Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2023

1.484 περί Σεφέρη

Επειδή βλέπω συχνότατα να γράφεται για τον "μεγάλο έρωτα" Σεφέρη και Μαρώς, εκθέτω τη δική μου άποψη: ο Σεφέρης είναι ο αγαπημένος μου ποιητής και, ταυτόχρονα, ένας μισητός άνδρας που έθεσε όρο στην γυναίκα που τον αγάπησε να απαρνηθεί (να μη ξαναδεί!) τα παιδιά της, αν ήθελε να τον ακολουθήσει.. "οι κόρες σου ή εγώ" κάτι τέτοιο θα της είπε.. κι εκείνη, η Μαρώ, θυσίασε τα παιδιά της και πήγε μαζί του για μια ζωή. Είναι έρωτας αυτός και μάλιστα εκ μέρους ενός ποιητή; Να θυσιάζει στεγνά και στην ψύχρα τα συναισθήματα της (υποτίθεται) αγαπημένης του γυναίκας; Τι να πω πια, βρίσκομαι μέσα στην αντίφαση. Αυτό δεν είναι έρωτας, είναι ανθρωποθυσία!

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2023

1.102 Το φίδι του Λώρενς

Κάποιος Άλλος Ήρθε Πρώτος
Ένα φίδι ήρθε στη στέρνα μου
 
Μία καυτή μέρα του Ιούλη,
Να πιει νερό.
 
Κατέβηκα τα σκαλοπάτια με τη στάμνα μου
Στις βαθιές, μυστηριακές, ευωδιαστές σκιές της μεγάλης χαρουπιάς
Μα στάθηκα, περίμενα, κάποιος άλλος ήρθε πρώτος στη στέρνα.
 
Κατέβηκε από μια ρωγμή των τοιχωμάτων στο μισοσκόταδο
Σύρθηκε, με μαλακή κοιλιά και σκουρόχρυση ράχη, πάνω στην πέτρα του χείλους,
Κι ακούμπησε τα σαγόνια του στην πέτρα του πάτου,
Εκεί που η βρύση έσταζε και καθάριζε τη θολούρα του νερού,
Ήπιε απαλά, ρούφηξε το νερό μέσα στο μακρύ κορμί του,
Χωρίς κανένα θόρυβο.
 
Κάποιος άλλος ήρθε πρώτος στη στέρνα.
Κι εγώ δεύτερος, στην ουρά να περιμένω.
 
Σήκωσε το κεφάλι του, όπως τα μοσχάρια,
Με κοίταξε θολά, όπως τα μοσχάρια σαν πίνουν νερό,
Έπαιξε τη διχαλωτή του γλώσσα, αναλογίστηκε μια στιγμή,
Έσκυψε και ήπιε λίγο ακόμα,
Με το καφέ της γης, με το χρυσό της γης, γεννημένο απ’ τα καυτά σπλάχνα της γης
Μια μέρα του Ιούλη στη Σικελία, με την Αίτνα να καπνίζει.
 
Χρόνια εκπαίδευσης μίλησαν μέσα μου και είπαν
Σκότωσέ τον,
Φίδια της Σικελίας – τα μαύρα είναι άκακα, τα χρυσαφιά είναι φαρμακερά.
 
Και συνέχισε η φωνή, Αν ήσουν άντρας
Θα ‘παιρνες τώρα ένα ραβδί και θα του τσάκιζες τη ράχη.
 
Μα ήταν τόσο όμορφος,
Κι εγώ τυχερός που μου ‘ρθε σαν αθόρυβος καλεσμένος
Να πιει νερό απ’ τη στέρνα μου και να γυρίσει ήσυχος, ειρηνικός, αξιοπρεπής,
Μέσ’ στα καυτά σπλάχνα της γης.
 
