησε ξαφνικά και διαλύθηκε όπως το κύμα του χρόνου μοιράζεται και χάνεται σε στιγμές που μπορεί να είναι ανύπαρκτα φαντάσματα και σε αυτή τη διάλυση βοήθησε η θυγατρική στοργή που μου προσφέρθηκε με τέτοια πληρότητα που δεν πίστευα ότι μπορούσε να υπάρξει κάπου αλλά στη δική μου πραγματικότητα φαίνεται πως όλα χωράνε

Τρίτη, Μαρτίου 17, 2009

345. στον κ. Λεονάρδο αρέσει το παγωτό φυστίκι

Ο κ. Λεονάρδος είναι ποιητής. Ο κ. Λεονάρδος είναι πλούσιος εισοδηματίας. Ο κ. Λεονάρδος εκτιμά το καλό φαγητό. Ο κ. Λεονάρδος δεν χρειάστηκε να δουλέψει ποτέ στη ζωή του. Ο κ. Λεονάρδος υποδέχεται τους φίλους του φορώντας ένα μπλέιζερ χρώματος γκρενά και καπνίζοντας πίπα. Ο κ. Λεονάρδος επιλέγει προσεκτικά τις παρέες του. Ισως να σε συστήσω κάποτε στον κ. Λεονάρδο, αλλά πρέπει πρώτα να εκδηλώσει την επιθυμία να σε γνωρίσει. Ψώνισε καλού κακού παγωτό φυστίκι, μπορεί να έρθει ο κ. Λεονάρδος την Κυριακή το μεσημέρι να φάμε και, ξέρεις, ο κ. Λεονάρδος πεθαίνει για παγωτό φυστίκι!

Ο κ. Λεονάρδος είναι ένα προσωπείο, ένα φανταστικό πρόσωπο που κατασκεύασες και χρησιμοποιείς απέναντι στη γυναίκα σου. Θα σου άρεσε πολύ να είσαι εσύ ο κ. Λεονάρδος, αν δεν είχες παντρευτεί αυτή τη γυναίκα φυσικά. Εκείνη έχει καταπιεί αμάσητη την ιστορία του κ. Λεονάρδου, σου κάνει και παρατηρήσεις μάλιστα που ξεπερνούν κάθε πρόβλεψή σου. Στον κ. Λεονάρδο δεν θα άρεσε αυτό, αγάπη μου, σου λέει συχνά και συμπληρώνει μια στιγμή αμηχανίας με άλλη μια φράση: Νομίζεις ότι αν ήξερε αυτά που μού κάνεις, πόσο πεζά μου συμπεριφέρεσαι, θα σε εκτιμούσε ακόμα ο κ. Λεονάρδος;

Κόκκαλο εσύ! Τώρα που έχεις μπει στα βαθειά, αναγκαστικά θα κολυμπήσεις. Θέλεις να πετάξεις αυτό τον παρείσακτο κ. Λεονάρδο, αλλά δεν ξέρεις πώς, ψάχνεις ένα τρόπο που να καταλάβει η γυναίκα σου ότι κ. Λεονάρδος απλώς δεν υπάρχει. Ετσι, με παρεκάλεσες να παρέμβω και να της εξηγήσω περί κ. Λεονάρδου και τί σε ανάγκασε να τον πλάσεις, να της πω με δυο λόγια ότι εκείνη σε ανάγκασε να σιάξεις ένα προσωπείο για να μπορείς να την αντιμετωπίζεις, να τη παρακαλέσω να σου φέρεται γλυκά, να σβήσει το φόβο που σου προκαλεί με την ακλόνητη συμπεριφορά της, σα λοχίας και χειρότερα.

Δυστυχώς, φίλε μου, παντρεύτηκες μια γυναίκα χωρίς ίχνος φαντασίας, αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Αμα κοιτάς το περιτύλιγμα και αδιαφορείς για το περιεχόμενο, το πακέτο κάποια στιγμή ξετυλίγεται και όταν ανακαλύψεις το απομέσα είναι πλέον αργά, έχεις υποχρεώσεις και μόνον υποχρεώσεις: Πατρικές, συζυγικές, προς τους γονείς, τα πεθερικά, τους φίλους, τους γείτονες, τον άχρηστο το μπατζανάκη σου. Μόνο εσένα δεν πρέπει να σκέφτεσαι, εσύ είσαι άντρας, είσαι δυνατός, είσαι ο ώμος της παρηγοριάς για το σπανακόρυζο που κάηκε και για το στομαχόπονο του μικρού, άλλωστε εσύ έχεις το πλεονέκτημα να έχεις την εκτίμηση του κ. Λεονάρδου!

