Πέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2008

333. Εργαστήριο Φοβήτρων

Ο καθηγητής Αλφρέδος Βάτσερμαν, Ειδικός Επιστήμων Ερευνητής Τρομολαγνείας, άφησε έναν ηχηρό στεναγμό ανακούφισης κλείνοντας το νέο επιστημονικό του σύγγραμμα, σηκώθηκε από το σκαμπό και απομακρύνθηκε από τον πάγκο εργασίας του Εργαστηρίου.

Εργαζόταν ιδιαιτέρως σκληρά τα τελευταία χρόνια σε αυτό το μοντέρνο Εργαστήριο Φοβήτρων, που είχε την έδρα του κάτω από τα θεμέλια της Λευκής Πυραμίδας στη μακρινή Τακλαμακάν. Εργαζόταν σκληρά, επειδή οι απαιτήσεις των εργοδοτών του ήταν ιδιαίτερα πιεστικές. Χρειαζόντουσαν όλο και περισσότερα φόβητρα τη σήμερον ημέρα που ο κοσμάκης ολοένα και συντομότερα αφυπνιζόταν από τους παλιούς φόβους. Τα παλιά δοκιμασμένα στους αιώνες σκιάχτρα δεν τον τρόμαζαν πλέον.

Το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο κ. καθηγητής ήταν ότι ο εκσυγχρονισμός των αρχαίων φοβήτρων συχνά δεν ήταν αρκετός κι έτσι έπρεπε να βρίσκεται διαρκώς στη τσίτα, να επιστρατεύει τη φαντασία του για τη δημιουργία ολοένα και περισσότερων φοβήτρων, ώστε η διάρκειά τους να υπερκαλύπτεται, να μη προλαβαίνει να αποκαλυφθεί το ένα φόβητρο και να εμφανίζεται στο προσκήνιο ένα καινούργιο, μια και οι άνθρωποι ολοένα γινόντουσαν εξυπνότεροι και πιο σκεπτικιστές.

Αυτό είναι το σημαντικότερο πρόβλημα όλων των ερευνητών εφευρετών ανά τους αιώνες: η διάρκεια των εφευρέσεών τους. Μια εφεύρεση δεν είναι δυστυχώς με μια ανακάλυψη, όπου άπαξ και βρεθεί κάτι τι παύει αυτομάτως η περαιτέρω έρευνα. Ο,τι ανακαλύπτεται, πάει και τελείωσε, μένει στη θέση που καταλαμβάνει και κανείς δεν το κουνάει από εκεί, αν και υπάρχουν πάντοτε μερικοί αμφισβητίες. Η αμφισβήτηση όμως προσδίδει κύρος σε μια ανακάλυψη και δεν συμφέρει και τόσο τους πελάτες του καθηγητή Βάτσερμαν.

Αντιθέτως, το δυστύχημα είναι ότι η αμφισβήτηση μιας εφεύρεσης -ιδίως εφεύρεσης του Εργαστηρίου Φοβήτρων- κάθε άλλο παρά κύρος προσδίδει στις εφευρέσεις του, τουναντίον μάλιστα αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να τις ακυρώσει, και πάλι φτου κι από την αρχή ανασκούμπωμα για την εφεύρεση ενός καινούργιου φοβήτρου. Συχνά, αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, η εφεύρεση δηλαδή, επειδή ο καθηγητής είναι ξεφτέρι και η φαντασία του πετάει! Το κυριότερο πρόβλημα είναι η διάδοση, το πλασάρισμα του φόβου στην αγορά, «αυτό όμως δεν είναι δική μου δουλειά» σκέφτεται ο Αλφρέδος και αποσύρεται για ένα σύντομο υπνάκο που δικαιούται μετά από την πρόσφατη επιτυχία του, το καινούργιο φόβητρο που κατέβασε το αρρωστημένο του μυαλό.

Η αλήθεια είναι πως η επίδραση του προηγούμενου φόβου, δηλαδή της απειλής από τη τρομοκρατία και τους τρομοκράτες, τέλειωσε πολύ σύντομα, αλλά όχι από δική του ευθύνη, μια και είχε υπολογίσει άριστα το δημιούργημά του. Η ευθύνη έπεφτε στους ώμους των χειριστών. Διέσπειραν σε υπερβολικές δόσεις το φόβητρο του τρόμου, παρ' όλο που ο Ειδικός Επιστήμων είχε επιστήσει την προσοχή στους εργοδότες του, και έτσι δεν άργησε να χάσει την αξία του.

Από την άλλη πλευρά, ίσως να είναι καλύτερα για τον ίδιο και για το Εργαστήριο Φοβήτρων να εκπνέει σύντομα ο χρόνος επίδρασης των εφευρημάτων, ώστε σε δουλειά να βρίσκεται αυτό το εμπνευσμένο επιστημονικό σύστημα. Διαφορετικά, αν δεν εξέπνεαν σύντομα τα εφευρήματα, θα είχε ήδη συμβεί η εκπνοή του Εργαστηρίου και των εργαζομένων εκεί μέσα.

Ετριψε τα χέρια του λοιπόν ο Αλφρέδος Βάτσερμαν και αποσύρθηκε στον κοιτώνα του, βέβαιος -από τις εικόνες στην τιβί, τα βαρύγδουπα άρθρα στον τύπο και τα ραδιοφωνικά αφιερώματα- ότι το νέο του Φόβητρο θα είχε αρκετή διάρκεια ώστε να τολμήσει να διαθέσει λίγο χρόνο και για τον εαυτό του.

Κλείνοντας απαλά τα βλέφαρα, έστειλε το νου του να ταξιδεύει σε κάποια παραδεισένια νησιά. Αύριο κιόλας λογάριαζε να πετάξει με το προσωπικό του υδροπλάνο κατά 'κει. Ηδη, ο Φόβος της Οικονομικής Κρίσης είχε διαδοθεί στις σωστές δόσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη και θα διαρκούσε αρκετά...

-->> η ιστοριούλα μεταφέρθηκε χτενισμένη εδω

Κυριακή, Δεκεμβρίου 21, 2008

332. ο γιος της μπακάλισσας

Τον έλεγαν Στέφανο και ήταν ένας κούκλος, όπως όλοι οι συνονόματοί του που γνώριζα ήδη, ο νονός μου κι ο γιατρός μου δηλαδή. Στα εικοστρία του, μόλις απολύθηκε απο το στρατό, μιλάμε για πριν από καμιά δεκαπενταριά χρονάκια, αποφάσισε να γίνει σεκιουριτάς, επάγγελμα προσοδοφόρο, όπως προσπαθούσε να πείσει τη μάνα του και τους πελάτες του μπακάλικου, που βλέπαμε καθαρά ότι, μετά την απόφασή του αυτή, το σίγουρο μέλλον που διαγραφόταν για το μαγαζάκι ήταν το λουκέτο.

Ετσι κι έγινε. Πριν συμπληρωθεί χρόνος από το διορισμό του γιόκα της σε μεγάλη εταιρεία, η μπακάλισσα το έκλεισε το μαγαζί κι έμεινε η γειτονιά με ένα μπακάλικο λιγότερο. Σε δυο χρονάκια, κλείσαν και τα άλλα δυο που υπήρχαν και άνοιξε ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ με απ' όλα.

Οι γείτονες και πελάτες που αγωνιζόμασταν να συντηρήσουμε τα τρια μπακάλικα -τα δυο και με είδη μαναβικής- προσπαθούσαμε για κάμποσο καιρό να πείσουμε τους ιδιοκτήτες τους να συνεργαστούν και να σιάξουν μαζί ένα μεγαλομπακάλικο, αντίσταση στη λαίλαπα των σούπερ μάρκετ που είχαν αρχίσει να πλημμυρίζουν την πόλη μας, αλλά «στου κουφού τη πόρτα, όσο θέλεις βρόντα» που λέει και η παροιμία. Κλείσαν λοιπόν όλα κι εμείς ψωνίζαμε φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή και για τα υπόλοιπα γίναμε πελάτες του σούπερ μάρκετ αναγκαστικά.

Σε μια βόλτα, τώρα κοντά, στα πρόσφατα γεγονότα, διάκρινα το Στέφανο πίσω από μια ασπίδα κι ένα κράνος. Τον πλησίασα να τον χαιρετίσω, αλλά στην αρχή έκανε σα να μη με γνώριζε. Μόλις του είπα «Στέφανε, εσύ εδώ; Τι κάνεις παιδί μου; Στο σπίτι όλοι καλά;» απάντησε βιαστικά «καλά, καλά, αλλά φύγετε τώρα» κι έστριψε απότομα να βρει τους συντρόφους του.

Είμαι πολύ περίεργη να μάθω αν, τελικά, ο Στέφανος είναι ευχαριστημένος από τη δουλειά του, αν νοσταλγεί τις παλιές μέρες, αν μετανιώνει για την απόφασή του, αν θα προτιμούσε να έμενε στο μπακάλικο να διαδεχόταν τη μάνα του, αν.. αν.. αν.. Πολύ φοβάμαι όμως ότι η περιέργειά μου δεν θα ικανοποιηθεί.


ΣΗΜ. εννοείται ότι δεν τον λέγαν Στέφανο, αν και θα μπορούσε να ονομάζεται έτσι μια και έμοιαζε πράγματι στον πανέμορφο νονό μου.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008

331. το βόδι και το πουλί

- Οταν εσύ μηρυκάζεις, εγώ πετάω!
είπε το πουλί στο βόδι
- Ναι, αλλά τώρα κάθεσαι στη πλάτη μου!
απάντησε το βόδι και συνέχισε το μασούλημα

- Τρώω τα σκουλήκια που σε ενοχλούν
είπε το πουλί στο βόδι
- Α, ναι; Δεν κατάλαβα να με ενοχλεί κάτι.
απάντησε το βόδι και συνέχισε το μασούλημα

Το πουλί πέταξε μακριά.
Πληγώθηκε από την αδιαφορία του βοδιού.
Σε λίγο καιρό δεν υπήρχε βόδι.
Το είχαν φάει τα σκουλήκια.

Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2008

330. O καιρός των βερυκόκκων



Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων
παρήλθεν και ανέπι και στρεπτί
προς άγραν εξορμώ καινούργιων τόπων
για τούτο σιγοκλαίει το γατί

Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων
παρήλθεν και ανέπι και στρεπτί
ανέπι και ανέπι
και σαλέπι και μαχλέπι
και ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί

Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων
τα δέντρα ξεραθήκανε μεμιάς
γυρεύω συμβουλές βολιδοσκόπων
αντάξιες τοσαύτης γκαντεμιάς

Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων
τα δέντρα ξεραθήκανε μεμιάς
ξερά και καταξέρα
και αέρα και πατέρα
και για όλα φταίει μάλλον ο γαμιάς

-->> τα στιχάκια γράφτηκαν πριν μερικά χρονάκια αντί σχολίου σε μιαν υπόθεση βιασμού. Είχαν χαθεί στον κυκεώνα του πισί μου, αλλά χτες βρήκα το τραγουδάκι που είχα χτίσει με αυτά κι έτσι τα αντέγραψα και τα ανεβάζω εδώ, γιατί νομίζω ότι εδώ ταιριάζουν αν και δεν είναι γραμμένα "ατάκα κιεπιτόπου"!

