- Μαμά, σήμερα θάρθει ο Δημήτρης απ' την Πάτρα, μου ανακοίνωσε η κορούλα μου η μικρή -άρτι συμπληρώσασα τα 19.
- Θάρθει εδώ;
- Θα τον φιλοξενήσω μαμά! Πού αλλού να μείνει το παιδί;
- Στο δωμάτιό σου;
- Φυσικά.
- Ετσι όπως είναι; Πού θ' ακουμπήσει τα πράγματα του; Ούτε να στρίψει δε μπορεί κανείς εκεί μέσα.
- Ωχ! Εχεις δίκιο! Τρέχω να συμμαζέψω... Μανουλίτσα μου!
Ετσι, «μανουλίτσα», με λέει τρυφερά. Οταν θέλει να με πειράξει, με λέει με στόμφο «μυτέρα» ακριβώς όπως της έχω περιγράψει τις γελοιογραφίες του Μποστ, με ένα ύψιλον που ακούγεται οξύ και σαρκαστικό. Το ζιζάνιο!
Βρίσκομαι το λοιπόν να περιμένω το Μήτσο απ' τη Πάτρα, όπως τον λέει χαϊδευτικά. Πήγε να τον παραλάβει, δεν ξέρω από πού, και όπου νάναι έρχονται. Της είπα να τηλεφωνήσει πλησιάζοντας, μη με καταλάβουν εξαπίνης. Περιττό να πω ότι, ως συνήθως, είμαι άυπνη, ψόφια από κούραση σωματική και πνευματική, έγραφα ακατάπαυστα για 30 ώρες περίπου. Θέλω να τελειώσω αυτό το δοκίμιο να το παραδώσω επιτέλους.
Περιμένω λοιπόν και σκέφτομαι πως όλο και κάτι περιμένουμε στη ζωή μας. Περιμένουμε να έρθει κάτι ή να φύγει. Η γενιά του ’40 περίμενε να τελειώσει ο πόλεμος, να φύγουν οι γερμανοί, υπήρχε ένα ζωηρό όραμα για καλύτερη ζωή, άσχετο τι έγινε μετά. Η δική μου γενιά περίμενε μια άνοιξη, που είχε δώσει τα δείγματά της εκείνο το ’65-’66 με την έκρηξη της Τέχνης, αλλά η άνοιξη άργησε νάρθει και η γενιά διαβρώθηκε και κακοποιήθηκε στην περίοδο της δικτατορίας που, πάλι, περιμέναμε να φύγει για ν’ ανθίσει επιτέλους τ’ όνειρο.
Θυμάμαι στους δρόμους χαρτάκια με τυπωμένη μια δραχμή μαζί με το σλόγκαν του Κανελλόπουλου «Αυτή η δραχμή είναι δική σου, μην αφήσεις τον Παπανδρέου να στην πάρει». Δεν την πήρε ο Παπανδρέου, την τσάκισε ο Παπαδόπουλος (λίγο από παπα- και λίγο από -όπουλος). Κάποιοι είπαν ότι η Ελλάδα ευημερούσε στις μέρες του -ποιες μέρες; Νύχτες! Αλλά δεν καταλαβαίνω μια ευημερία όταν ο μισός πληθυσμός δεινοπαθεί στις εξορίες. Ισως γι αυτό να ευημερούσαν οι υπόλοιποι, επειδή υπήρχε προσφορά εργασίας για τους απέξω.
Θυμάμαι το καλοκαίρι του ’68 που πηγαίναμε στην πλαζ της Βουλιαγμένης για ν’ ακούμε Θεοδωράκη. Ναι! Βάζανε συνέχεια το σαχλοτράγουδο «θα πάρω μια βαρκούλα καρδούλα μου» και αντηχούσε ο τόπος, δεν είχαν καταλάβει πως ήταν του Θεοδωράκη; Ισως. Αλλά, ούτε κοίταζαν το δίσκο που έβαζαν; Θα ήταν σε κανένα αυτόματο τζουκ μποξ φαίνεται. Εμείς όμως, οι κολυμβητές, ακούγαμε Θεοδωράκη και ανταλλάσσαμε πονηρές ματιές. Μέχρι που σταμάτησε να μπαίνει. Κάποιος «πατριώτης» θα το σφύριξε στη διεύθυνση.
Με τη μεταπολίτευση, το ’74, μπουκώσαμε τόσο Θεοδωράκη, όσο δεν έπαιρνε άλλο. Τον πρώτο μήνα ήταν ο «λεβέντης» και το «σαν το αϊτό φτερούγαγε στη στράτα…» που ακουγόταν παντού, στο δρόμο, στις πλατείες, στο ραδιόφωνο, σε όλους τους σταθμούς, έκανε να τρίζουν τα πεζοδρόμια. Στην αρχή, ανατρίχιαζα σύγκορμη στο άκουσμά του, ένιωθα αϊτός, έτοιμη να πετάξω. Σιγά σιγά το συνήθισα. Σήμερα που το σκέφτομαι, ανατριχιάζω πάλι.