Δεν τόλμησα να τον σκοτώσω – ήταν από δειλία;
Και πόσο ήθελα να του μιλήσω – από διαστροφή;
Ένιωσα τόσο τιμημένος – από ταπεινότητα; Μα πόσο τιμημένος ένιωσα…
 
Και είπαν οι φωνές:
Αν δεν φοβόσουν, θα τον σκότωνες!
 
Και ναι, ένιωθα φόβο, πολύ φόβο, μα ακόμα πιο πολύ
Ένιωθα την τιμή που μου ‘κανε,
Που μου ‘ρθε επισκέπτης από τις μαύρες πύλες της μυστικής γης.
 
Ήπιε αρκετά
Και σήκωσε το κεφάλι του σαν ονειροπαρμένος, σαν μεθυσμένος,
Έπαιξε τη μαύρη γλώσσα του, διχάλα νύχτας στον αέρα,
Σαν για να γλύψει τα χείλη του,
Κοίταξε τριγύρω, θεός με άδειο βλέμμα,
Και γύρισε αργά το κεφάλι του,
Κι αργά, πολύ αργά, σαν βαθιά ονειροπαρμένος,
Τράβηξε κουλουριαστά το δρόμο του,
Άρχισε να σκαρφαλώνει στο τοίχωμα της στέρνας.
 
Κι όταν το κεφάλι του έσβησε μέσα σ’ εκείνη τη φοβερή ρωγμή,
Κι όταν η ράχη του άρχισε να εξαφανίζεται αργά,
Κάτι σαν τρόμος, σαν διαμαρτυρία με κατέλαβε,
Να μη χαθεί σ’ εκείνη τη αποτρόπαια ρωγμή,
Να μην ξεφύγει μέσα στη χθόνια μαυρίλα.
 
Άφησα τη στάμνα μου, κοίταξα γύρω,
Σήκωσα ένα στραβό ξύλο
Και το πέταξα μέσα στη στέρνα.
 
Δεν τον χτύπησα, νομίζω,
Όμως ξαφνικά συσπάστηκε η ουρά του
Συσπάστηκε με μια βιασύνη όλο αναξιοπρέπεια.
 
Τινάχτηκε σαν αστραπή και χάθηκε
Μέσα στη σκοτεινή ρωγμή της γης, στο τοίχωμα της στέρνας,
Που απέμεινα να κοιτώ συνεπαρμένος, μέσα στην ησυχία του μεσημεριού.
 
Κι αμέσως το μετάνιωσα.
Τι ευτελής, χυδαία πράξη όλο κακία!
Κατάρα σε μένα και σ’ όλα τα χρόνια της εκπαίδευσής μου.
 
Πήγα, από διεστραμμένο καπρίτσιο, να σκοτώσω κάτι αγνό
Πόσο θα ‘θελα να ξαναρχόταν, το φίδι μου…
 
Γιατί σαν βασιλιάς μου φάνηκε,
Σαν αστεφάνωτος βασιλιάς, εξόριστος στον κάτω κόσμο,
Έτοιμος να αναλάβει και πάλι το βασίλειό του.
 
Να πώς έχασα την ευκαιρία που μου έδωσε ένας από τους άρχοντες
Της ζωής.
Να πώς μου απέμεινε κάτι να εξιλεωθώ:
Η μικροπρέπειά μου.
 
Taormina, 1923
_______________________
σχολιο που ειχα κανει εδω στο σχετικό ποστ του Ηλία και το μεταφερω για να το θυμαμαι καπου καπου: «Η δουλεια της ποιησης (και συνεπως του ποιητη) ειναι να σιαχνει εικονες με λεξεις. Εικονες, μεσα στις οποιες μπορει ο αναγνωστης να αναγνωρισει κατι απο τον εαυτο του, το περιβαλλον του, κλπ, αλλα όχι εικονες απλοϊκα δοσμενες σαν δελτιο καιρου ή άλλο δελτίο -ειδησεων, διατροφης, κλπ.
Δηλαδή, εικονες που θα "ψάξει και θα ψαχτεί" ώστε να τις αναγνωρίσει. 
 