Την Κυριακή, λοιπόν, βρέθηκα καλεσμένη το μεσημέρι σπίτι σας για φαγητό. Θα ερχόταν και ο κ. Λεονάρδος και η γυναίκα σου ήταν πολύ τρακαρισμένη, έτρεμε ολόκληρη από συγκίνηση. Δεν ξέχασε ούτε το παγωτό φυστίκι, που, όπως μου εξήγησε, αρέσει πολύ στον κ. Λεονάρδο. Στο ψυγείο υπήρχε ένα κιλό παγωτό φυστίκι, παρ' όλο που ακόμα κανει κρύο και η γυναίκα σου δεν εμπιστεύεται τα παγωτά τέτοια εποχή, αλλά για τον κ. Λεονάρδο σκίστηκε η καημένη. Σιγά που θα τό'κανε για σένα να πάρει παγωτό, σιγά που θα σου επιτρέψει να κυκλοφορείς στο σπίτι σα λόρδος, με μπλέιζερ και καπνίζοντας πίπα, μια φόρμα γυμναστικής και πολύ σου είναι και τσιγάρο στο μπαλκόνι, σιγά που θα σε αφήσει ήσυχο λίγες στιγμές της μέρας στο καμαράκι υπηρεσίας μαζί με τη σκάλα και τη σιδερώστρα, όχι, θα βρίσκεσαι δίπλα της, να σου παραπονιέται, να σου πρήζει τα σκώτια ακόμα και για το σκυλάκι της αποκάτω κυρίας που έπαθε εντερολοίμωξη και ήταν τυχερό που τη γλίτωσε τόσο φτηνά με τόσο δηλητήριο που κατάπιε και σε κάνει να το σκέφτεσαι σοβαρά το δηλητ... όχι, Χριστέ μου, τι πήγα να πω... το διαζύγιο!

Ενα διαζύγιο όμως κοστίζει ακριβά σήμερα και δεν εννοώ σε χρήμα αλλά σε καταστάσεις που θα δημιουργηθούν, οι οποίες θα σύρουν μαζί τους και τον οικονομικό τομέα, πέρα από την αύξηση των υποχρεώσεων. Με τίμημα την ησυχία σου. ΗΣΥΧΙΑ. Πόσο αξίζει αυτή η λέξη, με το νόημά της μαζί; Αλλά γνωρίζεις τον εαυτό σου, δεν θα μπορέσεις να μείνεις για πολύ μόνος και ήσυχος, θα ξαναπέσεις στη λούμπα -όπου γυαλίζει θα πατάς- θα ξαναερωτευτείς ένα περιτύλιγμα και θα περάσεις τα ίδια εις διπλούν γιατί θα φροντίζεις και το προηγούμενο -τρομάρα σου! Οπότε, καλός είναι ο κ. Λεονάρδος και μη με μπερδεύεις με απομυθοποιήσεις και τέτοια. Αμα ξαναχρειαστείς ένα προπέτασμα τι θα κάνεις; Θα σιάξεις άλλον; Κι άμα σήμερα αποκαλύψεις τι εστί κ. Λεονάρδος, θα σε πιστέψει κανείς για όποιο προσωπείο κατασκευάσεις μεθαύριο; Ασε τα πράγματα όπως είναι, και τρέχα να φας το παγωτό φυστίκι που σου αρέσει. Ο κ. Λεονάρδος -τι κρίμα!- δεν ήρθε ούτε αυτή την Κυριακή...