Ετσι λοιπόν. Κάτι περιμέναμε πάντα. Κάτι περίμενα στη ζωή μου, πότε να φύγει και πότε νάρθει. Τώρα, περιμένω το Μήτσο από την Πάτρα. Είναι αργά όμως και είμαι ψόφια από τη νύστα. Δεν θα περιμένω άλλο. Πάω για ύπνο και τον βλέπω αύριο το πρωί. Είμαι σίγουρη πως δε θα παρεξηγηθώ. Καληνύχτα σας.
- Ντριννννν! το τηλέφωνο.
- Μανουλίτσα, σε λίγο κατεβαίνουμε απ’ το τρόλεϊ.
- Καλά, πουλάκι μου, αλλά πέφτω για ύπνο, είμαι ψόφια, δε θα σας περιμένω.
- Οκ μανουλίτσα, σε πήρα επειδή μου είπες να σου τηλεφωνήσω πριν φτάσουμε σπίτι.
- Ναι, καρδούλα μου, σ’ ευχαριστώ, καληνύχτα σου!
- Α! μαμά, να κλείσεις την πόρτα σου!
Θα κοιμηθώ λοιπόν κεκλεισμένων των θυρών. Ε, Μήτσος είν’ αυτός!
Και πάλι καληνύχτα… Τι καληνύχτα, καλημέρα!
~~~~~~~~~~~~~~συνέχεια~~~~~~~~~~~~~~
Την επόμενη μέρα, προχωρημένο πρωί, βρήκα το Μήτσο αγουροξυπνημένο στο καναπέ. Στρίψαμε τσιγάρο, φτιάξαμε πρωϊνό, είπαμε διάφορα για σπουδές, για υπολογιστές και προγράμματα, για τον καιρό που είχε ξημερώσει μουρτζούφλης. Σε λιγάκι, ξύπνησε και η κορούλα μου και φύγανε τα δυο τους για την Ακρόπολη και το Θησείο. Το απόγευμα το πρόγραμμα περιλάμβανε θέατρο «Ο κύκλος με την κιμωλία». Αχ, νιάτα! Χτες το βραδάκι έφυγε για να κάνει πρωτοχρονιά με τους γονείς του. Αυτά ψιθύρισα και αμαρτίαν ουκ έχω -ή μήπως έχω;
- Θάρθει εδώ;
- Θα τον φιλοξενήσω μαμά! Πού αλλού να μείνει το παιδί;
- Στο δωμάτιό σου;
- Φυσικά.
- Ετσι όπως είναι; Πού θ' ακουμπήσει τα πράγματα του; Ούτε να στρίψει δε μπορεί κανείς εκεί μέσα.
- Ωχ! Εχεις δίκιο! Τρέχω να συμμαζέψω... Μανουλίτσα μου!
Ετσι, «μανουλίτσα», με λέει τρυφερά. Οταν θέλει να με πειράξει, με λέει με στόμφο «μυτέρα» ακριβώς όπως της έχω περιγράψει τις γελοιογραφίες του Μποστ, με ένα ύψιλον που ακούγεται οξύ και σαρκαστικό. Το ζιζάνιο!
Βρίσκομαι το λοιπόν να περιμένω το Μήτσο απ' τη Πάτρα, όπως τον λέει χαϊδευτικά. Πήγε να τον παραλάβει, δεν ξέρω από πού, και όπου νάναι έρχονται. Της είπα να τηλεφωνήσει πλησιάζοντας, μη με καταλάβουν εξαπίνης. Περιττό να πω ότι, ως συνήθως, είμαι άυπνη, ψόφια από κούραση σωματική και πνευματική, έγραφα ακατάπαυστα για 30 ώρες περίπου. Θέλω να τελειώσω αυτό το δοκίμιο να το παραδώσω επιτέλους.
Περιμένω λοιπόν και σκέφτομαι πως όλο και κάτι περιμένουμε στη ζωή μας. Περιμένουμε να έρθει κάτι ή να φύγει. Η γενιά του ’40 περίμενε να τελειώσει ο πόλεμος, να φύγουν οι γερμανοί, υπήρχε ένα ζωηρό όραμα για καλύτερη ζωή, άσχετο τι έγινε μετά. Η δική μου γενιά περίμενε μια άνοιξη, που είχε δώσει τα δείγματά της εκείνο το ’65-’66 με την έκρηξη της Τέχνης, αλλά η άνοιξη άργησε νάρθει και η γενιά διαβρώθηκε και κακοποιήθηκε στην περίοδο της δικτατορίας που, πάλι, περιμέναμε να φύγει για ν’ ανθίσει επιτέλους τ’ όνειρο.