-->> images from http://www.matton.fr/images/recherche/abricots.html

Πέμπτη, Νοεμβρίου 20, 2008

329. Ο Ηλιος βασιλεύει στη Μηχανιώνα

Εκεί ακριβώς μου είπες «το ηλιοβασίλεμά μου καθρεφτίζεται στα μάτια σου» και'γώ απάντησα «δε θέλω να καθρεφτίζεις τα ηλιοβασιλέματά σου στα μάτια μου» και η κουβέντα κόπηκε απότομα. Είχα βαρεθεί να είμαι το ανοιξιάτικο τοπίο σου, το φεγγάρι που κάνει βόλτες, η πεταλουδίτσα στη λάμπα και άλλα ξενερέ. Φύγαμε με διαφορετικά λεωφορεία για την Πόλη του Κωστή και του Μανόλη και του Μήτσου και του Αργύρη και του Στέφανου και του Αλέκου και του Γιάννη και της Αρτεμης και της Μυρτώς και της Κικής και της Λέλας και του Πάνου και του Γιώργου και του Κωστάκη και της Αννας και του Αχιλλέα και της άλλης Αρτεμης και της Λέτας και της άλλης Αρτεμης και του Μίμη του μικρού και της Νίνας και του Ηρακλή και του Νίνου και της Ζωΐτσας και του Βασίλη και της Τασούλας και της Ιφιγένειας και της άλλης Ζωής και του Νίκου και του άλλου Γιώργου και του Πλούταρχου και της Δάφνης και της Στέφης και της Βάσως και του Περικλή και του Αρη και της Μάρως και της Γιωργίας και της Ανάστας και της Ευρώπης και της Παρθένας και του Αγαπητού και της Βικτωρίας και της Ροζαλίας και του άλλου Βασίλη και του άλλου Νίκου και του Τάσου και και και... Ολο και κάποιο όνομα θα ξεχνώ...
...και ο ήλιος σου δεν ξαναβασίλεψε στα μάτια μου -ευτυχώς για κείνον!


-->> σπονδή στο ποστ του Πετεφρή Ωδή στο ηλιοβασίλεμα

Κυριακή, Νοεμβρίου 09, 2008

328. Τα παιδιά των σεντουκιών


κρύβω σ' ένα σεντούκι ένα παιδί
ένα ευαίσθητο, εύθραυστο παιδί
πότε χαρούμενο και πότε λυπημένο
πότε και πού γεννήθηκε κανείς δεν ξέρει
κι από τη μάνα που το γέννησε το κρύβω

κρύβω μέσ' στο σεντούκι ένα παιδί
μέσ' στο γερό σεντούκι κλειδωμένο
η κλειδαριά από μέσα
κλειδώνει ξεκλειδώνει μοναχό του

κάποτε βγαίνει έξω ν' ανασάνει
να παίξει με παιδιά και με μεγάλους
-που κρύβουν τα παιδιά τους στα σεντούκια-
κάποιες φορές πετιέται
να σκανταλίσει θέλει, να ξαφνιάσει

κάποιοι μεγάλοι το χαλάσαν το παιδί
-που ήταν μέσα τους χτισμένο-
φοβούνται τα παιδιά των σεντουκιών
και τα τσαλαπατούν όπου τα βρίσκουν
ξεχάσαν τι θα πει παιχνίδι
μπορεί και να μη τό 'μαθαν ποτέ τους
να είχαν αίμα πεθαμένο από πάντα
-αυτό το αίμα κύλαγε στις φλέβες-
γι αυτό ίσως να πεθαίνουν
συνέχεια να πεθαίνουν
από γεννησιμιού τους νά 'ναι πεθαμένοι
και να φοβούνται μη τυχόν πεθάνουν

τι θα γινόταν άραγε ο κόσμος
χωρίς παιδιά μέσ' τα σεντούκια;
είν' ευτυχία να υπάρχουν
να βγαίνουν πότε πότε να δροσίζουν τον αέρα
να βγαίνουν πότε πότε και να κλαίνε
να βγαίνουν πότε πότε να γελάνε
να βγαίνουν πότε πότε να ουρλιάζουν
μήπως ξυπνήσουν οι νεκροί κι οι κοιμισμένοι

χωρίς παιδιά μέσ' τα σεντούκια
τι θα γινόταν άραγε ο κόσμος;


Πέμπτη, Οκτωβρίου 09, 2008

326. Το ύφασμα, μια ανάμνηση από το μακρινό παρελθόν

Ο δόκτωρ Σηλ Κατ, ο Δάσκαλός μου, έβγαλε την ακριβή του πίπα από καθαρό γιούσουρι, βγαλμένο από τον πάτο της αιγαιακής λιμνοθάλασσας. Μετά, έξυσε το τετράγωνο κεφάλι του, όπως έκανε πάντα πριν αρχίσει να διηγείται ιστορίες για τα παλιά χρόνια, για τότε που γεννήθηκε ο τωρινός πολιτισμός μας, και ξεκίνησε να μιλά με φόρα:

«Θα μπορούσα να ξεκινήσω με το παλιό παραμυθένιο αρχίνημα "μια φορά κι έναν καιρό", αλλά αυτά που θα σου πω είναι ιστορικά γεγονότα, ντοκουμενταρισμένα από ειδικούς συναδέλφους εδώ και πολλές χιλιάδες ηλιοβασιλέματα, έτσι μπαίνω κατευθείαν στο θέμα. Εμένα, όπως ξέρεις, μου αρέσουν τα παλιά πράγματα, τα παλιά υλικά. Να, ας πούμε, έχω αυτό το κουτάκι με τα φυλαγμένα ψήγματα παλαιοσύνης.»

Εβγαλε ένα μικρό μεταλλικό κουτάκι από το ράφι πλάι στον ανθρωπόμορφο υπολογιστή του, το άνοιξε, το μύρισε με απόλαυση, ανέσυρε ένα μικρούτσικο κομματάκι ύφασμα και με ρώτησε:
«Ξέρεις τί είναι αυτό;»
«Υφασμα!» του απάντησα, περήφανος για τις γνώσεις μου.
«Ναι, αλλά τί είδους ύφασμα;» ξαναρώτησε κοιτάζοντάς με πονηρά.
Δεν ήξερα τι να απαντήσω κι εκείνος συνέχισε:
«Υφασμα βελούδο χρώματος μωβ, να το θυμάσαι αυτό», είπε κι έβγαλε ακόμα ένα κομματάκι ύφασμα.
«Αυτό τί είναι;»
«Υφασμα βελούδο χρώματος μωβ!» απάντησα με σιγουριά.
«Κι όμως, νεαρέ μου, κάνεις λάθος! Είναι ύφασμα χρώματος μωβ, αλλά δεν είναι βελούδο, είναι μετάξι. Για πιάσε -προσεκτικά σε παρακαλώ, μη τα διαλύσεις τώρα, άντεξαν τόσα πολλά χρόνια- και θα καταλάβεις τη διαφορά.»
Αγγιξα απαλά τα δυο κομματάκια ύφασμα και κατάλαβα τη διαφορά. Αυτό που δεν μπορούσα να καταλάβω ήταν τι στο καλό το κάναν αυτό το ύφασμα, πού το χρησιμοποιούσαν δηλαδή. Ο δόκτωρ Σηλ Κατ δεν άργησε καθόλου να λύσει την απορία μου, χωρίς να το ζητήσω.
«Θα αναρωτιέσαι πού χρησίμευε το ύφασμα, ετσι; Να σου πω, αλλά υποσχέσου ότι δεν θα γελάσεις.»
Υποσχέθηκα και συνέχισε:
«Το ύφασμα το χρησιμοποιούσαν για να κάνουν είδη ρουχισμού, σκεπάσματα, τραπεζομάντιλα, κουρτίνες, όλα όσα εμείς φτιάχνουμε στην εποχή μας από πλέιθον οι παλιοί τα έφτιαχναν από ύφασμα.»
Εμεινα με το στόμα ανοιχτό. Αν είναι δυνατόν! Πώς γινόταν αυτό; και από τι φτιαχνόταν το ύφασμα; και πώς μπορούσαν να φορούν τόσο σκληρά πράγματα επάνω τους; και αυτό το πράγμα κολλούσε στο πετσί τους; και πώς περνούσε το φως από μέσα του; και... Ενα σωρό απορίες σχηματιζόντουσαν στο νου μου.
«Οι παλιοί, που λες, πίστευαν ότι είναι αμαρτία να φαίνεται το σώμα τους. Ντρεπόντουσαν φαίνεται να δείχνουν όλα αυτά τα καλώδια και τις συνδέσεις που μας αποτελούν, ίσως να φοβόντουσαν και το φως του ήλιου, ποιος ξέρει. Ετσι, κάλυπταν όσο μπορούσαν τα περισσότερα πράγματα με ύφασμα. Είχαν ανεπτυγμένη και την αίσθηση του κρύου βλέπεις...»
«Κρύο; τι είναι "κρύο";» ρώτησα, για να πάρω την απάντηση:
«Κρύο είναι κάτι που δυσκολεύομαι κι εγώ να καταλάβω. Στα ντοκουμέντα που ξεφυλλίζω, βλέπω διάφορες ενδείξεις για κάτι που το λέγαν "θερμοκρασία" και εκεί μέσα βρήκα τα δυο αντίθετα πράγματα, το κρύο και τη ζέστη. Φαίνεται ότι όταν οι άνθρωποι ήταν φτιαγμένοι από σάρκα και οστά είχαν κάποιες σωματικές αδυναμίες.»
«Σάρκα και οστά, το έχω ξανακούσει αυτό. Πώς ήταν δηλαδή; πώς μπορούσε να λειτουργήσει ένας οργανισμός χωρίς τη δική μας δομή; Σίγουρα θα ήταν πολύ ευαίσθητοι οργανισμοί!»
«Σιγουρότατα! Να σκεφτείς ότι πέθαιναν!»
«Τί είναι πάλι αυτό;» ρώτησα με φανερό ενδιαφέρον. Μου άρεσε πολύ να μαθαίνω με αυτό τον τρόπο των ερωταπαντήσεων και ο δόκτωρ το διασκέδαζε.
«Πεθαίνω και θάνατος είναι λέξεις που κρύβουν την έννοια του τερματισμού της ζωής. Οταν πέθαιναν, τους θάβαν στο χώμα.»
«Δεν υπήρχαν δηλαδή εργαστήρια επισκευής ανθρώπων;»
«Υπήρχαν κάτι πρωτόγονα εργαστήρια επισκευής, τα λεγόμενα "νοσοκομεία", αλλά εκεί δεν έκαναν και πολλά πράγματα, περισσότερο κέντρα διοχέτευσης των ανθρώπων προς το θάνατο ήταν.»
«Μα, τι λέτε! και πώς το αντιμετώπιζαν αυτό οι άνθρωποι; Δεν αντιδρούσαν;»
«Δεν είχαν τις δικές μας γνώσεις, ο κόσμος τους ήταν εντελώς διαφορετικός από το δικό μας. Η σάρκα και τα οστά ήταν φθαρτά υλικά. Είχαν ημερομηνία λήξεως. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο ύφασμα, έτσι;»
«Ναι, στο ύφασμα...» είπα ανόρεχτα. Ηθελα πολύ να συνεχίσουμε με τη σάρκα και τα οστά, αλλά ο Δάσκαλός μου κάτι παραπάνω θα ήξερε, είχε τη μεθοδό του να μεταδίδει τη γνώση λίγη λίγη και με τη σωστή σειρά, ώστε να εγκαθίσταται μονίμως στον εγκέφαλο των μαθητών του και μάλιστα στον ενδεδειγμένο τομέα του εγκεφάλου.
«Το ύφασμα λοιπόν, φτιαχνόταν από ίνες και μη ρωτήσεις τί ήταν οι ίνες. Ηταν λεπτές λωρίδες, πάρα πολύ λεπτές, από διάφορα υλικά. Φυτικά και ζωικά.»
"Φυτικά" και "ζωικά", άλλες δυο άγνωστες λέξεις. Πόσο δύσκολο είναι σήμερα το μάθημα της ιστορίας!
«Επειδή καταλαβαίνω ότι σου είναι δύσκολο να αντιληφθείς τις έννοιες "φυτό" και "ζώο", έχω ετοιμάσει ένα οπτικοακουστικό προγραμματάκι. Παρακολούθησέ το και τα ξαναλέμε αύριο.»
Πήρα το προγραμματάκι που μου έδωσε γραμμένο σε μια δισκέτα από πλέιθον επίσης -μεγάλη εφεύρεση αυτό το πλέιθον, είπα μέσα μου- και αναχώρησα για το κουτί μου. Εκεί μέσα κλείνομαι για να μελετώ με την ησυχία μου. Εξω από το κουτί μου, συνήθως έχει πολύ θόρυβο. Δεν σπουδάζουν πολλοί νέοι στον καιρό μας, οι περισσότεροι παίζουν μουσική ή χορεύουν.


