-Εμένα, αγαπητέ Μανώλη, δεν με νοιάζει ποιος είναι στην εξουσία. Δεν με ενδιαφέρει. Ούτε καν ποια είναι η Εξουσία με νοιάζει. Σήμερα είναι αυτοί που είναι, αύριο μπορεί να ανέβουν οι παπάδες, μεθαύριο οι τραπεζίτες να αναλάβουνε φόρα παρτίδα, αργότερα, ποιος ξέρει, μπορεί να έρθει ακόμα κι ο Θεός και να πει "τα κάνατε σκατά και το παίρνω πάνω μου, από δω και πέρα θα κάνω ο ίδιος ζάφτι" ή και ο διάολος, πού ξέρεις; όλα γίνονται, κι ο κουμουνισμός μπορεί, δεν είδες τι έγινε στη Ρουσία; Ο,τι και να γίνει, εγώ τη δουλειά μου θα την κάνω, αγαπητέ Μανώλη. Ολοι χρειάζονται τη δουλειά μου, όπως την έχεις κι εσύ χρεία.
Αυτά έλεγε στο τηλέφωνο εκείνη τη νύχτα που πλημμύρισε το σύμπαν και χάθηκε τόσος κόσμος στη Νέα Ορλεάνη, δυο σπιθαμές στο χάρτη από το σπίτι στα Βόρεια Προάστεια. Μιλούσε στο τηλέφωνο και χάιδευε το ξανθόμαλλο κεφαλάκι με τα απαλά μαλλάκια, που ήταν ακουμπισμένο στα γόνατά του σαν μαξιλαράκι ή και σαν γατί.
Το κεφαλάκι έστρεψε και τον κοίταξε με το βλέμμα το αγνό, το χαμένο στα πέρατα του ορίζοντα, λες και κοίταζε μέσα από το δικό του βαρύ κεφάλι που ήτανε σαν της χελώνας και σαν σκαλισμένο σε πέτρα ή σε ξύλο μάλλον, επειδή το χρώμα του ξύλου είχε. Το δικό του βλέμμα δεν ξεχώριζε, χωμένο βαθειά στις κόγχες, παρόλα αυτά την κοίταξε κι αυτός κι εκείνη το κατάλαβε πως την κοίταξε και σηκώθηκε κι ακούμπησε το κεφαλάκι της στον ώμο του ψιθυρίζοντας:
-Είσαι καλός, πολύ καλός είσαι κατά βάθος, μόνο που δεν θέλεις να το δείχνεις, έτσι δεν είναι;
Εκείνος χαμογέλασε, όσο μπορεί να χαμογελά ένα ξύλινο κεφάλι, και έγειρε για λίγο το ξερό του στο δικό της ώμο "και τώρα, τι θές να κάνουμε μωρό μου" ρωτώντας και μη ρωτώντας την, μια ερώτηση που έμοιαζε με διαταγή.
-Θέλω να μου πεις ποια είναι η δουλειά σου, του είπε εκείνη.
-Η δουλειά μου δεν λέγεται, μονάχα δείχνεται και καλύτερα να μη στη δείξω, της απάντησε με μια φωνή στεγνή και κομπιασμένη, που έμοιαζε με σκίσιμο ξερόκλαδων.
-Ω, να μου δείξεις, θα τό 'θελα πολύ να μου έδειχνες! του είπε με ενθουσιασμό.
-Είσαι σίγουρη μικρούλα μου; αυτό μπορεί να σου στοιχίσει πολύ ακριβά.
-Οσο και να μου στοιχίσει, δείξε μου, αχ, δείξε μου!
Εκείνος τότε, σήκωσε το κεφαλάκι της και, φέρνοντάς το αντίκρυ στο δικό του, το σαν χοντροσκαλισμένο σε ξύλο καρυδιάς, τύλιξε με τα σκληρά του χέρια το λαιμουδάκι της και το έσφιξε όσο δεν παίρνει άλλο. Το ξανθομάλλικό της έπεσε μαλακά στο πλάι, εκείνος σηκώθηκε και τίναξε από πάνω του το ξέπνοο κορμάκι "εσύ το ήθελες να δεις" λέγοντας, αλλά δεν υπήρχε ψυχή να τον ακούσει.



This is a FunEL









