Σάββατο, Ιουνίου 30, 2018

555. το μοιραίο συναπάντημα

-Εμένα, αγαπητέ Μανώλη, δεν με νοιάζει ποιος είναι στην εξουσία. Δεν με ενδιαφέρει. Ούτε καν ποια είναι η Εξουσία με νοιάζει. Σήμερα είναι αυτοί που είναι, αύριο μπορεί να ανέβουν οι παπάδες, μεθαύριο οι τραπεζίτες να αναλάβουνε φόρα παρτίδα, αργότερα, ποιος ξέρει, μπορεί να έρθει ακόμα κι ο Θεός και να πει "τα κάνατε σκατά και το παίρνω πάνω μου, από δω και πέρα θα κάνω ο ίδιος ζάφτι" ή και ο διάολος, πού ξέρεις; όλα γίνονται, κι ο κουμουνισμός μπορεί, δεν είδες τι έγινε στη Ρουσία; Ο,τι και να γίνει, εγώ τη δουλειά μου θα την κάνω, αγαπητέ Μανώλη. Ολοι χρειάζονται τη δουλειά μου, όπως την έχεις κι εσύ χρεία.


Αυτά έλεγε στο τηλέφωνο εκείνη τη νύχτα που πλημμύρισε το σύμπαν και χάθηκε τόσος κόσμος στη Νέα Ορλεάνη, δυο σπιθαμές στο χάρτη από το σπίτι στα Βόρεια Προάστεια. Μιλούσε στο τηλέφωνο και χάιδευε το ξανθόμαλλο κεφαλάκι με τα απαλά μαλλάκια, που ήταν ακουμπισμένο στα γόνατά του σαν μαξιλαράκι ή και σαν γατί.

Το κεφαλάκι έστρεψε και τον κοίταξε με το βλέμμα το αγνό, το χαμένο στα πέρατα του ορίζοντα, λες και κοίταζε μέσα από το δικό του βαρύ κεφάλι που ήτανε σαν της χελώνας και σαν σκαλισμένο σε πέτρα ή σε ξύλο μάλλον, επειδή το χρώμα του ξύλου είχε. Το δικό του βλέμμα δεν ξεχώριζε, χωμένο βαθειά στις κόγχες, παρόλα αυτά την κοίταξε κι αυτός κι εκείνη το κατάλαβε πως την κοίταξε και σηκώθηκε κι ακούμπησε το κεφαλάκι της στον ώμο του ψιθυρίζοντας:

-Είσαι καλός, πολύ καλός είσαι κατά βάθος, μόνο που δεν θέλεις να το δείχνεις, έτσι δεν είναι; 

Εκείνος χαμογέλασε, όσο μπορεί να χαμογελά ένα ξύλινο κεφάλι, και έγειρε για λίγο το ξερό του στο δικό της ώμο "και τώρα, τι θές να κάνουμε μωρό μου" ρωτώντας και μη ρωτώντας την, μια ερώτηση που έμοιαζε με διαταγή.

-Θέλω να μου πεις ποια είναι η δουλειά σου, του είπε εκείνη.

-Η δουλειά μου δεν λέγεται, μονάχα δείχνεται και καλύτερα να μη στη δείξω, της απάντησε με μια φωνή στεγνή και κομπιασμένη, που έμοιαζε με σκίσιμο ξερόκλαδων.

-Ω, να μου δείξεις, θα τό 'θελα πολύ να μου έδειχνες! του είπε με ενθουσιασμό.

-Είσαι σίγουρη μικρούλα μου; αυτό μπορεί να σου στοιχίσει πολύ ακριβά.

-Οσο και να μου στοιχίσει, δείξε μου, αχ, δείξε μου!

Εκείνος τότε, σήκωσε το κεφαλάκι της και, φέρνοντάς το αντίκρυ στο δικό του, το σαν χοντροσκαλισμένο σε ξύλο καρυδιάς, τύλιξε με τα σκληρά του χέρια το λαιμουδάκι της και το έσφιξε όσο δεν παίρνει άλλο. Το ξανθομάλλικό της έπεσε μαλακά στο πλάι, εκείνος σηκώθηκε και τίναξε από πάνω του το ξέπνοο κορμάκι "εσύ το ήθελες να δεις" λέγοντας, αλλά δεν υπήρχε ψυχή να τον ακούσει.