_______________________
-->> ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΚΑΠΝΟΥ
-->> ακολουθεί το ανάγνωσμα «Το χρήμα, μια ανάμνηση από το μακρινό παρελθόν»

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2008

325. ναυαγωφευγω

ναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευ
φευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευ
γωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφ
ευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυ
αγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγων
αυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφε
υγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγω
φευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυα
γωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωνα
νανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανανα
υαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγω
ναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευ
φευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευφευ
γωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφ
ευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυ
αγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγων
αυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφε
υγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγω
φευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυα
γωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωνα
υαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγω
ναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφε
υγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγω
φευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυ
αγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγων
αυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφε
υγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγω
φευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυ
αγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγων
αυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφε
υγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγω
φευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυ
αγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγων
αυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφε
υγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγω
φευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυ
αγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγων
αυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφε
υγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγω
φευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυ
αγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγων
αυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγωναυαγωφευγ
ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA ANIAMEMANIA
επαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγ
γεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπα
γγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπ
αγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγε
παγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγ
γεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπα
γγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγεπα
γγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγεπα
γγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγγεπαγεπα
γγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγγ
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ??????????????????????????????????????????????????????????????????????????
ΚΤΗΝΟΒΑΤΗΣΝΑΥΑΓΟΣΑΝΙΩΝΦΕΥΓΩΝΑΕΝΑΩΣΝΑΥΑΓΩΝΚΤΗΝΟΒΑΤΩΝΕΠΑΓΓΕ
ΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛΕΙΑΛ
ΕΙΑΒΑΡΕΙΑΚΑΙΤΡΑΧΕΙΑΓΛΩΤΤΑΛΑΝΘΑΝΟΥΣΑΤΑΛΗΘΗΛΕΓΕΙΕΝΟΙΔΑΟΤΙΟΥΔΕΝΟ
ΙΔΑΚΑΡΑΒΑΓΓΟΤΟΦΕΛΕΚΙΣΟΥΜΕΡΣΙΓΙΑΤΟΚΟΜΠΛΙΜΑΝΑΥΛΩΝΙΤΗΣΕΦΑΕΝΕΤΕΙ..
ΣΙΝΕΣΙΝΕΣΙΝΕΣΙΝΕΣΙΝΙΕΣΙΝΙΕΣΙΝΙΕΤΕΛΕΤΕΛΕΤΕΛΕΤΕΛΕΤΕΛΕΜΕΓΙΕΜΕΛΕΜΕΓΙΕ
ΦΑΡΜΑΦΑΡΜΑΦΑΡΜΑΚΑΦΑΡΜΑΦΑΡΜΑΦΑΡΜΑΚΑΦΑΡΜΑΦΑΡΜΑΦΑΡΜΑΚΑΦΑΡ
ΜΑΚΕΙΑΦΑΡΜΑΚΕΙΑΔΑΑΣΤΕΡΟΕΣΣΑΕΛΕΥΘΕΡΙΑΘΕΡΙΑΘΕΡΙΑΘΗΡΙΑΘΗΡΑΘΥΡΑΠ
ΑΡΑΘΥΡΑΜΕΘΕΑΘΕΩΜΑΙΘΕΑΤΗΣΑΝΕΥΘΥΝΟΣΘΕΑΤΡΟΚΤΟΝΟΣΘΕΑΤΡΟΛΑΓΝΕΙΑ
EPAGELMAXASAPHSEPAGELMAMANABHSEPAGELMAXTISTHSEPAGELMAPSEMA

______________
Κάποτε γράφτηκε, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, το βρήκα σήμερα που έψαχνα κάτι φακέλους. Μάλλον θα είχα τα χάλια μου!

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2008

324. το σλιπάκι


Κάθε πρωί βγαίνει στο μπαλκόνι ένας παχουλός κύριος ολόγυμνος. Τεντώνεται καλά καλά και μετά σκύβει και μαζεύει από το σχοινί ένα απλωμένο γαλάζιο σλιπάκι, προσέχοντας μη του πέσει το μανταλάκι κάτω στον ακάλυπτο. Το μπαλκόνι βρίσκεται στον τρίτο όροφο και, αν και βγαίνει πολύ νωρίς το πρωί, πιθανότατα θα τον βλέπουν και από άλλα διαμερίσματα. Γυναίκες κυρίως, που ξυπνούν νωρίς νωρίς για να ετοιμαστούν να πάνε στη δουλειά, αφού βεβαίως ετοιμάσουν τα σχετικά για τα παιδιά και το σύζυγο. Ο κύριος του μπαλκονιού δεν βρίσκεται και στην πρώτη νεότητα, δείχνει καλοστεκούμενος πενηντάρης πάνω κάτω. Η μπαλκονόπορτά του βλέπω να ανοίγει μόνο το πρωί, σίγουρα όμως θα την ανοίγει και το βράδυ για να κρεμάσει το σλιπάκι για στέγνωμα. Ισως έχει μόνο ένα σλιπάκι κι έτσι το πλένει αποβραδίς για να στεγνώνει μέχρι το πρωί. Είναι νοικοκύρης και τσιφούτης συνάμα, φαίνεται. Αλλά μπορεί να είναι και φτωχός, να μη του περισσεύουν για δεύτερο σλιπάκι. Μπορεί να είναι γυμνιστής ή και επιδειξίας. Ετσι μου έρχεται να τον ρωτήσω κάποια μέρα «δεν έχετε άλλο σλιπάκι;»! Αναρωτιέμαι τι θα κάνει όταν πιάσει κρύο. Μάλλον θα το κρεμάει στο καλοριφέρ. Οπότε, πιθανότατα, θα πάψει να βγαίνει ολόγυμνος στο μπαλκόνι. Αρα, δεν θα ανοίγει τη μπαλκονόπορτα. Και πώς θα αερίζεται το δωμάτιο; Ε;

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2008

323. επιμένοντας στο χαβά μου

Εγώ για πανσελήνους θα μιλώ
για πράσινα σαγόνια κροκοδείλων
καβούρια με κεφάλι στρογγυλό
και αμαρτίες ομοφυλοφίλων


-->> γραμμένο πάνω στη μουσικούλα που ήρθε απότομα μέσα στο κεφάλι μου!

322. Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΙ Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑΓΚΟ

Να φάμε μακαρόνια με κιμά;
ή μήπως να σου φτιάξω γιουβετσάκι;
Σ' αρέσει το αρνάκι καπαμά,
μπορώ να το ταιριάξω με σπανάκι!

και κει που καίγεται ο κόσμος αυτή ρεύεται
κι εσείς χορεύετε
κι εσείς χορεύετε
έχει στουμπώσει στο φαΐ και ονειρεύεται
πως αδυνάτισε χορεύοντας τσα τσα!

Μ' αρέσει για σφαγές να μου μιλάς,
μ' αρέσει να μου λες για πεθαμένους!
Αχ, πες μου για θριάμβους της ΕΛΑΣ,
για λέγε για φτωχούς κι απολυμένους!

ο κόσμος όλος το γλεντάει με το σφάξιμο
κι ούτε ένα κράξιμο
κι ούτε ένα κράξιμο
σκάβει με σθένος να πετύχει αυτό το θάψιμο
βαθύ λαγούμι να χωρέσουν τα λεφτά!

Το ΝΑΤΟ σφάζει στο Αφγανιστάν,
φτωχούς πυροβολούν στη Βολιβία.
Ποιος είναι πιο μεγάλος ταλιμπάν
αυτό θ' αποδειχτεί στη νεκροψία...

και ο πλανήτης να χαζεύει στα κανάλια του
τα μαύρα χάλια του
τα μαύρα χάλια του
στίβει ανθρώπους για ζουμί στα πορτοκάλια του
και καταπίνει βιταμίνες με ουρά!



-->> ο τρόπος και η ώρα που γράφτηκε, εδώ-->>
http://rodiat7.blogspot.com/2008/09/blog-post_17.html

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2008

321. το πράσινο δεν πάει με το μπλε

Αυτή ήταν η μόνιμη αποχαιρετιστήρια ατάκα της μάνας μου, μόλις με έβλεπε να ξεπορτίζω, τους μήνες του καλοκαιριού του... δεν θυμάμαι ποιού χρόνου. Φορούσα μια μπλε ρουά φουστίτσα -ή μήπως ζιπ-κιλότ;- κι από πάνω ένα κοντομάνικο πουκαμισάκι, αεράτο καταπράσινο μεταξωτό, με νόστιμα κουμπάκια -αυτά μόνο έχουν μείνει τώρα και τα χαζεύω κάπου κάπου, όταν τα πετύχω τυχαία στο κουτάκι με τα κουμπιά. Κάθε αξιοπρεπής κυρία έχει ένα τετοιο κουτάκι. Ενα κουτάκι με παλιά κουμπιά.
Το πράσινο δεν πάει με το μπλε, αλλά εμένα μου πηγαίναν και τα δυο και μάλιστα πολύ άνετα. Εκείνη την εποχή, θα μπορούσα να έχω και πράσινα μαλλιά, αν ήταν δυνατόν, καθώς επίσης και μια ουρά ψαριού να πλέει σε νερά καταγάλανα. Μάλλον θα ταίριαζε να ήμουν ένα δεντράκι καταπράσινο φουντωτό πλάι σε μια λίμνη, παρά ένα αρμυρίκι στην παραλία. Το αρμυρίκι μου αρέσει και κάπου κάπου γλείφω τα φυλλαράκια του τα νόστιμα, αλλά δεν είναι ποτέ καταπράσινο.
Το πράσινο δεν πάει με το μπλε, αλλά συμβαίνουν και εκπλήξεις. Εκπλήξεις σαν τη βροχή που έπεσε μόλις μπήκε το Φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς και ξέβαψε τα ρουχαλάκια μου, που γίναν πρασινογάλαζα και ταίριαξαν απολύτως μεταξύ τους κι από τότε το πράσινο με το μπλε τα πάνε πολύ καλά!

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2008

320. η γλυκειά Αν και ο Νταν στην κατσαρόλα

Η Αν γεννήθηκε μια ζαχαρένια μέρα,
είχε ματάκια με γυαλιά,
χειλάκια για φιλιά
και μπόλικο αέρα.

Μεγάλωνε η Αν λοιπόν,
στο μελωμένο παρελθόν,
με μια μποτίλια
κονιάκ, τεκίλα, ρούμι, τζίν
το αλκοόλ της προς το ζειν.

Με μια μποτίλια αγκαλιά
σαράντα μέτρησε σκαλιά
στην κατρακύλα
ο Διαβήτης δήλωσε παρών
κομμένο πια το τιρμπουσόν.

Η Αν μεγάλωσε πολύ
άσπρισε το ξανθό μαλλί
σαν προβατάκι
παντρεύτηκε, έκανε παιδιά
κι έπινε μόνο τσικουδιά.

Ηρθε μια μέρα που η Αν
τά 'χασε όλα, πάει ο Νταν
Καραμπουρνάκι
με μια στεκάτη μαλλιαρή
κοκκινομάλλα λαμπερή.

Τό 'φερε εδώ, το πήγε εκεί,
δεν είχε δεύτερο βρακί
πήρε μαχαίρι
κάνει το Νταν κοκκινιστό
και τη στεκάτη φουρνιστό.

Τους έφαγε η Αν μετά,
μα δεν της βγαίναν τα σκατά
στο Κρυονέρι
όλα τα ξέρασε η Αν
το Νταν, τη στέκα και το παν.

Η 2η εκδοχή «Η Αν και ο Νταν» εδώ: -->>
http://rodiat7.blogspot.com/2008/08/blog-post_31.html

Παρασκευή, Αυγούστου 29, 2008

319. εκεί όπου σπανίζουν τα φιλιά

Οταν βουλιάζω μέσα στο μυαλό μου
είναι όλοι παρόντες εκεί μέσα
σε αυτή τη μαλακή τρύπα.

Κολλημένοι στα τοιχώματα
μπερδεμένοι στις γκρίζες έλικες
είναι όλοι,
όλα τα πρόσωπα που γνώρισα
είναι εκεί.