Κυριακή, Μαρτίου 01, 2009

344. ο δρόμος

Η μοίρα τό 'φερε να βλέπω κάθε μέρα το δρόμο του σπιτιού σου, κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή να βλέπω το δρόμο σου, να τον φωτογραφίζω με κάμερα ή και με το μάτι, το μπαλκόνι βλέπει το δρόμο σου ανάμεσα στα δέντρα, ξέρω πως εκεί κάπου μένεις, εκεί κοιμάσαι, εκεί τρως και ρεύεσαι και ονειρεύεσαι -ίσως- αλλά το τι ονειρεύεσαι δεν το ξέρω. Συναντιόμαστε κάπου κάπου και είναι σαν πριν λίγο να χωρίσαμε από το τελευταίο ραντεβού, η ομιλία στρωτή, αδιάφορη, τι κάνουν τα παιδιά και τι ψωνίσαμε σήμερα και τίποτ' άλλο και ξαναχωρίζουμε και ακολουθεί καθένας το δρόμο του, μόνο που βλέπω το δρόμο για το σπίτι σου κάθε μέρα. Δεν νιώθω κάτι ιδιαίτερο βλέποντας το δρόμο σου, μόνο σκέφτομαι πως τα μαλλιά σου ήταν μαύρα και τώρα είναι κάτασπρα, ενώ τα δικά μου έχουν ελαφρώς γκριζάρει. Πώς να ήταν άραγε αν δεν είχαμε γνωριστεί; Αν δεν είχαμε αγαπηθεί; Ο δρόμος αυτός δεν θα σήμαινε τίποτα για μένα και ο κύριος που συναντώ κάπου κάπου θα μου ήταν παντελώς ξένος. Σάμπως δεν είναι ξένος σήμερα; Επειδή είχαμε κάποτε γνωριστεί κι αγαπηθεί, σήμερα δεν είμαστε ξένοι; Επειδή ανταλλάξαμε το πρώτο μας φιλί -τα χείλη σου θυμάμαι τόσο απαλά- κι επειδή έλαβα ένα ακατανόητο σπαραξικάρδιο γράμμα σου, που με τρόμαξε; Ξένοι είμαστε, απλώς γείτονες. Ετσι, μπορεί κάποιος από τους δυο μας να δει το αγγελτήριο θανάτου του άλλου κολλημένο σε μια κολόνα.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2009

343. sorrow


picture for my poddcast (που δεν υπάρχει πια και όταν με το καλό το βρω στο σκληρό δίσκο του πισι θα το ανεβασω στο podomatic) ζητώ συγγνώμη προς το παρόν!
Ακούστε το!

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 18, 2009

342. sssssssssssssssss

εχω ξεχάσει να μιλάω οι λέξεις βγαίνουν ψιθυριστά και σαν μικροί αναστεναγμοί από μέσα μου κρύβοντας ένα χείμαρρο που δεν λέει να πάρει μπρος και παιδεύεται ανάμεσα σε βράχια να ξεφύγει και να κυλήσει στα λιβάδια όπως ακριβώς το δάκρυ θέλει να ξεφύγει και να κυλήσει προς τα μάγουλα αλλά το συγκρατεί ένας τρομερός παγωμένος πόνος και τα ουρλιαχτά κρύβονται πίσω από μουγκρητά και ψιθυρίσματα και το σώμα τρέμει θέλοντας να διασπαστεί να γίνει χίλια κομμάτια η ψυχή τρέμει επειδή δεν αντέχει βλέμματα οίκτου και απόρριψης και η χαρά πετάει μακριά πάνω σε κάτι σύννεφα που δεν φέρνουν βροχή

Κυριακή, Φεβρουαρίου 15, 2009

341. xxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxx

μερικές φορές σκέφτομαι τι νόημα έχει να γράφω πράγματα που πιθανότατα δεν ενδιαφέρουν κανέναν, ούτε και μένα, και έρχεται η παρόρμηση να τα διαγράψω όλα αλλά δεν το κάνω και δεν ξέρω κιόλας γιατί δεν το κάνω, άσε που ώρες ώρες νοιώθω να πνίγομαι εδώ μέσα κι ας έχω απλωθεί τόσο πολύ και βλέπω ότι υπάρχει αρκετός κόσμος με φρέσκα μυαλά που ενδιαφέρεται και παλεύει και νομίζω ότι περισσεύει η δική μου συμμετοχή στα λεγόμενα "κοινά", για πράγματα που έχω σχηματίσει τη γνώμη πως δεν αλλάζουν γιατί ακριβώς όλο και αλλάζουν -οι άνθρωποι, οι συνθήκες, κλπ κλπ- αλλάζουμε ένα κόμμα και βάζουμε δυο τελείες και κάτι τρέχει στα γύφτικα λέμε, κοροϊδευόμαστε δηλαδή