Οι εικονες του αναγνωστη δεν ειναι απαραιτητο να συμφωνουν με τις εικονες που ειχε ο ποιητης στο μυαλο του και τις εβαλε μέσω λεξεων στο χαρτι -ή οπουδήποτε αλλου.
 
Ετσι, μεγαλυτερη αξια δινεται σε ενα ποιημα που οι εικονες του ειναι δυσδιακριτες ή/και υπαρχει δυνατοτητα ανεύρεσης αενάως νέων εικονων, πρέπει να σπας το κεφαλι σου δλδ να βρεις τι ειχε στο νου του ο καθε ποέτας όταν εγραφε αυτο ή εκεινο, κλπ κλπ. 
 
Επειτα, καθενα αναγνωστη ποιησης "αγγιζει" ενα έργο που του λέει κάτι, του αναμοχλεύει συναισθηματα μέσω των εικονων που του δίνει την ευκαιρία να σχηματίσει ή να ανακαλύψει *ο ίδιος ο αναγνωστης, χωρις τη βούληση του ποιητή* κρυμμένες μέσα στον εγκέφαλό του. Ο ποιητής μπορεί να μην είχε τις ιδιες εικονες στο μυαλο του οταν έγραφε το συγκεκριμενο ποιημα, μπορει να μην ειχε καν εικονες, και το αν "άγγιξε" ευαισθητες χορδες του αναγνωστη οφείλεται αποκλειστικα στον εγκεφαλο του αναγνωστη. 
 
Το φίδι του Λώρενς μπορει καλλιστα να σιαχτηκε τη στιγμη που ο ποιητης ειδε ενα φιδακι να περνα!!!
Οι στιχοι όμως γραφτηκαν με τετοιο τροπο ωστε να δινουν την ευκαιρια/δυνατοτητα στον αναγνωστη να σχηματισει όποια εικονα (ή περισσοτερες απο μια) ήθελε με το μυαλό του -και να την αποδιδει κατοπιν στο Λωρενς.
-->> Οθεν, το ζητουμενο ειναι ο τροπος, ο τόπος και η χρονικη συγκυρια. Τι λες;»
 

Σάββατο, Ιουλίου 23, 2022

1.033 συζήτηση περί ποίησης (1)

22 Ιουλίου 2018 επανάληψη: 

1. Αραγε, οι ηττοπαθεις θα εβρισκαν καλυτερη εκπροσωπηση απο την ποίηση της Κικής Δημουλά; 

2. Η ποιήτρια χτίζει πάνω στην ηττοπάθεια ή "χτίζει" (δημιουργει) την ίδια την ηττοπάθεια; 

Στ. Χατζ. 