Με περιμένουν να βουλιάξω
για να έχουν την ευχαρίστηση
να με διώξουν από εκεί

Αφού πρώτα φιληθώ σταυρωτά
βγαίνω στον έξω κόσμο
-στον κόσμο της καρδιάς-
όπου τα φιλιά σπανίζουν.


Από το βιβλίο «Η λυδία λίθος» της Ηντιθ Γουόρτον, καρφώθηκε στο νου μου μια φράση μόνο, αυτή:-->>

«Μόνο το γεγονός ότι αγνοούμε πόσο καλά μας ξέρουν οι οικείοι μας, μάς επιτρέπει να συμβιώνουμε μαζί τους.»

Καρφώθηκε στο νου μου και τη σκέφτηκα και την ξανασκέφτηκα αυτή τη φράση και εξακολουθώ να διαφωνώ. Αυτό που νομίζω είναι ότι οι οικείοι μας δεν μας γνωρίζουν καθόλου, μας παρεξηγούν και μας αγνοούν επιδεικτικά πολλές φορές, και αυτό μας κάνει να φεύγουμε χωρίς τύψεις από κοντά τους. Μένει μια νοσταλγία για τις παλιές καλές μέρες, αλλά εκεί ίσως παίζει το ρόλο της και η παιδική ηλικία που είναι, έτσι κι αλλιώς, γλυκειά...

Σάββατο, Αυγούστου 23, 2008

318. σκιές, σημάδια

Κάποτε, περνούν πλάι μας σκιές που μας σημαδεύουν
Κάποτε, περνούμε δίπλα από ανθρώπους και σημαδεύουμε τις σκιές τους

Κάποτε, τα σημάδια μένουν ανεξίτηλα
Κάποτε, εξαφανίζονται κάτω από ένα νέο σημάδι

Προσοχή, μη πατάς τη σκιά σου, μπορεί να σε εκδικηθεί!

Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2008

317. το γκαζόν

Μη πατάτε το γκαζόν
εάν είσθε αμαζών!

(το γκαζόν είναι χορτάρι
το σκουπίζουν οι φαντάροι
-βλέπε, άκουγε και σώπα,
μην αφήνεις ούτε γόπα)

Στο γκαζόν τέρμα το γκάζι
κι αν γλυστρά να μη σε νοιάζει!

Τρίτη, Αυγούστου 12, 2008

316. ταξίδι στην Αρκαδία

πήγα στην Αρκαδία
καβάλα στη σχεδία
και το σχεδιαστήριο
έκανα θυσιαστήριο
ερώτων χθεσινών,
άσχετων, σκοτεινών...

κι όπως ονειροπολούσα
και με τα όνειρα γελούσα,
όρμηξε η Αρκαδία
και μου κλέβει τη σχεδία!

Αρκαδία, Αρκαδία,
δώσε πίσω τη σχεδία
άραξα και τεμπελιάζω
δε λυπάσαι να σκουριάζω;

Τετάρτη, Αυγούστου 06, 2008

315. στιχακια για ονόματα - Λουίζα

Τη λέγανε Λουίζα
και είχε μάτια γκρίζα
την έβαζαν στη πρίζα
της δίνανε και μίζα
κι άλλαζε το "Λουίζα"
σε "οδοντογλυφίζα"

Τρίτη, Ιουλίου 29, 2008

314. ...


Καταραμένε άνθρωπε,
αν καταλάβεις πόσο είναι τυχαίο
ότι γεννήθηκες σ' αυτό τον τόπο κι όχι σε άλλον,
ότι αυτή και όχι άλλη μήτρα σ' έφερε στον κόσμο,

Καταραμένε άνθρωπε,
αν ποτέ σκεφτείς,
αν ποτέ νοιώσεις,
ότι αυτό που ανασαίνει με τα πνευμόνια σου
δεν είναι τίποτε άλλο από μια μηδαμινότητα,

Καταραμένε άνθρωπε,
αν διαγνώσεις το μίσος μέσα σε αυτό που λες αγάπη,
αν καταφέρεις να μισήσεις τη μάνα σου,
τον τόπο σου, τα έργα σου,

Καταραμένε άνθρωπε,
τότε θα έχεις ελπίδα να καθαρίσεις το νου σου,
τότε θα έχεις ελπίδα να αγαπηθείς από σένα,
τότε θα έχεις ελπίδα να σωθείς.


________________
Η φωτο από την παράσταση "Βόιτσεκ" του Θεάτρου Τέχνης, 1971

Τετάρτη, Ιουλίου 16, 2008

313. Χράτσα χρούτσα... Χράτσα χρούτσα...


Η κοινωνία των γερόντων στη χώρα τώρα επικρατεί
ζήτω το ζάχαρο, η καρδιά και το αυτί!
μηρυκάζει ο παπούλης κι η γιαγιά τελεβιζιόν
να συγκρούονται οι κώλοι με τους σάκκους των βυζιών

Ετσι χοντροί που έχουν γίνει από τη μάσα την πολλή
λες και διαπέρασε το λίπος το μαλλί
εγκαταστάθηκε στο μέσα, στο μεδούλι του μυαλού
κι όταν κάπου τους γυρεύουν αυτοί βρίσκονται αλλού


Σε ξεχασμένες πολιτείες, χαμένες πίσω από ριπές,
πίσω από βόμβες, πίσω από καταστροφές,
έχουν αράξει τα κορμιά τους τα βγαλμένα από καρτούν
αιωνίως πώς να ζήσουν, μόνο αυτό έχουν να σκεφτούν

Με μηχανές τυφεκιοφόρους, μοτοσυκλέτες και παπιά,
οχυρωμένοι σε λακούβες και γιαπιά,
ορμούν οι νέοι δίχως κράνη, δίχως τσίπα και ντροπή
και μετά τους φταίν οι γέροι που δεν κάνουν προκοπή



Οι νέοι δίνουνε μπελάδες, οι κυβερνήσεις διαταγές
και η σοφία των γερόντων με κραυγές
δίνει εντολή να τους ξεκάνουν, να τους σφάξουν σαν τραγιά,
και στην άσφαλτο να λιώσουν τα εικοσάχρονα παιδιά

«Σκάψτε λακούβες, βάλτε εμπόδια, μη τους δίνετε δουλειά,
μόνο σκεφτείτε τα μπιζού και τα χαλιά,
δεν μπορεί να έχει γνώμη ο κάθε γύφτος και λελές»
ο κυβερνήτης διατάζει και δεν έχει αναστολές


Ετούτα οι γέροντες σκεφτήκαν και τα πράξαν μονομιάς
ο κάθε Μήτσος που παιρνιόταν για γαμιάς
έβαλε πλάτη και στηρίξαν οι γριές τον πανικό
πάνε τα παιδιά, τα σφάξαν, και δεν τό'χαν για κακό

Ετσι νομίζουν πως θα βρίσκονται αιωνίως στη ζωή
σαν περισσεύει το χαρτί και το φαΐ
οι κοινωνίες των γερόντων κάθε νέο το μισούν,
αποστρέφουνε τα μούτρα και τη μύξα τους φυσούν



___________________________
- Καλέ! Εγώ θα κάνω μπότοξ και θα μικρύνω τριάντα χρόνια!
-Ναι, καλά, όταν το κάνεις πάρε μου μια πίπα!
-Με τη μασέλα;
-Οχι, φυσικά, τρελή είσαι;
-Οχι, γιατί; ..αλλά πάλι.. δεν ξέρω...
-Τι θα φάμε σήμερα γυναίκα;
-Δεν μου είπε η Σβετλάνα.
-Ε; Δεν άκουσα...
-Να πας να κάνεις μπότοξ στα αυτιά!
______________
ΣΗΜ. ακουγεται σαν το τραγουδι του Διονυση Σαββοπολου "σε παραλίες σκουπιδοτόπων".. δεν θυμαμαι τωρα τον τιτλο

Σάββατο, Ιουλίου 12, 2008

312. παράθυρο σε λιμάνι


θέλω παράθυρο να βλέπει σε λιμάνι
ηλιοβασίλεμα τη θάλασσα να ανάβει
ένα παλιό σκαρί -αργόσυρτο καράβι-
κι ο επιβάτης του συνέχεια να το χάνει

να μένει ξέμπαρκος και γύρω τα μπαγκάζια
χαμένος κι άφραγκος να αράζει σε παγκάκι
νερό, κουλούρι, λιγοστό τυράκι,
ίσα να τρώει για να μη σώνονται τα γκάζια

από το παράθυρο να στέλνω περιστέρι
με φόρτωμα δυο ρώγες τραγανό σταφύλι
-δρόσισμα ολόγλυκο σε στεγνωμένα χείλη-
κι ένα διμούτσουνο για την καρδιά μαχαίρι

Τι θες να ζεις εσύ που μένεις στο λιμάνι;
Τι θες να δείξεις; Μήπως δεν σε νοιάζει;
Ρίξτο από το μούτρο σου, πέταξε το μαράζι!
Ο ουρανός είναι κι αυτός ένα ταβάνι!

τέτοια να λέω κι άλλα λόγια -κάπως έτσι-
να δίνω ελπίδα και φωτιά όπου δεν έχει
λόγια ομπρέλες, δυστυχία όταν βρέχει,
Πάσχα να γίνεται, με αρνί και κοκορέτσι.

Παρασκευή, Ιουλίου 04, 2008

311. το ταξίδι

«Ζαλίζομαι» είπα, «ζαλίζομαι, σταμάτα» κι εκείνος σταμάτησε το αυτοκίνητο κι άνοιξα την πόρτα και ξάπλωσα στο χορτάρι. Δεν ξέρω αν με κοίταξε, είχα κλειστά τα μάτια και τα διατηρούσα κλειστά, δεν άνοιγαν με τίποτα. Ούτε όταν ένοιωσα να σκύβει πάνω μου να δει τι συμβαίνει, τι έπαθα κι έπεσα ξερή, άνοιξαν. «Μέθυσες με λίγο τσίπουρο;» ρώτησε γελώντας, αλλά δεν απάντησα. Το χώμα κάτω από το σώμα μού έδινε κουράγιο με τη σταθερότητά του. Σίγουρα, δεν έφταιγαν τα δυο τρία τσιπουράκια, σίγουρα η μέθη δεν προερχόταν από αυτά. Η παρουσία του δίπλα μου τόσην ώρα μάλλον ήταν ο πρόξενος της ζάλης.
Συνήλθα σχετικά σύντομα και συνεχίσαμε το ταξίδι.


Κυριακή, Ιουνίου 22, 2008

310. Το ψυγείο


Πρώτα, έφυγαν τα τζάμια.
Δεν έσπασαν, χάθηκαν,
έπαψαν να υπάρχουν.

Δεν ακούστηκε τίποτα, ούτε φύσηξε αέρας,
ούτε άλλαξε η θερμοκρασία
των δωματίων.

Καταλάβαμε πως έφυγαν τα τζάμια,
επειδή μπορούσαμε να βλέπουμε
πιο καθαρά
έξω.

Κατόπιν, έφυγαν οι τοίχοι. Εξαερώθηκαν.
Ούτε σκόνη, ούτε θόρυβος,
ούτε γκρεμίδια.

Χάθηκαν οι τοίχοι και μείναν
τα τζαμλίκια
να αιωρούνται ανάμεσα πάτωμα και ταβάνι.


Κατάλευκα,
με τα πόμολα στη θέση τους,
κλειστά.

Επειτα, ήρθε η σειρά των υποστυλωμάτων.
Χάθηκαν κι αυτά.

Πάει το μπετόν, πάνε και τα σίδερα.
Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.


Εμειναν το πάτωμα και το ταβάνι
να αιωρούνται
Χωρίς θεμέλια, γιατί
-ξέχασα να πω-
το σπίτι ξεθεμελιώθηκε σε μια στιγμή,
σαν να το τράβηξε
ένα χέρι αόρατο
προς τα πάνω.


Ξαφνιάστηκα και κοίταξα γύρω μου και είδα:
Ολα τα σπίτια του κόσμου
είχαν βρεθεί διαμιάς στην
ίδια κατάσταση.