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2009

340. σύννεφο ξεβράκωτο



έτρεχε ανεμίζοντας

ένα γυμνό κωλαράκι αναβόσβηνε κάτω από το αέρινο ρουχαλάκι
-τσαφ τσαφ-
όσο κατηφόριζε τρέχοντας
να φτάσει, αχ, να προλάβει να προφτάσει το πλοίο
να προφτάσει να τον δει, να του μιλήσει,
έστω να προλάβει να κουνήσει το μαντίλι
και να σιγουρευτεί πως την είδε


εκείνος όμως

ήταν πίσω της, δεν είχε φύγει,
ξημερώθηκε ξάγρυπνος μετά τον καυγά
κι αποφάσισε να μη φύγει
έτσι κίνησε για το πλοίο,
να πει στον καπετάνιο την απόφασή του
έστω και την τελευταία στιγμή
να μη φανεί ασυνεπής
την έβλεπε λοιπόν, έβλεπε το κωλαράκι της
να πηγαίνει πέρα δώθε το φουστανάκι πάνω του
και να το μισοκρύβει και
«πού πας μωρή ξεβράκωτη;» ήθελε να φωνάξει
αλλά έμενε άλαλος μπροστά στη θέα
αυτηνής της θεάς που πιλάλαγε
λες κι είχε πιάσει φωτιά το μουνί της
κι έτρεχε να το σβήσει στη θάλασσα


σαν σύννεφο

σκέπαζε τα μάτια του εκείνη η φιγούρα
η αέρινη που έτρεχε σαν σύννεφο έτοιμο για βροχή
τα ένοιωθε τα δάκρια να έρχονται
μια φουρτούνα δάκρια θα σκάγαν όπου νά'ναι
τα ένοιωθε και κείνη τα δάκρια να έρχονται
μια μαυρίλα, ένα συννεφομπούκωμα την έπνιξε
όταν είδε το πλοίο σαλπαρισμένο
«ξεκίνησαν κιόλας, αχ!» βόγγηξε κι έπεσε τα μπρούμυτα
πάνω στο πλακόστρωτο έπεσε και τό'βρεχε
με δάκρια και αίμα
-γιατί αίμα;-
«το μωρό μας!» έσκουξε αυτός κι από πίσω
βρέθηκε πλάι της να την έχει αρπάξει αγκαλιά
την κανάκευε σαν μωρό και σκέπαζε όσο γινόταν
με τό'να χέρι το κωλαράκι να μη φαίνεται
και με τ'άλλο χάιδευε τα μαλλιά και το λαιμό της
κι εκείνη «όχι, όχι, μάλλον δεν ήμουν έγκυος» και
«αχ, τι καλά που δεν έφυγες!» έλεγε μπερδεμένα
τη μια φράση μετά την άλλη και ξανά και ξανά
κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά
-ξεβράκωτο σύννεφο το μουνάκι της
έβρεχε αίμα πάνω στα μπράτσα του-
και πήγαν σπίτι να σκαρώσουν νέα σχέδια
η μπόρα πέρασε
οι κεραυνοί σταμάτησαν
όλα μπήκαν στη θέση τους
και το σύννεφο φόρεσε βρακί


ΣΗΜ. Αυτή τη φορά, γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου στο μπλογκ μου, στο radiobubble.gr που δεν υπάρχει πια..

Τρίτη, Φεβρουαρίου 10, 2009

339. blue vespa

Καβασάκι εντούρο ή Χόντα
σαν τη βέσπα δεν έχουν προσόντα
τη γαλάζια, παλιά, σκονισμένη

Χωρίς φρένο και γκάζι πηγαίνει
και το δρόμο τον βρίσκει από μόνη
τον οσμίζεται μάλλον η σκόνη

Τρέχει, τρέχει πετάει σα γλάρος
και βουτάει στο ρεύμα με θάρρος
στο φανάρι ευτυχώς, κοκκαλώνει

Σαν μουλάρι τις ρόδες στηλώνει
αποκτά στη στιγμή κάποιο βάρος
στέκει σούζα σαν νά'ναι φαντάρος!

