Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταχυδραματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταχυδραματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2009

357. μου μιλώ, αλλα δεν με ακούω

Μιλώ με μένα.
Δεν υπάρχει χειρότερος ακροατής από μένα για μένα.
Δεν με ακούω.
Ο,τι και να μου πω, πάει στο βρόντο.
Εξακολουθώ να μου μιλώ.
Εχω υπομονή και προσπαθώ να με πείσω.
Γιατί να με πείσω και για τί;
Ούτε που ξέρω, ούτε που θα το μάθω ποτέ.
Μόνο μιλώ.
Σε μένα.
Παρόλο που δεν με ακούω, εξακολουθώ να μου μιλώ.
Θέλω να κρατώ επαφή με μένα.
Αύριο, μπορεί να μιλήσω και σε σένα.
Ισως.
Δυσκολεύομαι να σου μιλήσω, επειδή δεν ξέρω αν θα με ακούσεις.
Για τούτο επιμένω να μιλώ σε μένα.
Επειδή, ακόμα κι αν δεν με ακούω, με γνωρίζω αρκετά ώστε να μου μιλώ.
Επειδή, μπορεί κάποτε να με ακούσω.
Το ελπίζω.
Επειδή με ξέρω αρκετά.
Ισως.
Κι αν δεν με γνωρίζω αρκετά;
Αν κάνω λάθος;
Δεν πειράζει, θα εξακολουθώ να μου μιλώ.
Ακόμα κι αν είναι απολύτως σίγουρο πως αποκλείεται να με ακούσω ποτέ.
Θα μου μιλώ, θα μου μιλώ, θα μου μιλώ.
Πείσμωσα τώρα!

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2009

340. σύννεφο ξεβράκωτο



έτρεχε ανεμίζοντας

ένα γυμνό κωλαράκι αναβόσβηνε κάτω από το αέρινο ρουχαλάκι
-τσαφ τσαφ-
όσο κατηφόριζε τρέχοντας
να φτάσει, αχ, να προλάβει να προφτάσει το πλοίο
να προφτάσει να τον δει, να του μιλήσει,
έστω να προλάβει να κουνήσει το μαντίλι
και να σιγουρευτεί πως την είδε


εκείνος όμως

ήταν πίσω της, δεν είχε φύγει,
ξημερώθηκε ξάγρυπνος μετά τον καυγά
κι αποφάσισε να μη φύγει
έτσι κίνησε για το πλοίο,
να πει στον καπετάνιο την απόφασή του
έστω και την τελευταία στιγμή
να μη φανεί ασυνεπής
την έβλεπε λοιπόν, έβλεπε το κωλαράκι της
να πηγαίνει πέρα δώθε το φουστανάκι πάνω του
και να το μισοκρύβει και
«πού πας μωρή ξεβράκωτη;» ήθελε να φωνάξει
αλλά έμενε άλαλος μπροστά στη θέα
αυτηνής της θεάς που πιλάλαγε
λες κι είχε πιάσει φωτιά το μουνί της
κι έτρεχε να το σβήσει στη θάλασσα


σαν σύννεφο

σκέπαζε τα μάτια του εκείνη η φιγούρα
η αέρινη που έτρεχε σαν σύννεφο έτοιμο για βροχή
τα ένοιωθε τα δάκρια να έρχονται
μια φουρτούνα δάκρια θα σκάγαν όπου νά'ναι
τα ένοιωθε και κείνη τα δάκρια να έρχονται
μια μαυρίλα, ένα συννεφομπούκωμα την έπνιξε
όταν είδε το πλοίο σαλπαρισμένο
«ξεκίνησαν κιόλας, αχ!» βόγγηξε κι έπεσε τα μπρούμυτα
πάνω στο πλακόστρωτο έπεσε και τό'βρεχε
με δάκρια και αίμα
-γιατί αίμα;-
«το μωρό μας!» έσκουξε αυτός κι από πίσω
βρέθηκε πλάι της να την έχει αρπάξει αγκαλιά
την κανάκευε σαν μωρό και σκέπαζε όσο γινόταν
με τό'να χέρι το κωλαράκι να μη φαίνεται
και με τ'άλλο χάιδευε τα μαλλιά και το λαιμό της
κι εκείνη «όχι, όχι, μάλλον δεν ήμουν έγκυος» και
«αχ, τι καλά που δεν έφυγες!» έλεγε μπερδεμένα
τη μια φράση μετά την άλλη και ξανά και ξανά
κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά
-ξεβράκωτο σύννεφο το μουνάκι της
έβρεχε αίμα πάνω στα μπράτσα του-
και πήγαν σπίτι να σκαρώσουν νέα σχέδια
η μπόρα πέρασε
οι κεραυνοί σταμάτησαν
όλα μπήκαν στη θέση τους
και το σύννεφο φόρεσε βρακί


ΣΗΜ. Αυτή τη φορά, γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου στο μπλογκ μου, στο radiobubble.gr που δεν υπάρχει πια..
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...