Πατώματα και ταβάνια να κολυμπούν
στον αέρα
Κατάλευκα κουφώματα να αιωρούνται
ανάμεσά τους, λες καρφωμένα στο πουθενά,
κι οι άνθρωποι να συνεχίζουν τις δουλειές τους
σαν να μη συνέβη τίποτα.


Να δουλεύουν στα γραφεία τους,
να κοιμούνται στα κρεβάτια τους,
μια νοικοκυρά να πλένει πιάτα
στο νεροχύτη,
ένα νήπιο να κάνει στράτα στο σαλόνι,
μια γριά να πλέκει
στην κουνιστή της πολυθρόνα.


Κανείς δεν αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο.

Αν φύσαγε δυνατός αέρας;
Αν έπιανε μπόρα;
Αν πέφταν κεραυνοί;
Αν η ζέστη γινόταν αφόρητη;
Πώς θα προστατευόμασταν;

Τηλεφώνησα σε φίλους, να μάθω
τη γνώμη τους γι αυτή την κατάσταση.

- Ποια κατάσταση; με ρωτούσαν όλοι.
- Μα δεν βλέπετε; Δεν βλέπετε πως όλα είναι στον αέρα;
- Πάντα έτσι ήταν, απαντούσαν, δεν βλέπουμε καμία διαφορά.


Τότε αποφάσισα να βγω έξω. Ανοιξα την πόρτα, παρόλο που δεν υπήρχε τοίχος να με εμποδίσει να περάσω. Ανοιξα την πόρτα. Η εξώπορτα ανοίγει πάντα προς τα μέσα, προς το εσωτερικό του σπιτιού. Η εξώπορτα άνοιξε, αλλά ήταν αδύνατο να βγω. Το βήμα μου βρήκε σε ένα τείχος αόρατο. Απλωσα τα χέρια και ένιωσα μια δύναμη να με απωθεί. Επέστρεψα μέσα. Πήγα να βγω από τον ανύπαρκτο τοίχο. Εκεί, η απώθηση ήταν πιο δυνατή, σαν να με έσπρωξε κάποιος δυνατά. Βρέθηκα πεσμένη στη μέση του δωματίου και, πάλι καλά που δεν έσπασα κάνα κόκκαλο. Ημουν παγιδευμένη μέσα σε ένα σπίτι, φαινομενικά ελεύθερο από όλες τις πλευρές. Πήγα στην κουζίνα. Ανοιξα το ψυγείο. Μπήκα μέσα. Εδώ είναι το σπίτι μου τώρα. Αν και κάπως στενάχωρα, νιώθω ασφαλής. Ανοιγοκλείνω την πόρτα όποτε θέλω, κόβω βόλτες στα δωμάτια, αποφεύγω να βλέπω προς τα έξω.
Μια φορά που κοίταξα, είδα ένα διανομέα ψυγείων. Κάθε άνθρωπος και το ψυγείο του, από δω και μπρος. Ετσι πρέπει. Αυτό σημαίνει πρόοδος. Αυτό το κρύο κουτί που μας περιέχει, είναι η μοίρα μας πλέον.

Κυριακή, Ιουνίου 15, 2008

309. το κλάσμα του δευτερολέπτου

Η μπάλα βρέθηκε μπροστά του για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, αλλά ήταν σαν να μη το πίστευε πως αυτός θα μπορούσε να γίνει ο ήρωας της ομάδας. Ετσι, έψαξε με τα μάτια να βρει σε ποιον να τη πλασσάρει, όμως το κλάσμα του δευτερολέπτου είναι τόσο λίγος χρόνος που πέρασε γοργά και μέσα σε αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου ο αντίπαλος βρήκε την ευκαιρία να τη κλέψει. Το κλάσμα εκείνου του δευτερολέπτου ήταν δικό του και το έχασε -μαζί με τη μπάλα. Αλήθεια, πόσο ασύλληπτο είναι να κρέμεται η ζωή και η υπόληψη ενός ανθρώπου από ένα κλάσμα δευτερολέπτου... Μιλάμε για ένα ελαχιστότατο χρόνο, για μια μικρή στιγμούλα.

Πόσο σημαντικοί είναι εκείνοι που, ενώ διαχειρίζονται τη ζωή τους ώρες ολόκληρες, μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, βρίσκονται ξαφνικά και απροειδοποίητα αντίπαλοι με τη δική τους στιγμή, αυτή που θα δικαιώσει ή θα απαλείψει το έργο τους; Είναι σημαντικότεροι από ένα ποδοσφαιριστή, έναν αθλητή, που η απόδοσή του κρίνεται διαρκώς (και μόνο) με βάση το κλάσμα του δευτερολέπτου;


-->> Μόλις το έγραψα μου άρεσε και το μετέφερα και στο MIXER-->>
http://rodiat7.blogspot.com/2008/06/blog-post_15.html

Δευτέρα, Ιουνίου 09, 2008

308. οι τεννίστες

Ο πρώτος τεννίστας έπαιζε σταθερά με το φιλέ. Ο δεύτερος έπαιζε κανονικά, με τον αντίπαλο δηλαδή. Οι θεατές απολάμβαναν το χάλι του πρώτου τεννίστα και τον χειροκροτούσαν να πάρει τα πάνω του. Είχαν πληρώσει τα μαλλιοκέφαλά τους για μια θέση στον αγώνα. Η διαφήμιση που είχε προηγηθεί, προέβλεπε ένα ματσάκι σούπερ με πολλές ανατροπές. Η μοναδική ανατροπή όμως ήταν η εμμονή του πρώτου τενίστα να στέλνει το μπαλάκι στο φιλέ. Ο αγώνας που προβλεπόταν ως ντέρμπυ έληξε άδοξα με δύο μηδέν σετ, οι φίλαθλοι έφυγαν απογοητευμένοι, ο νικητής σήκωσε το βαρύτιμο κύπελο και ο χαμένος εισέπραξε μόνο ενάμισυ εκατομμύριο τσόντα στα σαράντα τόσα που είχε καβατζώσει από τα προηγούμενα παιχνίδια. Η μαγουλού συμβία του πρώτου τεννίστα, καθισμένη στις κερκίδες, ήταν πανευτυχής. Τον αγκάλιασε δακρυσμένη με το δώρο που της χάρισε για την επέτειο του γάμου τους -την ήττα του. Επιτέλους θα πήγαιναν το ταξίδι του μέλιτος με ρακέτες πινγκ πονγκ και χωρίς μπαλάκια. Ο δεύτερος τεννίστας έφυγε επίσης χαρούμενος με τα τρία μυριάκια που κέρδισε. Θα τα ξεκοκκάλιζε με την πρώτη τεννίστρια, που ήταν μαθήτριά του -για την ώρα. Από τώρα σκεφτόταν πόσες ρακέτες, παπούτσια, φόρμες, μαντίλια, κλπ αξεσουάρ θα της χάριζε. Από τώρα σκεφτόταν ποια εταιρεία να διαλέξει να διαφημίσει. Από τώρα σκεφτόταν... Σκεφτόταν;

307. όσο κελαηδούν τα πουλιά

Κάθε πρωί με ξυπνούν κελαηδίσματα πουλιών. Ενα σωρό σπίνοι, κοτσύφια και δεκοχτούρες λαλούν για να ξυπνήσω γλυκά γλυκά. Σκέφτομαι -πολύ έντονα- τη μέρα που τα πουλιά θα κελαηδούν αδίκως σε ένα μάτσο κόκκαλα τυλιγμένα με κρέας ξεκινημένο προς τη σαπίλα. Θα κελαηδούν, θα κελαηδούν, και δεν θα βρίσκομαι εκεί για να ξυπνήσω. Αντί για μένα, ένα πράγμα ακίνητο θα πλέει στο σεντόνι. Το μόνο ευτύχημα είναι ότι τα πουλιά θα εξακολουθήσουν να κελαηδούν σαν να μη συνέβη τίποτα. Μπορεί όμως και να κελαηδούν επειδή ακριβώς γνωρίζουν να αντιπαρέρχονται όλα όσα συμβαίνουν. Αλίμονο στη μέρα που ξεκινά χωρίς κελαηδίσματα.

http://rodiat7.blogspot.com/2008/06/panic-room.html

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2008

306. το ύψος

στέκεσαι στο ύψος σου και αυτό το ύψος είναι δυσθεώρητο και φοβάμαι να μη πέσεις αλλά ταυτόχρονα προσπαθώ μια ζωή να σε ρίξω από κει πάνω και είμαι περίεργη να ακούσω το γδούπο που θα κάνεις πέφτοντας αλλά πάλι πόσο ψηλά να βρίσκεσαι πια αναρωτιέμαι αν θα σταθεί δυνατό να υπολογιστεί το ύψος από την ένταση του ήχου του γδούπου πάντως και να μην υπολογιστεί το ύψος δεν το βρίσκω και τόσο σημαντικό γιατί το σημαντικό είναι ότι βρίσκεσαι ψηλά και μάλλον το ύψος αυτό είναι καθορισμένο από μένα που σε θέλω ψηλά ή μήπως εσύ με έχεις τοποθετήσει πολύ χαμηλά αγαπητή μάνα μητέρα μαμά μάγισσα

Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008

305. εσύ κοινωνία δεν υπάρχεις...

Και συ που τριγυρνάς κι όλο ζητάς για τους άλλους, τους φτωχούς, τους πεινασμένους, ζητάς από άλλους να δώσουν κι εσύ μονάχα παίρνεις και ανάθεμα κι άν γνωρίζει κανείς αν δίνεις, αλλά μπορεί και να δίνεις, ποιος ξέρει; Να δίνεις, ναι, αλλά όχι από τα δικά σου, εσύ κάνεις τον εισπράχτορα, πάντα για το καλό πασχίζεις τάχα, και ούτε το χέρι δίνεις, σιχαμάρα σε πιάνει με τη φρίκη που δήθεν πασχίζεις να διορθώσεις, τη φρίκη της ανέχειας, του πολέμου, των καταστροφών, ναι, ζήτα να δώσω, ζήτα να υπογράψω, δείξε πού ακριβώς πρέπει να μπει η υπογραφή για να είναι όλα σωστά και τέλεια, δείξε πώς, μόνο το ονοματεπώνυμο ή απαιτείται και διεύθυνση;

Και τί θα πει "αγαπάτε αλλήλους"; Οταν έρχεσαι και ζητάς τον οβολό μου για όσους πεινούν, να χορτάσουν, να ντυθούν οι γυμνοί να μη κρυώνουν, ναι, μάλιστα, το καταλαβαίνω, αλλά αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι το ότι εσύ που τα ζητάς από μένα όλα αυτά, εσύ τα σιχαίνεσαι, αποστρέφεις το πρόσωπο, φοράς τα σινιέ ρουχαλάκια σου τα πανάκριβα, επισκέπτρια σε τρώγλες, ανατριχιάζεις όταν σε αγγίζουν, με το ζόρι δίνεις το χέρι για μια χειραψία, προσφέρεις ένα χέρι σαν ψόφιο πουλί, ένα παγωμένο χέρι, τρομαγμένο και υγρό, γεμάτο αηδία, ξεχειλίζει η αηδία από τα δάχτυλά σου, και αναρωτιέμαι αν είναι πράγματι αηδία σκέτη ή αηδία ανάμικτη με φόβο μήπως χάσεις όσα έχεις, μήπως με τον τρόπο αυτό ξορκίζεις το φθόνο που σε περιβάλλει, το φθόνο που εσύ προκαλείς;

Είναι η εργασία σου αυτή, αν πάψεις να διοργανώνεις συμπόσια και τσάγια για αναξιοπαθούντες, μπαζάρ για φτωχούς, εράνους για θεομηνιόπληκτους, για φτωχές αδήλωτες πόρνες, για αυτιστικά παιδάκια, υπογραφές για το γάμο των ομοφυλόφιλων, υπογραφές εναντίον του ρατσισμού, ενάντια στον αφανισμό της φώκιας και της χελώνας, θα χαθείς κι εσύ, δεν θα ξέρεις τι να κάνεις, εσύ που όλα αυτά τα σιχαίνεσαι, "ποιος τους χέζει τους ομοφυλόφιλους, τα παιδάκια και τις πουτάνες;" λες από μέσα σου κάθε πρωΐ όταν σε βλέπει ο καθρέφτης σου και σε φτύνει, αλλά πάντα ξεκινάς με το χαμόγελο το παγιωμένο σταθερά στο πρόσωπό σου και τα άψυχα μάτια που στρέφουν το βλέμμα προς το απομέσα σου, να δουν πόσο καλή είσαι, να σε επιβεβαιώνουν διαρκώς όλη μέρα, κάθε μέρα, μετά τον καφέ, μετά το γεύμα, μετά το τσάι, μετά το επιδόρπιο -κρεμ μπρυλέ ως συνήθως.