Την προβοκατόρικη πολεμική σου για τη Δημουλά την βρίσκω πάντα ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη. Θίγεις όντως ένα σημαντικό της ελάττωμα, όχι από όλους διακριτό, που τη χτυπά στην καρδιά της ποίησής της. Προσωπικά πιστεύω ότι ορισμένα έργα της είναι αριστουργήματα όπως το Απροσδοκίες και το Κινούμενα σχέδια. Και γενικά, για να προβοκάρω τον προβοκάτορα κι εγώ, τη θεωρώ ποιήτρια πρώτης γραμμής. Το θέμα δεν είναι τι λέει. Το θέμα είναι πώς το λέει. Και η Δημουλά γράφει με καλή ποιότητα και έχει προσωπική υπογραφή, δεν χρησιμοποιεί φτηνά τα κλασικά αστικά σύμβολα του Υψηλού: "ήλιος, αγάπη, συννεφάκια, λουλουδάκια". Είναι γεγονός ότι ήταν ένα άτομο που δεν σήκωνε το τηλέφωνο από ντροπή και ήταν πίσω από τη σκιά του άντρα της. Αλλά μετά το θάνατό του, από τη συλλογή Χαίρε Ποτέ, έχουμε μια πρωτόγνωρη έκρηξη του σύμπαντος της αγάπης για το νεκρό. Ανέβηκε η ποιότητα της δουλειάς της γιατί απόκτησε θέμα. Υπάρχει επίσης ένας χιουμοριστικός σαρκασμός των συμβόλων και στιλιζαρισμένων φράσεων που τον βρίσκω πολύ γενναίο, είναι ο σαρκασμός των απελπισμένων. Απλώς η Δημουλά βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο μιας αλλαγής εποχής όπου η ποίηση ήταν πατριαρχική, γραμμική, υμνογραφική, θεολογική και συχνά έκφυλα συναισθηματική. Οι γυναίκες την μετακινούν σε μια ήρεμη λογική, κυκλική, διαισθητική, αυτοαναφορική, σαρκαστική. Οι γυναίκες τον τελευταίο ένα αιώνα γράφουν παράδοση και ιστορία. Προσωπικά βέβαια το μεγάλο μου ενδιαφέρον είναι η ποίηση της Γώγου, που έγραψε γενναία καίγοντας πραγματικά τον εαυτό της, αντιστεκόμενη στη φιλολογική και αστική καλαισθησία και τον ακαδημαισμό. Σε μια συνεπή ζωή και γραφή. Αλλά αυτό είναι μια ολότελα άλλη ιστορία. 

Marina Rodia 

Ωραίο το σχόλιο, σαν διατριβή! αλλά: εμένα η Δημουλά με θυμώνει, επειδή ουσιαστικά (προσπαθεί να) δικαιολογεί με φιοριτούρες την ηττοπάθειά της, την παράδοσή της στη βία και την ταπείνωση από το "πρώτο" φύλο. Με τον τρόπο αυτόν, σέρνει μαζί της και άλλους, δυστυχώς. Μπορεί να ήταν μαζόχα εκ γενετής, ή να... ασπάστηκε(!) το μαζοχισμό, αλλά αυτό δεν δικαιολογεί κανένα θαυμασμό για ένα "έργο" που εκφράζει ποταπά "συναισθήματα", εκτός αν θέλει κάποιος να "συμπάσχει" αενάως με ένα θύμα κατά βούληση, ένα θύμα εξιδανικευμένο. κλπ κλπ 🙂 

Στ. Χατζ. 

Ναι συμφωνώ σε αυτά που γράφεις και μόνο γιατί βάζεις τον αναγνώστη να ξανασκεφτεί πάνω σε κάτι δεδομένο. Μη σου πω ότι κλίνω προς τη δική σου μεριά και μόνο για την αιχμηρή πρωτοτυπία της. Ονειρεύομαι να γράφαμε μια κριτική σε δύο μέρη στο πρώτο να βρίζαμε τη Δημουλά και στο δεύτερο να την εκθειάζαμε. Θα τους τρελάνουμε όλους. Θα έμενε μνημειώδης χαχα!

Δευτέρα, Ιουλίου 26, 2021

961. Η Λίμνη

 

Τών υψιπέδων τις κατάχλωρες πλαγιές
αφού ξυρίσει μανιασμένο το αγιάζι
ταράσσει τα ύδατα μιάς λιμνης -τού Λοχ Νες,
που στον βυθό της πλάσμα άγνωστο λουφάζει.
 
Κανείς δεν τ' άγγιξε, κανείς δεν τό 'χει δεί,
ποτέ δεν έλαμψε γι αυτό το φώς τής μέρας
κι όμως μορφή τού αποδίδουν αηδή
οι Σκώτοι, όταν αναφέρονται στο "τέρας".
 
Κακό ποιό τάχα να τους έκανε μπορεί;
Απ' τα σκοτάδια όπου τό 'κρυψε η φύση
φαρμακωμένο τους ακούει κι απορεί
κι έχει μιά λίμνη με το δάκρυ του γεμίσει.
 
--
E. Δαμίρας

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...