Κάποιος Άλλος Ήρθε Πρώτος
Ένα φίδι ήρθε στη στέρνα μου
Μία
καυτή μέρα του Ιούλη,
Να πιει νερό.
Κατέβηκα τα σκαλοπάτια με τη στάμνα μου
Στις βαθιές, μυστηριακές, ευωδιαστές σκιές της μεγάλης χαρουπιάς
Μα στάθηκα, περίμενα, κάποιος άλλος ήρθε πρώτος στη στέρνα.
Κατέβηκε από μια ρωγμή των τοιχωμάτων στο μισοσκόταδο
Σύρθηκε, με μαλακή κοιλιά και σκουρόχρυση ράχη, πάνω στην πέτρα του χείλους,
Κι ακούμπησε τα σαγόνια του στην πέτρα του πάτου,
Εκεί που η βρύση έσταζε και καθάριζε τη θολούρα του νερού,
Ήπιε απαλά, ρούφηξε το νερό μέσα στο μακρύ κορμί του,
Χωρίς κανένα θόρυβο.
Κάποιος άλλος ήρθε πρώτος στη στέρνα.
Κι εγώ δεύτερος, στην ουρά να περιμένω.
Σήκωσε το κεφάλι του, όπως τα μοσχάρια,
Με κοίταξε θολά, όπως τα μοσχάρια σαν πίνουν νερό,
Έπαιξε τη διχαλωτή του γλώσσα, αναλογίστηκε μια στιγμή,
Έσκυψε και ήπιε λίγο ακόμα,
Με το καφέ της γης, με το χρυσό της γης, γεννημένο απ’ τα καυτά σπλάχνα της γης
Μια μέρα του Ιούλη στη Σικελία, με την Αίτνα να καπνίζει.
Χρόνια εκπαίδευσης μίλησαν μέσα μου και είπαν
Σκότωσέ τον,
Φίδια της Σικελίας – τα μαύρα είναι άκακα, τα χρυσαφιά είναι φαρμακερά.
Και συνέχισε η φωνή, Αν ήσουν άντρας
Θα ‘παιρνες τώρα ένα ραβδί και θα του τσάκιζες τη ράχη.
Μα ήταν τόσο όμορφος,
Κι εγώ τυχερός που μου ‘ρθε σαν αθόρυβος καλεσμένος
Να πιει νερό απ’ τη στέρνα μου και να γυρίσει ήσυχος, ειρηνικός, αξιοπρεπής,
Μέσ’ στα καυτά σπλάχνα της γης.
Δεν τόλμησα να τον σκοτώσω – ήταν από δειλία;
Και πόσο ήθελα να του μιλήσω – από διαστροφή;
Ένιωσα τόσο τιμημένος – από ταπεινότητα; Μα πόσο τιμημένος ένιωσα…
Και είπαν οι φωνές:
Αν δεν φοβόσουν, θα τον σκότωνες!
Και ναι, ένιωθα φόβο, πολύ φόβο, μα ακόμα πιο πολύ
Ένιωθα την τιμή που μου ‘κανε,
Που μου ‘ρθε επισκέπτης από τις μαύρες πύλες της μυστικής γης.
Ήπιε αρκετά
Και σήκωσε το κεφάλι του σαν ονειροπαρμένος, σαν μεθυσμένος,
Έπαιξε τη μαύρη γλώσσα του, διχάλα νύχτας στον αέρα,
Σαν για να γλύψει τα χείλη του,
Κοίταξε τριγύρω, θεός με άδειο βλέμμα,
Και γύρισε αργά το κεφάλι του,
Κι αργά, πολύ αργά, σαν βαθιά ονειροπαρμένος,
Τράβηξε κουλουριαστά το δρόμο του,
Άρχισε να σκαρφαλώνει στο τοίχωμα της στέρνας.