Κάτι μου λέει ότι προσεύχεσαι θερμά κάθε βράδυ πριν κοιμηθείς, να γίνει άλλο ένα τσουνάμι μεγαλύτερο και πιο θανατερό, να συμβεί άλλη μια καταστροφή, άλλη μια θεομηνία, ένας ακόμα πόλεμος, αδιάφορο πού ακριβώς, στη Μιανμάρ, στο Τζιμπουτί, στη Κινσάσα, κάπου σε φτωχό μέρος πάντως, να φωτογραφηθείς μαζί με τα κοντέϊνερ τα γεμάτα μουχλιασμένα μακαρόνια και σάπια κοτόπουλα, χαμογελώντας για την καλοσύνη που σκεπάζει την απάτη και τους απανταχού απατεώνες, ενώ οι άλλοι θα νομίζουν ότι χαμογελάς πονεμένα για την υποτιθέμενη χαρά που θα δώσεις, εσύ θα ξέρεις πολύ καλά πού απευθύνεται χαμόγελό σου, το αυτάρεσκο, σε σένα θα απευθύνεται, πόσο έπιασαν τόπο οι προσευχές σου και πόσο καλά κρατιέσαι στο προσκήνιο χάρη στην κακομοιριά του κοσμάκη που διακαώς επιθυμείς να μη σταματήσει ποτέ να υπάρχει, επειδή μέσα από αυτη, με το δρόμο που σου ανοίγει η κακομοιριά των άλλων, εσύ εξακολουθείς να υπάρχεις και να μεγαλουργείς.

Κάτι ακόμα μου λέει ότι αν πάψεις να υπάρχεις, αν ξημερώσει μια μέρα που θα σε καταλάβουν, που ο κόσμος όλος θα ξυπνήσει από το λήθαργο και θα βγει από την καλοστημένη παγίδα, μια μέρα που θα σε χώσουν σε ένα βαθύ μπουντρούμι χωρίς ρούμι αλλά με μπόλικα σιχαμερά σκουλήκια που σου μοιάζουν, ο ήλιος θα λάμπει πλέον για όλους -και για σένα ακόμα, αλλά μέσα από μια μικρή χαραμάδα- και θα σταματήσουν όλα τα δεινά των ανθρώπων.

Είναι ξεκάθαρο ότι εσύ γεννάς τη φτώχεια, την πείνα, την ανέχεια, τον πόλεμο, τη βία, την καταστροφή, γιατί χωρίς όλα αυτά δεν μπορείς να υπάρχεις. Ανακυκλώνεις το χρήμα των φτωχών για τους φτωχότερους, το χρήμα των φοροαπαλλαγών για τους πλούσιους, μια σκουπιδιάρα του χρήματος είσαι, σε καταλάβαμε πια. Δεν είναι οι δεινοπαθούντες που έχουν ανάγκη σου, τα δεινά είναι που σε τρέφουν, χωρίς αυτά δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, εσύ κοινωνία δεν υπάρχεις...

Τρίτη, Μαΐου 06, 2008

304. τρικυμία στα παπλώματα


Κάνω την καρδιά μου πέτρα
-πέτρα στη χολή-
Τρέχω να σου πάρω μέτρα
-μέτρα για χαλί-
Νά'ναι το χαλί μεγάλο
-πέντε επί οκτώ-
Αν σε λέγαν παπαγάλο
θά'σουν θωρηκτό!
Κι όσο ξηλώνω τα πατώματα
αναζητώντας παραπτώματα
Τόσο βουλιάζω σε ομίχλες,
τρίχες, ξεφτίδια, σκόνες, μπίχλες!Κι όσο θα καίνε τα αρώματα
μια τρικυμία στα παπλώματα
κι ένα μαχαίρι στην καρδιά,
στη χολή, στα μυαλά...

Κι όσο θα καίνε τα αρώματα
εσύ θ' αλλάζεις χίλια χρώματα
κι ώσπου να βρεις το χρώμα που σ' αρέσει
θα'χουμε γίνει ντίρλα, φέσι...


click! πανω στις πετρες να μεγαλωσουν

Πέμπτη, Μαΐου 01, 2008

303. Ανθούλα



Την έλεγαν Ανθούλα και τη συνάντησε πρωτομαγιά. Η ανθισμένη της υπομονή και η μπουμπουκιασμένη της αφοσίωση τον συντρόφεψαν μια ζωή. Μετά, ήρθε ο Ιούνιος.

Δευτέρα, Απριλίου 07, 2008

302. Blogoπαίχνιδο της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας

Χωρις πρόσκληση, απαντώ μια και βρηκα το ερωτηματολόγιο της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας, (μοιρασμένο, πριν από 2 χρόνια στην έκθεση "Φαντασία της πραγματικότητας").

- Γιατί κλαις;
- Δεν κλαιω.
- Γιατί δεν κλαις;
- Δεν ξερω, μαλλον στερεψα.
- Πού είναι ο βάλτος;
- Δεν ξερω και ουτε θελω να μαθω.
- Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
- Εσυ που ρωτας, ισως;
- Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
- Πουθενα.
- Περιφρονείς κάτι;
- Οχι.
- Θα ερωτευόσουν για πάντα;
- Εχω ερωτευτει για παντα, τωρα θελω να ερωτευτω για ποτέ.
- Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
- Γιατι βαζεις εισαγωγικα; Τα εργα Τεχνης χωρις εισαγωγικα δεν πουλιουνται.
- Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
- Οχι, το προεβλεψα και απαντησα καταλληλως.
- Do you remember revolution?
- μαι ινγκλις ιζ βερυ πουρ.
- Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
- Μου αρεσει να ανεβαινω στα βουνα. Σκαρφαλωνω αυτοβουλως.
- Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ' τον πάγο;
- Ποτε εσπασε το τζάμι; Οι παπουδες μου βρισκονται μεσα μου και 'γω ειμαι ζωντανη.
- Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
- Ποια μάτια;
- Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ' το νόμο;
- Δεν καταλαβαινω Χριστο λεμε.
- Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ' την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
- Εχει πολυ καυσαεριο εκει περα και τον αποφευγω γενικα αυτο το δρομο, αλλωστε μετα τα μεσανυχτα κυκλοφορω στα ονειρα μου.
- Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλέρ;
- Ειμαι εναντιον της θανατικης ποινης. Ισοβια σε στρατοπεδο κοινωνικης εργασιας, να αδειαζει παπιες.
- Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τα αστέρια;
- Δυστυχως, δεν εχω σαπισμενα δοντια και χανω το θεαμα.
- Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
- Υπαρχουν ακομα πηγαδια;


Το παιχνιδακι το βρηκα εδω -->> https://artanis71.blogspot.com/2008/04/blogo.html  και απαντησα ατακα κιεπιτοπου.
Οποιος ψηνεται, ας παρει τη σκυταλη!

Τρίτη, Μαρτίου 25, 2008

301. Ο ξυλοποδαρος (επετειακο διαρκειας)

- Την ειδες την κορη του ξυλοποδαρου;
- Οχι.
- Ελα, τρεχα να τη δεις! Λες να'χει κι αυτη ξυλινα ποδαρια;
- Καλα ειμαι εδω.
- Δεν κρυωνεις; Ελα στην ταξη σου λεω!
- Κρυωνω αλλα δεν ερχομαι, κι αν θες να ξερεις, αυτος που λες "ξυλοποδαρο" ειναι το πρωτο παληκαρι του αλβανικου πολεμου. Εχασε τα ποδια του για να λες εσυ μπουρδες.
- Πως τα εχασε δηλαδη; Χανονται τα ποδια; Εγω μπορω να χασω τα δικα μου;
- Αμα πας στον πολεμο, μπορει.
- Και γιατι να παω στον πολεμο;
- Ασε, που να καταλαβεις... Δεν σου εχουν μιλησει οι δικοι σου;
- Αμε! κι ο παπους μου πηγε στον πολεμο.
- Ο μπαμπας σου;
- ...
- Δεν πηγε ο μπαμπας σου;
- Οχι. Ηταν φυλακη και μετα πεθανε.
- Α. συγγνωμη.
- Μακαρι να ζουσε και ας ειχε ξυλινα ποδαρια.
- Δε θα σε πειραζε να τον λενε ξυλοποδαρο;
- Θα με πειραζε, αλλα σε οποιον τον ελεγε ετσι, θα του'ριχνα μια μπουνια!
- Να σου ριξω τωρα μια;
- Α, τωρα καταλαβα, εσυ εισαι η κορη του! Παιδια, ελατε! Εδω, εδω ειναι η κορη του ξυλοποδαρου!

Κυριακή, Μαρτίου 23, 2008

300. Η πολη ειναι κιτρινη

Σημερα η πολη ειναι κιτρινη
Πολεμος μαινεται στις ταρατσες
Τα ηλιακα θερμοσιφωνα εχουν βαρυτητα τανκ
Στημενα στις αερογραμμες περιμενουν

ηλιο
να λαμψει
ανελπιδα περιμενουν


Στρατευματα κεραιων διαχωριζουν
Τα βαρεα πυροβολικα οπλα
Σε λιγο θα κινησουν
Ισως προς τη θαλασσα

λενε
εκει φεγγει
διακεκαυμενη ζωνη


Στα κατωτερα στρωματα επικρατει σιγη
Τα κλιματιστικα μηχανηματα σιγουν
Κατασπρα μεσα στην αλαζονια τους
Πρακτορες του ΟΗΕ χρωματων
Συμβιβαστες ουδετεροι ταρατσοπολεμων



- ΤΙΣ ΕΙ;
- ενα κυπαρισσι



- ΚΑΙ ΠΩΣ ΞΕΦΥΤΡΩΣΕΣ ΔΩ ΠΑΝΩ;
- κατω φυτρωνω και βλεπω τα χαλια σας

Κυριακή, Μαρτίου 09, 2008

299. μετεωρισμος διαστημομετρου



Να τον σιαξω, να μη τον σιαξω,
να τον σιαξω, να μη τον σιαξω...
Για τουτον το χαρτη λεω, που ακομα μελεταω
και μενω με το διαστημομετρο στο χερι
βραδιαζει, ξημερωνει,
με αυτο το διαστημομετρο παρεα.

Τι χρεια εχω να τον σιαξω;
(αυτον το χαρτη)
Σαματις θα τον αρεσει καποιος;
(αυτον το χαρτη)
Σαματις χρησιμος θα ειναι;
(αυτος ο χαρτης)
Ωραιος μπορει,
σωστος δεν ξερω,
κι ετσι μενω μετεωρος
το διαστημομετρο
κρατωντας
ολη μερα.

Οταν νυχτωνει, η αμφιβολια φευγει.
Δεν εχει φως, δεν εχει αρκετο φως
για χαρτες και μετρησεις
-κερια και λυχνοι χλωμοι-
μονο που χαρτες ονειρευομαι,
οταν κοιμαμαι,
χαρτες που σιαζονται μονοι τους
-σαν απο θαυμα.

(εμενα αυτο μου λεει η εικονα)

-->> χαρη στον Πετεφρη -->>
http://petefris.blogspot.com/2008/03/blog-post_09.html

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

298. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΟύΡΩΝ

Καθε πρωι πριν ανοιξω το ματι
μια σκεψη λεει "γιατι να ξυπνησω
γιατι ν' αφησω
το ζεστο μου κρεββατι"
και συμφωνω, σφιγγω τα βλεφαρα
και δεν ξυπνω.