Θυμάμαι στους δρόμους χαρτάκια με τυπωμένη μια δραχμή μαζί με το σλόγκαν του Κανελλόπουλου «Αυτή η δραχμή είναι δική σου, μην αφήσεις τον Παπανδρέου να στην πάρει». Δεν την πήρε ο Παπανδρέου, την τσάκισε ο Παπαδόπουλος (λίγο από παπα- και λίγο από -όπουλος). Κάποιοι είπαν ότι η Ελλάδα ευημερούσε στις μέρες του -ποιες μέρες; Νύχτες! Αλλά δεν καταλαβαίνω μια ευημερία όταν ο μισός πληθυσμός δεινοπαθεί στις εξορίες. Ισως γι αυτό να ευημερούσαν οι υπόλοιποι, επειδή υπήρχε προσφορά εργασίας για τους απέξω.
Θυμάμαι το καλοκαίρι του ’68 που πηγαίναμε στην πλαζ της Βουλιαγμένης για ν’ ακούμε Θεοδωράκη. Ναι! Βάζανε συνέχεια το σαχλοτράγουδο «θα πάρω μια βαρκούλα καρδούλα μου» και αντηχούσε ο τόπος, δεν είχαν καταλάβει πως ήταν του Θεοδωράκη; Ισως. Αλλά, ούτε κοίταζαν το δίσκο που έβαζαν; Θα ήταν σε κανένα αυτόματο τζουκ μποξ φαίνεται. Εμείς όμως, οι κολυμβητές, ακούγαμε Θεοδωράκη και ανταλλάσσαμε πονηρές ματιές. Μέχρι που σταμάτησε να μπαίνει. Κάποιος «πατριώτης» θα το σφύριξε στη διεύθυνση.
Με τη μεταπολίτευση, το ’74, μπουκώσαμε τόσο Θεοδωράκη, όσο δεν έπαιρνε άλλο. Τον πρώτο μήνα ήταν ο «λεβέντης» και το «σαν το αϊτό φτερούγαγε στη στράτα…» που ακουγόταν παντού, στο δρόμο, στις πλατείες, στο ραδιόφωνο, σε όλους τους σταθμούς, έκανε να τρίζουν τα πεζοδρόμια. Στην αρχή, ανατρίχιαζα σύγκορμη στο άκουσμά του, ένιωθα αϊτός, έτοιμη να πετάξω. Σιγά σιγά το συνήθισα. Σήμερα που το σκέφτομαι, ανατριχιάζω πάλι.
Ετσι λοιπόν. Κάτι περιμέναμε πάντα. Κάτι περίμενα στη ζωή μου, πότε να φύγει και πότε νάρθει. Τώρα, περιμένω το Μήτσο από την Πάτρα. Είναι αργά όμως και είμαι ψόφια από τη νύστα. Δεν θα περιμένω άλλο. Πάω για ύπνο και τον βλέπω αύριο το πρωί. Είμαι σίγουρη πως δε θα παρεξηγηθώ. Καληνύχτα σας.
- Ντριννννν! το τηλέφωνο.
- Μανουλίτσα, σε λίγο κατεβαίνουμε απ’ το τρόλεϊ.
- Καλά, πουλάκι μου, αλλά πέφτω για ύπνο, είμαι ψόφια, δε θα σας περιμένω.
- Οκ μανουλίτσα, σε πήρα επειδή μου είπες να σου τηλεφωνήσω πριν φτάσουμε σπίτι.
- Ναι, καρδούλα μου, σ’ ευχαριστώ, καληνύχτα σου!
- Α! μαμά, να κλείσεις την πόρτα σου!
Θα κοιμηθώ λοιπόν κεκλεισμένων των θυρών. Ε, Μήτσος είν’ αυτός!
Και πάλι καληνύχτα… Τι καληνύχτα, καλημέρα!
~~~~~~~~~~~~~~συνέχεια~~~~~~~~~~~~~~
Την επόμενη μέρα, προχωρημένο πρωί, βρήκα το Μήτσο αγουροξυπνημένο στο καναπέ. Στρίψαμε τσιγάρο, φτιάξαμε πρωϊνό, είπαμε διάφορα για σπουδές, για υπολογιστές και προγράμματα, για τον καιρό που είχε ξημερώσει μουρτζούφλης. Σε λιγάκι, ξύπνησε και η κορούλα μου και φύγανε τα δυο τους για την Ακρόπολη και το Θησείο. Το απόγευμα το πρόγραμμα περιλάμβανε θέατρο «Ο κύκλος με την κιμωλία». Αχ, νιάτα! Χτες το βραδάκι έφυγε για να κάνει πρωτοχρονιά με τους γονείς του. Αυτά ψιθύρισα και αμαρτίαν ουκ έχω -ή μήπως έχω;























This is a FunEL