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2018

554. το μικρό παιδί

μέσα κλαίει ένα μικρό παιδί
πολλά μικρά παιδιά μαζευτήκαν μέσα
σίγουρα και το δικό σου μικρό παιδί θα κλαίει
γιατί βιάστηκες να το ενηλικιώσεις;
γιατί στον πόλεμο το έστειλες;
νόμιζε πως πάει στο περίπτερο, μα εκεί έπεφτε ντουφεκίδι
άσε το παιδί ελεύθερο
ελευθέρωσε το μικρό παιδί
ελευθέρωσε άλλο ένα μικρό παιδί
άσε να βγει
άνοιξε τις πόρτες
οι καρδιές δεν πρέπει νά 'ναι φυλακές
με πόρτες ερμητικά κλειστές
με μικρά παιδιά που κλαίνε μέσα

***
κάπου κάπου ανεβαίνει ένας αδύναμος λυγμός:
κάπου μέσα κλαίει ένα μικρό παιδί

***
______________
ΣΗΜ. μόλις τώρα γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2018

553. ανθρωπόμαζα..

..ξαφνικά, ξημέρωσε η μέρα που χάθηκαν τα πρόσωπα των ανθρώπων, αλλά σχεδόν κανείς δεν το κατάλαβε, μονάχα λίγοι εξοικειωμένοι με τη συνήθεια να κοιτάζουν τον άλλο κατά πρόσωπο.. οι δρόμοι πλημμύρισαν απρόσωπα όντα με ανθρώπινο σουλούπι.. ρουφηγμένα τα χαρακτηριστικά που ξεχώριζαν ίσαμε την προηγουμένη τον κάθε άνθρωπο από κάποιον άλλο.. μύτες, αυτιά, μάτια, φρύδια, χείλη, όλα είχαν εξαφανιστεί μέσα σε μια λευκή άσπρη μάζα σαν από πλαστελίνη.. ανθρωπόμορφα σώματα κυκλοφορούσαν κανονικά, χωρίς να βλέπουν, να μιλούν, να ακούν ό,τιδήποτε.. μονάχα περπατούσαν σαν υπνωτισμένα κάνοντας τις καθημερινές τους εργασίες.. να πάνε στα γραφεία τους, δηλαδή, για ψώνια ή για να πετάξουν τα σκουπίδια.. αθόρυβα εντελώς, τσούλαγαν στα πεζοδρόμια.. μαζί με τα πρόσωπα, εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας και τα οχήματα.. οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από μια σερνάμενη ανθρωπόμαζα..
____________
ΣΗΜ. γράφτηκε στις 12 Ιουνίου 2017 στο f/b

Τρίτη, Ιουνίου 12, 2018

552. Καρυατιάδα - Επος ηρωϊκόν, διαρκώς ανασχηματιζόμενον


Καρυάτιδες με χάρη
αποπνέουσαι θυμάρι
μπήκαν μέσα στα μουσεία
με ορμή κι αυτοθυσία


Στο μουσείο του Λονδίνου
«εχω μια μα δεν στη δίνω»
λέει ο φύλακας στην πρώτη
και αρχίσανε οι κρότοι!

Μπαμ! εδω και μπαμ! πιο πέρα
εξεκίνησε η μέρα...
Τράβαγαν οι κοπελίτσες
να γεμίσουν τις βαλίτσες...

Γύρευαν την αδελφή των
στην Οξφόρδη και στο Ήτον
στην Οξφόρδη δεν τη βρήκαν
και το Ήτον θέλει προίκαν...

..τότε, η σιγή εθραύσθη..
«Φέρτε τον Καρυοθραύστη!»
είπε η πρώτη στεντορείως
κι έρευσεν ιδρώτας κρύος...

(συνεχιζεται μέχρι να βαρεθω, βοηθήστε με σχόλια)
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε στις 11 Ιουνίου 2014 στο f/b

Δευτέρα, Ιουνίου 11, 2018

551. ο Γιώργος

κάποτε, πολύ παλιά, λάβαινα κάποια ανώνυμα τηλεφωνήματα από έναν απελπισμένο νέο.. αφού περάσαν κάμποσες μέρες και θεώρησε πως ήταν ασφαλής (υποθέτω δλδ) εκμυστηρεύτηκε το πρόβλημά του.. ένοιωθε εγκλωβισμένος μέσα στο κορμί του, που ήταν (παρά τη θέληση και τις ανάγκες του) αντρικό.. βαφτισμένος Γιώργος, επιθυμούσε διακαώς να λέγεται Αλέξια (βάζω ονόματα στην τυχη, βεβαια) και ζητούσε τη γνώμη μου, τι να κάνει, να το πει στους γονείς του, κλπ κλπ.. Εδώ που τα λέμε, ανίδεη εντελώς περί παρόμοιων ζητημάτων, προσπάθησα να τον κάνω να σιγουρευτεί για την απόφασή του, αλλά μου είπε ότι δεν πρόκειται για απόφαση και είναι θέμα πραγματικότητας.. μετά απο λίγο καιρό, ήρθε στο γραφείο μια θεογκόμενα μελαχροινή με υπέροχα μάτια και δικτυωτό μαύρο καλσόν.. ήθελε συμβουλές για κάποιο ακίνητο.. κάθισε απέναντί μου, συζητήσαμε αρκετή ώρα και στο τέλος, όταν χαιρετιόμαστε, μου είπε "δεν με γνώρισες, ε;" και "όχι" απάντησα "αν είχαμε ξανασυναντηθεί, θα το θυμόμουνα".. "είμαι ο Γιώργος!" μου είπε θριαμβευτικά και με άφησε κόκκαλο!
_______________
ΣΗΜ. γράφτηκε στις 11 Ιουνίου 2017 στο f/b