Μα ο καμπινες ζητα καταθεση ούρων,
σηκωνομαι, δεν γινεται να αρνηθω
-πολιτισμενος ανθρωπος διοτι-

(θα εγραφα "γαρ", αλλα γραφω δημοτικη και δεν πρεπει να μπερδευω τις γλωσσες, οπως λενε μερικοι που διδασκουν ποιηση)
Κι ετσι, ανοιγω τα ματια ξανα
καινουργια μερα ξανα ξεκινα
πιανω κουπι - να βρω την ακτη
καπου να φτασω
μπας και προφτασω

Κι οσο κωπηλατω κι η βαρκα προχωρει
παθιαζομαι
ενθουσιαζομαι
Θελω να ζησω κι αλλο, κι αλλο κι αλλο!

Και σαν βραδιαζει, δεν το θελω το κρεββατι
Κι οταν ξαπλωνω, δεν κλεινει το ματι
Θελω να ζω, δεν μπορω να κοιμαμαι

Μ' ενα SUDOKU ο υπνος ερχεται.

-παλια, ελυνα σταυρολεξα, μα τωρα
εχω γνωρισει ολες τις λεξεις και ειναι
πολυ ευκολα-

Ερχεται ο υπνος λοιπον
και με πεταει στο "απων"

Κι ο οργανισμος το συνηθιζει και θελει
της τεμπελιας το μελι
και στο κρεββατι να σαπιζει.

Και το πρωι δεν ανοιγει το ματι,
μα το κατουρημα νικαει το κρεββατι.


Ευτυχως που ειμαστε πολιτισμενοι!
(αλλιως, θα βολοδερναμε σε κατουρημενα κρεββατια)
...οχι πως δεν το κανουν μερικοι μερικοι -μεταφορικως, φυσικα!

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2008

297. η ιστορια του Αλεξανδρου

Με αφορμη αυτο το ποστ -->>
http://autismos.blogspot.com/2008/01/blog-post_11.html σημερα θα γραψω για τον Αλεξανδρο.

Ο Αλεξανδρος λοιπον, υπηρξε ο καρπος του ερωτα των γονιων του πριν απο πολλα χρονια. Σημειωνω -θα χρειαστει παρακατω- οτι η μαμα του ειχε προσβληθει απο τον ιο της Ερυθρας οταν ηταν εγκυος. Οι νεαροι γονεις εργαζοντουσαν και οι δυο και εμπιστευτηκαν τη φροντιδα του υπεροχου μωρου τους σε μια γυναικα βρεφοκομο με καλες συστασεις. Εμεναν στο Ελληνικο, που τοτε ονομαζοταν ακομα "Χασάνι". Η γυναικα αυτη εφαρμοζε καποιες μεθοδους ανορθοδοξες για να κρατα το μωρακι σε ηρεμη κατασταση, πραγμα που ανακαλυψαν οι γονεις οταν ηδη ο Αλεξανδρος ειχε φτασει τους εξι μηνες ζωης, μετα απο παρατηρηση της μαμας του που προσεξε οτι το μωρο της δεν εμενε σχεδον καθολου ξυπνιο -κοιμοταν συνεχεια. Στην αρχη, αυτο ηταν πολυ βολικο. Στη συνεχεια ομως, και μετα απο συζητηση με την ευρυτερη οικογενεια, με φιλους, καθως και με τον παιδιατρο που εξηγησε οτι δεν ειναι και τοσο φυσικο να κοιμαται τοσο πολυ ενα μωρο μετα τη συμπληρωση των εξι μηνων, αποφασισε να κρυφτει και να παρακολουθησει την "καλη γυναικα" να δει τι εκανε οταν εμενε μονη με το μωρο στο σπιτι, οπερ και εγενετο.

Η "καλη" κυρια λοιπον, μολις φευγαν οι γονεις, ετοιμαζε ενα ροφημα για το μωρο, του εδινε να πιει και μετα το εβαζε για υπνο. Η μαμα, που ηταν καπου κρυμενη, εμφανιστηκε και ρωτησε τη γυναικα τι ηταν αυτο που εδινε στο μωρακι της, εκεινη ετρεξε στην κουζινα να πλυνει το μπουκαλι, εγινε μια μικρη μαχη, τελικα κερδισε η μανα που πεταξε τη βρεφοκομο εξω απο το σπιτι, πηρε το μωρο και πηγε στους γονεις της, πηρε και το μπουκαλι και το πηγε για αναλυση.

Περιττο να αναφερουμε οτι το μπουκαλι περιειχε ισχυρο υπνωτικο. Τρελλαθηκαν οι γονεις του μωρου, αλλα δεν μπορουσε να γινει τιποτε αλλο εκτος απο το να περιμενουν με αγωνια το μεγαλωμα του Αλεξανδρου, που μεγαλωνε ομαλα -ευτυχως- χωρις κινητικα προβληματα, κατι που εδινε αισιοδοξια. Εγινε ενα αγορακι καταξανθο και γαλανοματικο, σωστο αγγελουδι, αλλα εφτασε στην ηλικια των δυομισι χρονων χωρις να εχει αρθρωσει μεχρι τοτε ουτε λεξη.

Ετσι, τον πηρε τον Αλεξανδρο η μαμα του και τον πηγε στη Γερμανια να τον εξετασουν. Εκει, οι γιατροι για να αποκλεισουν την πιθανοτητα της εγκαταστασης του ιου της ερυθρας στο νωτιαιο μυελο του παιδιου, ζητησαν να κανουν μια δυσκολη επεμβαση κατοπιν υπογραφης της μαμας του, φυσικα. Εγινε η επεμβαση και παλι η αναμονη για την νοητικη εξελιξη του παιδιου ηταν εξαιρετικα αγωνιωδης. Εφτασε ο Αλεξανδρος στα πεντε του χρονια και ακομα δεν μιλουσε ουτε ειχε συναισθηση του χωρου. Μπορουσε δηλαδη να δει μια σκαλα και να προχωρησει σαν να μην υπαρχει, σαν να ειναι ισωμα. Κατα τα αλλα, ηταν ενα ομορφο ζωηρο αγορακι που επαιζε με τα ξαδερφακια του.

Τοτε ακριβως, αφου εξαντλησαν τις δυνατοτητες εκπαιδευσης του παιδιου τους στην Ελλαδα, οι γονεις αποφασισαν να πανε το μικρο στη Γερμανια -γνωριζαν βλεπετε καλα τη γερμανικη γλωσσα- και να τον εγκαταστησουν σε ενα ειδικο ιδρυμα. Εργαζοντουσαν σε αεροπορικη εταιρεια, ειχαν και συγγενεις εκει περα κι ετσι δεν υπηρχε προβλημα εξοδων (εισιτηρια, διαμονη, κλπ) για την ταχτικη επικοινωνια με το παιδι τους, η οποια ηταν απαραιτητη.

Μεγαλωνοντας ο Αλεξανδρος, αλλαζε καθε τοσο "σχολεια" αναλογα με την ηλικια του την πνευματικη. Εμαθε και μερικες λεξεις γερμανικες, μπορουσε να συνεννοηθει αρκετα καλα. Ερχοταν και στην Ελλαδα τα καλοκαιρια και τον εβλεπα να ομορφαινει καθε χρονο, να χαμογελα, να κολυμπα, να ζωγραφιζει, να χαιρεται. Μονο που δεν μιλουσε σχεδον καθολου.

Σιγα σιγα, εξασκηθηκε σε αυτο που του αρεσε, στη ζωγραφικη. Μετα τα εικοσιπεντε του χρονια, διεμενε και εργαζοταν κανονικα σε ενα εργαστηριο κεραμεικης που απασχολουσε και αλλους "ειδικους" νεους και ζωγραφιζε διαφορα κεραμεικα σκευη, πραγμα που τον χαροποιουσε. Σε αυτη την ηλικια ειχε εκδηλωσει τασεις επιθετικοτητας και οι γιατροι του αυξησαν τη δοση ηρεμιστικων. Ηθελε να παντρευτει ο δολιος, αλλα αυτο δεν ηταν δυνατο να γινει, δεν το επετρεπε η κατασταση του.

Οι γονεις του απεκτησαν και αλλα παιδια, η μαμα του δεν επαψε να ερευνα γυρω απο το ζητημα της αποκαταστασης, καθως και να ασχολειται με διαφορους συλλογους και ιδρυματα για "ειδικα παιδια". Ηθελε να φερει στην Ελλαδα το γιο της, ανησυχουσε πολυ για το τι θα γινει ο Αλεξανδρος αν φυγουν οι γονεις του απο τη ζωη -φυσικο δεν ειναι;- αλλα δεν εβρισκε εδω περα κατι τι αναλογο με αυτο που καλυπτε τις αναγκες του Αλεξανδρου στη Γερμανια και του εξασφαλιζε μια καλη ζωη κανοντας τον ενα χρησιμο και χαρουμενο ανθρωπο.

Θυμαμαι μια φορα που ειχε επισκεφτει -ως εκπροσωπος του συλλογου ενος ιδρυματος- καποιον υπουργο αρμοδιο για κοινωνικα θεματα, ο οποιος, ενω υποσχεθηκε ενα σωρο πραγματα, οπως π.χ. ενα οικοπεδο να χτιστει ενα προτυπο κεντρο, δεν εκανε τιποτε απολυτως. (συμπλήρωμα 2023: ο κ. υπουργός είχε φερθεί σκαιότατα λεγοντας "δεν μπορει το κράτος να φροντίζει όλα τα μούλικα κυρία μου" και ο γιος αυτού του "κυρίου" είδα πως ειναι υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ)

Μεγαλη πικρα λοιπον. Τα χρονια περνουσαν και πριν απο μερικα χρονια ο καημενος ο Αλεξανδρος πεθανε στη Γερμανια σε ηλικια σαραντα χρονων, πριν απο τη μαμα του, που μας αφησε χρονους κι εκεινη πριν λιγο καιρο. Ειδε το παιδακι της να γεννιεται, να μεγαλωνει, να πεθαινει. Χωρις να μπορει να το εχει κοντα της εξαιτιας της αναλγησιας των υπευθυνων της χωρας μας. Απο λογια, περι των δικαιωματων των παιδιων που γεννιουνται με προβληματα, εχουμε χορτασει. Απο εργα δεν βλεπω να γινεται τιποτα.

Κατα καιρους επισκεπτομαι ιδρυματα και χωρους αφιερωμενους στα παιδια αυτα και θαυμαζω την υπομονη, τον καθημερινο αγωνα, και την αλληλεγγυη των γονιων μεταξυ τους. Τουλαχιστον εχουμε προχωρησει ενα μικρο βημα: Δεν ντρεπομαστε πλεον ως λαος να αναγνωριζουμε και να "ομολογουμε" το προβλημα. Ειναι ομως προβλημα αυτο; Προβλημα ειναι, νομιζω, η υποκριτικη σταση του κρατους απεναντι σε πολιτες τοποθετημενους αυτοματα (με τη γεννηση τους) στη Β' κατηγορια.

Κυριακή, Ιανουαρίου 13, 2008

296. ο χορος των επτα πεπλων

Μεσ' στα ροζ τα πεπλα, τα πεπλα, τα πεπλα
Χορευε η Θεκλα, η Θεκλα, η Θεκλα
Και στριφογυρνουσε σαν ενα μπαλονι
Που τα δινει ολα καθως ξεφουσκωνει!


 Μεσα στα γαλαζια τα πεπλα, τα πεπλα, τα πεπλα
Χορευε η Θεκλα, η Θεκλα, η Θεκλα
Κι ανοιγε μια τρυπα, μια τελεια παγιδα,
Οπως στιφογυρναγε σαν να 'ταν βιδα!

 

Στα λευκα τα πεπλα, τα πεπλα, τα πεπλα
Χορευε η Θεκλα, η Θεκλα, η Θεκλα
Πεταγε ψηλα και χαμηλωνε παλι
Διχως να διακρινει το μαυρο της χαλι!
 

Μεσ' στα γκριζα πεπλα, τα πεπλα, τα πεπλα
Χορευε η Θεκλα, η Θεκλα, η Θεκλα
Ηταν απαλα, δροσερα και φευγατα
Και η Θεκλα νομιζε πως ηταν γατα!