------------------
Καβάλησα τη γαλάζια βέσπα
Ετρεχε πολύ και από μόνη της
Δεν πάταγα γκάζι, δεν είχε ούτε φρένο
Εφτασε στο γκρεμό και, σαν από θαύμα,
Δεν γκρεμοτσακιστήκαμε
Κάτω, είχε ωραία θέα,
Ενα υπέροχο ηλιοβασίλεμα
Ξεπεζέψαμε να το θαυμάσουμε
Η βέσπα έγινε άλογο
Ενα υπέροχο γαλάζιο άλογο με φτερά

Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2009

338. μαυρόασπρη εικόνα

Μαύρη σαρανταποδαρούσα σε μαύρη άσφαλτο
                    Περπατώ ξυπόλητη
Ογδόντα ποδάρια μπερδεύονται στα δικά μου
                    Πατώ σε μαύρη τρύπα
                    -όλα μαύρα, δεν διακρίνεται-
Αναδύεται μαύρος καπνός -ένα Τζίνι!
Μου λέει: «Κάνε μια ευχή»
Εύχομαι: «Να ασπρίσουν όλα!»
                    Αρχίζει να πέφτει χιόνι
                    Ολα κάτασπρα
Η σαρανταποδαρούσα χάνεται
Χρειάζομαι ζεστές κάλτσες και γαλότσες
                    Αναζητώ το Τζίνι

Παρασκευή, Ιανουαρίου 30, 2009

337. Ερωτεύτηκα ένα ΜΑΛΛ...

Ερωτεύτηκα ένα Μαλλ
με ιδρώτα στη μασχάλ'
σύντροφο στο καρναβάλ'
Tου ψιθύρισα "βρωμάει"
και μου είπε "νέβερ μάιν"
είπαμε και λίγα λόγια
ως αδέρφια και λαμόγια:

- Δεν πεινάς; τι να σου κάνω;
- Βράσε μου ένα κορμοράνο!
- Μήπως θέλεις και σαλάτα;
- Οχι, σκίσε μου μια γάτα!

Ερωτεύτηκα ένα Μαλλ
ίδιο με το Ταζ Μαχάλ
κι είπα: δόξα Σοι, χαλάλ'
που εβρήκα τέτοιο ταίρι
σ' ένα πράσινο παρτέρι.
Κρίμα μόνο του να μένει
να βογγάει και να χλωμαίνει:

- Τι μου βρίσκεις; έλα πές μου,
σου αρέσουν οι πορδές μου;
- Αν γουστάρεις, βρε λιγούρι,
θα σου κλάσω και τη μούρη!

Ερωτεύτηκα ένα Μαλλ
με τουπέ, μα τρε μπανάλ
ήτανε σε μαύρο χάλ'
Bάζω μπάλλα με τριφύλι
πάνω στα βωβά του χείλη,
μα αυτό ζητάει κι άλλα
πιο τρανά και πιο μεγάλα:

- Τις ελιές του Ελαιώνα
για να βγάλω το χειμώνα
κι ένα λόχο με πριόνια
από δω ως την Ομόνοια!

+Μμμμ αλληλούϊα, πρόσχωμεν +περαστικά μας! 

(αφιερωμενο στον υποψηφιο δημαρχο Αθηναιων κ. Νικητα aka Ομερ Πριόνη


εδω ακούγεται η φωνουλα μου-->> https://www.podomatic.com/podcasts/rodia/episodes/2010-11-09T07_00_53-08_00

Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2009

336. τι είναι αυτό;




Πες μου την αλήθεια: θα μπορούσες να φανταστείς ότι η πρώτη εικόνα -του παράξενου τοπίου- έχει προκύψει από επεξεργασία του αντικειμένου της δεύτερης;
Και όμως! από αυτό το λάχανο δημιουργήθηκε, πριν από 7-8 χρονάκια, μια ολόκληρη σειρά εικόνων με παράξενα τοπία...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2009

335. Κρέας!