550. ο Λούλης

επικίνδυνα για την υγεία ήταν τα κελύφη των αυγών, που αφθονούσαν στα χωράφια μετά τον πόλεμο.. θέριζε η φυματίωση και οι φυματικοί (νέοι κυρίως) ήταν καλό -λέγαν- να ρουφάνε αυγά.. θυμάμαι τον Λούλη, το γιο του ιδιοκτήτη του σπιτιού όπου μέναμε, να βήχει μέχρις εξαντλήσεως.. μου λέγανε να μη τον πλησιάζω, αλλά δεν δίναν επαρκείς εξηγήσεις κι έτσι, μια μέρα δέχτηκα να με πάει βόλτα με το ποδήλατό του.. μου είπε όμως να προσέχω να μη βάλω το πόδι μου στις ακτίνες του ποδηλάτου που έβλεπα καταγοητευμένη να στριφογυρίζουν σαν τρελλές.. τί ήθελε και τό 'πε; μού μπήκε η ιδέα και το ποδαράκι μου πήγε αυτομάτως εκεί με αποτέλεσμα να βρεθούμε χάμω.. ευτυχώς, δεν χτύπησα, αλλά ο Λούλης ο καημένος χτύπησε τον αγκώνα του.. την άλλη μέρα, επέστρεψε στο Σανατόριο και δεν τον ξαναείδαμε
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε στο f/b στις 11 Ιουνίου 2017

Τετάρτη, Ιουνίου 06, 2018

549. ο παπάς τη ενορίας

παλιά, ήταν ένας παπάς σε μια ενορία που τον μεταθέσαν ξαφνικά και μετά από πολλά χρόνια έμαθα από φίλη και γειτόνισσα ότι ζήταγε από κοριτσάκια 12-15 χρονών να γδύνονται μπροστά του και να τα χαρτζηλικώνει "δεν θα σου κάνω τίποτα, ούτε θα σ' αγγίξω, μόνο να σε βλέπω γυμνή για λίγη ώρα" είχε πει στη φίλη μου και αναρωτιέμαι γιατί έπρεπε να περάσουν καμμιά 40ρια χρόνια για να μου το εξομολογηθεί, γιατί δεν το είπε στους γονείς της, γιατί...Τώρα που το ξανασκέφτηκα, δυστυχισμένος άνθρωπος μεν ο παπάς, αλλά πόση δυστυχία έδωσε στα κοριτσάκια αυτά ξεπαρθενεύοντας την ψυχική τους αγνότητα.
______
ΣΗΜ. γράφτηκε πριν από λίγο στο f/b

548. τα Τέρατα της Ανδρομέδας

και ξαφνικά, ένα πρωί, συνειδητοποίησα ότι κυκλοφορούν στους δρόμος μόνο γέροι.. με μπαστουνάκια, πατερίτσες, αναπηρικές πολυθρόνες, πάνε κι έρχονται, τσουλάνε, βηματίζουν με αστάθεια, στηρίζονται σε τοίχους και δέντρα, σχεδόν σερνάμενοι, αλλά προχωρούν.. σαν υπνωτισμένοι προχωρούν.. έχουν ξεχειλίσει από τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών, πέφτουν σαν σταγόνες από παχύρρευστο υγρό.. ίσως μέλι, θα έλεγα, αλλά το μέλι δεν ταιριάζει και τόσο.. ξαπλώνουν σε παγκάκια να ξαποστάσουν, απλώνονται στα κατώφλια, γέρνουν στηριγμένοι σε αυτοκίνητα ακίνητα.. κουνάνε βεντάλιες και παλιές εφημερίδες να δροσίσουν το πρόσωπο.. καινούργιες εφημερίδες δεν τυπώνονται πια.. τα ρούχα τους κουρέλια, τα βλέμματα κουρέλια ξεφτισμένα.. αυτοί απόμειναν μονάχα από το γένος των ανθρώπων.. μερικά ξέφτια από άνθρωπο άφησαν στη ζωή τα Τέρατα της Ανδρομέδας, ούτε για τα μουσεία τους δεν αξίζουν οι γέροι.. κάπου κάπου, ένα ξεροκόμματο κρεμασμένο από αγκίστρι πλησιάζει τα πρόσωπα των γέρων, αλλά εκείνοι προτιμούν να πεθάνουν από πείνα
_____________
ΣΗΜ. γραμμένο στις 6/6/2017 στο f/b
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...