 

Μεσ' στα μαυρα τα πεπλα, τα πεπλα, τα πεπλα
Χορευε η Θεκλα, η Θεκλα, η Θεκλα
Και σε μια στροφη τη μορφη της αλλαζει
Με μια νυχτεριδα χλωμη τωρα μοιαζει!


 Μεσα στα πολυχρωμα πεπλα, τα πεπλα
Χορευε η Θεκλα, η Θεκλα, η Θεκλα
Κι οταν μπουρδουκλωθηκε μεσ' στα ξεφτιδια
Ειδε πως τα πεπλα γινοντουσαν φιδια!
 

Στα ξεθωριασμενα τα πεπλα, τα πεπλα
Σερνεται η Θεκλα, η Θεκλα, η Θεκλα
Εχει ζαλιστει και το χρωμα της χανει
Μενει σαν σουπια που 'χει χασει πια το μελανι!


-->> τραγουδιστα εδω: -->>
http://rodia.podomatic.com/

___________________________
ΣΗΜ. εμπνευσμένο απο την "υπόθεση Ζαχόπουλου", δηλαδή για εκείνους που ΘΕ(λουν καρέ)ΚΛΑ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2008

295. το ροζ τριανταφυλλο

«Θα σου χαρισω ενα ροζ τριανταφυλλο», της ελεγε, αλλα εκεινη δε δεχοταν με τιποτα την προσφορα του, «εχω δικες μου τριανταφυλλιες» του απαντουσε, συμπληρωνοντας «αλλωστε δεν μου αρεσει το ροζ χρωμα, θα 'πρεπε να το ξερεις», εκεινος τοτε χτυπιοταν που δεν μπορουσε να βρει τι αλλο να της χαρισει -ενα ροζ τριανταφυλλο πιστευε πως ηταν το ιδανικο δωρο για μια ευαισθητη γυναικα οπως η δικη του αγαπημενη ερωμενη- και ο καιρος περνουσε μεχρι που αποφασισε να παψει να δηλωνει "Ποιητης", εβαψε τα καγκελα της αυλης του ροζ, τα γεμισε αγκαθια και οταν ηρθε η καλη του της εδωσε μια σπρωξια και την κολλησε πανω τους.



-->> επισκεφτειτε το blog autox8on για να γνωρισετε τον Ποιητη, τον ωραιο Μεργκαελ Ωγκαιο, το Ψαρι, και αλλα παραξενα πλασματα.

-->> αν δεν ανοιγει ο συνδεσμος, διαλεξτε: -->>
http:///rodia-autox8on.blogspot.com/2008/01/051.html

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

294. ο χορος

Η Μανια τον καρφωνε με τα ματια, την εβλεπε καθαρα, αλλα δεν ηταν δυνατο να της ζητησει να χορεψουν ετσι οπως ηταν στριμωγμενος αναμεσα στη μανα, στην αρραβωνιαστικια και στη μελλουσα πεθερα του. Επειτα, αλλιμονο αν καλουσε για νταμα ολες τις συμφοιτητριες που του ειχαν παρει μια πιπα. Εκεινη βεβαια ηταν ταχτικη καπνιστρια του υπεροχου μοριου του, αλλα και παλι δεν μπορουσε να ρισκαρει.

Επειτα, η Ελενη ηταν εξαιρετικα σημαντικη γι αυτον και τη ζωη του -γενικα. Την κοιταζε μεσα στο κιτρινουλι δαντελενιο φορεματακι της, με τη φουστα κατω απο το γονατο -να κρυβει τα κοκκαλα- και το αχνοροδινο μουτρακι με το αγγελικο χαμογελο. Αναρωτιοταν αν τα λεπτουτσικα χειλακια θα μπορουσαν να του προσφερουν μελλοντικα μια πιπα της προκοπης και το εβρισκε μαλλον απιθανο με τις κοφτερες δονταρες που κρυβοντουσαν στο μικρο στοματακι, εξ ου και η χαλιναγωγηση του χαμογελου της. Αν ανοιγε το στομα να γελασει, θα ξεπετιοντουσαν οι χαβλιοδοντες και ισως ισως να επαυε πλεον ο γαμπρος να σκεφτεται τον πακτωλο της περιουσιας που εσερνε μαζι της -για την εξασφαλιση του μελλοντος τους, βεβαιως.

Η Μανια εξακολουθουσε να τον κοιταζει επιμονα και, σε μια απελπισμενη προσπαθεια να δηλωσει πως ηταν δεσμευμενος, βρε αδερφε, σηκωσε την Ελενη να χορεψουν. Η Ελενη χορευε αερινα, ενω η Μανια καθοταν βαρια στην καρεκλα της και ολο εστριβε ενα κακομοιρικο μπουκλακι, σημαδι εκνευρισμου. Εκεινος χορευε, χορευε, χορευε και ξαναχορευε κι ας χορευε συνεχεια κατι σε στιλ μπλουζ με τα ματια προσηλωμενα στο κενο και το μουτρακι της Ελενης χωμενο στον ωμο του, αφηνοντας την ορχηστρα να παιζει τους ρυθμους της αρεσκειας της. Εκεινος, μπλουζ ηξερε και μπλουζ χορευε κι ας του ζητουσε η αρραβωνιαστικια του να χορεψουν τουιστ να δειξει τη δεξιοτεχνια της στις φιγουρες.

Χορεψε, χορεψε, ωσπου βαρεθηκε να στεκεται ορθιος στη μεση της πιστας χωρις σχεδον να κινειται -ετσι ηταν το μπλουζ που ηξερε- και, οταν βαρεθηκε περισσοτερο, πασαρισε τη νταμα του στο Στελιο, τον κολλητο του. Καθισε στην καρεκλα του και προσεχε τη συζητηση της μανας με τη μελλουσα συμπεθερα της περι του στολισμου της εκκλησιας για το γαμο και της γραβατας του γαμπρου, αν θα ειναι ασημια -«καλυτερο το ασημι», επεμενε η συμπεθερα. «Ναι, αλλα ο γιος μου δεν ειναι διακοσμητικο συμπληρωμα της κορης σου, ετσι;» βαριανασαινε η μανα, που της ηταν δυσκολο να χεσει τα εκατομμυρια της προικας.

Βαρεθηκε και τις γριες -τι γριες, σαρανταπενταρες γυναικες ηταν- και ειπε να βγει να παρει λιγο αερα. Η σαλα τον επνιγε.


Η Μανια ειχε σιαξει επιμελως το μαλλι για το χορο της σχολης. Το ειχε σηκωσει ψηλα -να φαινεται το μετωπο- και ειχε περασει μια κορδελα, που, κατα τη διαβεβαιωση της κολλητης της, την εδειχνε πεντε χρονια μεγαλυτερη -και ωριμοτερη. Φορουσε ενα κολλητο μαυρο φουστανακι μινι, απο το στριφωμα του οποιου ξεπεταγονταν δυο καλογυμνασμενες μελαχροινες μπουταρες, που συνεχιζαν προς δυο καλλιγραμμες γαμπες με δυο ψηλοτακουνα γοβακια στις ακρες τους -ιδια μοντερνα Σταχτοπουτα λεμε.

Παραξενευτηκε που δεν της ερριξε ουτε μια ματια, τοσην ωρα δεν ειχε ξεκολλησει το βλεμμα απο πανω του. Μαλλον θα 'φταιγε το μαλλι, δεν θα του αρεσε ετσι. Σκυλομετανιωσε που ακουσε την κολλητη της και του αλλαξε φορμα. Επρεπε να το ειχε οπως το ηξερε, τετοια μερα -νυχτα δηλαδη- βρηκε να κανει πειραματα;

Απο το τραπεζι της περασε ολος σχεδον ο αντρικος πληθυσμος της σχολης να τη ζητησει σε χορο, αλλα εκεινη βραχος ακλονητος. Μονο μαζι του θα χορευε. Οταν τον ειδε να σηκωνεται και να χορευει με αυτο το σαμιαμιδι, δεν της περασε καθολου απο το νου πως προκειται για κατι τι επικινδυνο για τη σχεση τους. Τι να ζηλεψει μια κανονικη γυναικα σαν κι αυτην, απο ενα γυναικειο απολειφαδι; «Καμια ξαδερφη του θα ειναι», ειπε μεσα της και ζητησε κι αλλο ενα τσιγαρακι απο την παρεα. «Μπα, καπνιζουμε, καπνιζουμε;» της πεταξε η κολλητη, κι εκεινη τσαντιστηκε και σηκωθηκε, «παω για λιγο αερα, ζαλιστηκα εδω μεσα», λεγοντας.


Συναντηθηκαν στη βεραντα και αρχισαν να χορευουν το δικο τους το χορο, αυτον που ηξεραν καλα. Εκανε ψοφοκρυο, αλλα που να το καταλαβουν!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 04, 2008

293. στον καναπε καθεται ο Τζον

Ο καναπες ειναι ασπρος, ενα ασπρο σαν το γαλα και οχι σαν τον ασβεστη. Εχει πεντε μαξιλαρια, τα τρια στο ιδιο χρωμα και τα δυο λιγο πιο σκουρα, μπεζ θα τα ελεγα. Ο Τζον καθεται στη δικη μου γωνια, κοντα στο επιδαπεδιο φωτιστικο και βλεπει ντιβιντια το ενα μετα το αλλο. Μολις τελειωνει το ενα, σκιζει τις ζελατινες του επομενου και το βαζει στο μηχανημα. Δεν καταλαβαινω γρυ. Κατι ταινιες υπο τυπο ντοκυμαντερ για τον πολεμο στη Ρουαντα. Τουτσι και Χουτου. Μαυροι σκοτωνουν εν ψυχρω αλλους μαυρους. Παρτερια γεματα πτωματα, αυτοκινητα που τρεχουν ιλιγγιωδως μεσα σε δρομους γεματους αφιονισμενους ανθρωπους που κραδαινουν σκουποξυλα σαν δορατα. Φρικη.

Θα ηθελα πολυ να καθισω στη θεσουλα μου στον καναπε και να διαβασω κατι, αλλα ο Τζον εχει πιασει τη θεση και, επιπλεον, με ενοχλει ο θορυβος αυτης της ακαταληπτης γλωσσας που ειναι για μενα τα αγγλικα. Τα παιδια λειπουν, εχουν παει να διασκεδασουν και με αφησαν μονη με το Τζον, που ειναι πουντιασμενος και φυσαει τη μυτη του σαν καραμουζα. Να, τωρα παλι τη φυσηξε! Και δεν ακουει Χριστο λεμε. Φοραει ενα καλοκαιρινο φανελακι, επειδη ειναι μεσα στο σπιτι, λες και το "μεσα" εξασφαλιζει και το υψος της θερμοκρασιας. «Ριξε κατι πανω σου», του λεω καπου καπου, αλλα εκεινος τιποτα. Επιμενει οτι δεν κρυωνει επειδη ειναι μεσα στο σπιτι. Ηθελα να 'ξερα, αν ηταν μεσα σε ενα ιγκλου το ιδιο θα ελεγε;

Του λεω ευγενικα μηπως θελει να παει να ξαπλωσει να ξεκουραστει και να του περασει το κρυολογημα, αλλα εκεινος τιποτα. Ντουβαρι σκετο λεμε. «Ντεν νυσταζω», λεει -με πολλη ευγενεια επισης. Οποτε, τι αλλο να κανω απο το να χαζεψω στον υπολογιστη; Υπαρχει κατι αλλο; Το κρεββατι μου ειναι ο καναπες αυτες τις μερες που εχω πηξει στους φιλοξενουμενους. Ετσι μου 'ρχεται ωρες ωρες να την κανω για κανα ξενοδοχειο! Φοβαμαι να του πω να σηκωθει και να παει στο δωματιο του επειδη θελω να κοιμηθω, γιατι αν αρνηθει αυτο θα σημαινει πολεμο μεταξυ μας και δεν τον βλεπω εχθρικα. Θελω μοναχα τη θεσουλα μου στον καναπε.

Τωρα δα σκεφτηκα να του πω να καθησει σε μια πολυθρονα. Τι ιδεες λοιπον κατεβαινουν γραφοντας!!! Μυστηριο πραγμα...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...