Κρέας
γεννημένο σε κρεββάτι
Κρέας
το μοσχάρι της παρέας
Κρέας
το βαφτίζει ο ιερέας
Κρέας
δώστε του κάτι
Κρέας
μασημένο, ξερασμένο, αγριεμένο
Κρέας
κι άλλο κρέας, πάλι κρέας
Κρέας
φέρτε κρέας
Κρέας
φρεσκοσφαγμένο
Κρέας
απελπισμένο
Κρέας
για τα κανόνια
Κρέας
και μακαρόνια
Κρέας
σε φωνάζει ο γραμματέας
Κρέας
σε φωνάζει «κρέας!»
Κρέας
και σε πιάνει ανατριχίλα
Κρέας
και μια μαυρίλα
Κρέας
η ψυχή σου μια μερίδα
Κρέας
μια κατσαρίδα
Κρέας
γεμάτη κατσαρόλα
Κρέας
σερβιρίσου
Κρέας
κι ύστερα ντύσου
Κρέας
ντύσου με κρέας
Κρέας
γίνε μια φόλα
Κρέας
στα παιδάκια που πεινάνε
Κρέας
δώσε κόκκαλα να φάνε
Κρέας
τα δικά τους κοκκαλάκια
Κρέας
μυρίζουν ανθρωπίλα
Κρέας
και μαυρίλα
Κρέας
στα μαλλάκια
Κρέας
καρφώνει ο κουρέας
Κρέας
χρυσά χτενάκια
Κρέας
στον ορίζοντα διαβαίνει
Κρέας
το κοντάρι της σημαίας
Κρέας
περνά ο Αχιλλέας
Κρέας
πάνω του στηρίξου
Κρέας
κι ύστερα ρίξτου
Κρέας
ουράνιο μανιτάρι
Κρέας
οι φαντάροι
Κρέας
οι λεφτάδες κι οι κουμπάροι
Κρέας
μόνο κρέας; πάλι κρέας;
Κρέας
δώσε να φάνε
Κρέας
ρούφα κύριε τραπεζίτη
Κρέας
από τη μύτη
Κρέας
τρώγε ανθρώπους
Κρέας
σάλτσα δάνεια με τόκους
Κρέας
παραβρασμένο
Κρέας
λεμονάτο
Κρέας
κρασάκι άσπρο πάτο!
Κρέας
τρέχα, βιάσου
Κρέας
ο εκδορέας
Κρέας
κλέβει την προβιά σου
Κρέας
έρχεται ο κουρέας
Κρέας
να σε ξυρίσει
Κρέας
το αίμα βρύση
Κρέας
πάλι κρέας
Κρέας
και ασπιρίνη
Κρέας
αίμα για βενζίνη
Κρέας
μια νύχτα κρύα
Κρέας
μια νύχτα πανσελήνου
Κρέας
άστρα κρεατένια
Κρέας
στον ουρανό καρφάκια
Κρέας
μαλαματένια
Κρέας
καρφωμένο στο κρεββάτι
Κρέας
χωρίς ανάσα
Κρέας
για την κάσα
Κρέας
ήρθε να ξομολογήσει
Κρέας
αρχιερέας
Κρέας
τα δάκρια βρύση
Κρέας
δεν προλαβαίνει
Κρέας
τη ζωή σου τη χαμένη
Κρέας
σάπιο κρέας
Κρέας
τη σιχαμένη
Κρέας
πάντα οι άλλοι κερδισμένοι
Κρέας
αυτό το κρέας
Κρέας
ποιος θα το πάρει;
Κρέας
μια περιουσία
Κρέας
μηδέν αξία
Κρέας
ξεθωριασμένο
Κρέας
παραχωμένο
Κρέας
βαθειά στο χώμα
Κρέας
ο χρόνος ο βαφέας
Κρέας
αλλάζει χρώμα
Κρέας!

-->> πρωτοανέβηκε εδώ: http://www.radiobubble.gr/el/blog/rodia/1744

Σάββατο, Ιανουαρίου 03, 2009

334. κυνηγητό: το παιχνίδι της ζωής

ίσαμε δώ προσπέρασα πολλά
με προσπεράσαν άλλα τόσα
κάπου έχασα, κάπου κέρδισα
ισορροπία φέρνει το παιχνίδι
ένα παιχνίδι είναι η ζωή, κυνηγητό
τρέξιμο και λαχάνιασμα
και να σου βγαίνει η γλώσσα

-->> το κυνηγητό ήταν το αγαπημένο μου παιχνίδι. Μου άρεσαν ιδιαίτερα οι στιγμές που έπεφτα κι έμενε ο αντίπαλος κόκκαλο να με κοιτάζει. Δεν προλάβαινε όμως να με βλέπει για πολλή ώρα πεσμένη, γιατί, με γδαρμένα γόνατα, σηκωνόμουν στο πι και φι κι έφτανα πρώτη στην "τούκα" και τον κέρδιζα!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...