Κι όταν το κεφάλι του έσβησε μέσα σ’ εκείνη τη φοβερή ρωγμή,
Κι όταν η ράχη του άρχισε να εξαφανίζεται αργά,
Κάτι σαν τρόμος, σαν διαμαρτυρία με κατέλαβε,
Να μη χαθεί σ’ εκείνη τη αποτρόπαια ρωγμή,
Να μην ξεφύγει μέσα στη χθόνια μαυρίλα.
Άφησα τη στάμνα μου, κοίταξα γύρω,
Σήκωσα ένα στραβό ξύλο
Και το πέταξα μέσα στη στέρνα.
Δεν τον χτύπησα, νομίζω,
Όμως ξαφνικά συσπάστηκε η ουρά του
Συσπάστηκε με μια βιασύνη όλο αναξιοπρέπεια.
Τινάχτηκε σαν αστραπή και χάθηκε
Μέσα στη σκοτεινή ρωγμή της γης, στο τοίχωμα της στέρνας,
Που απέμεινα να κοιτώ συνεπαρμένος, μέσα στην ησυχία του μεσημεριού.
Κι αμέσως το μετάνιωσα.
Τι ευτελής, χυδαία πράξη όλο κακία!
Κατάρα σε μένα και σ’ όλα τα χρόνια της εκπαίδευσής μου.
Πήγα, από διεστραμμένο καπρίτσιο, να σκοτώσω κάτι αγνό
Πόσο θα ‘θελα να ξαναρχόταν, το φίδι μου…
Γιατί σαν βασιλιάς μου φάνηκε,
Σαν αστεφάνωτος βασιλιάς, εξόριστος στον κάτω κόσμο,
Έτοιμος να αναλάβει και πάλι το βασίλειό του.
Να πώς έχασα την ευκαιρία που μου έδωσε ένας από τους άρχοντες
Της ζωής.
Να πώς μου απέμεινε κάτι να εξιλεωθώ:
Η μικροπρέπειά μου.
Taormina, 1923
_______________________
σχολιο που ειχα κανει εδω στο σχετικό ποστ του Ηλία
και το μεταφερω για να το θυμαμαι καπου καπου: «Η δουλεια της ποιησης
(και συνεπως του ποιητη) ειναι να σιαχνει εικονες με λεξεις. Εικονες,
μεσα στις οποιες μπορει ο αναγνωστης να αναγνωρισει
κατι απο τον εαυτο του, το περιβαλλον του, κλπ, αλλα όχι εικονες
απλοϊκα δοσμενες σαν δελτιο καιρου ή άλλο δελτίο -ειδησεων, διατροφης,
κλπ.
Δηλαδή, εικονες που θα "ψάξει και θα ψαχτεί" ώστε να τις αναγνωρίσει.
Οι
εικονες του αναγνωστη δεν ειναι απαραιτητο να συμφωνουν με τις εικονες
που ειχε ο ποιητης στο μυαλο του και τις εβαλε μέσω λεξεων στο χαρτι -ή
οπουδήποτε αλλου.
Ετσι,
μεγαλυτερη αξια δινεται σε ενα ποιημα που οι εικονες του ειναι
δυσδιακριτες ή/και υπαρχει δυνατοτητα ανεύρεσης αενάως νέων εικονων,
πρέπει να σπας το κεφαλι σου δλδ να βρεις τι ειχε στο νου του ο καθε
ποέτας όταν εγραφε αυτο ή εκεινο, κλπ κλπ.
Επειτα,
καθενα αναγνωστη ποιησης "αγγιζει" ενα έργο που του λέει κάτι, του
αναμοχλεύει συναισθηματα μέσω των εικονων που του δίνει την ευκαιρία να
σχηματίσει ή να ανακαλύψει *ο ίδιος ο αναγνωστης, χωρις τη βούληση του
ποιητή* κρυμμένες μέσα στον εγκέφαλό του. Ο ποιητής μπορεί να μην είχε
τις ιδιες εικονες στο μυαλο του οταν έγραφε το συγκεκριμενο ποιημα,
μπορει να μην ειχε καν εικονες, και το αν "άγγιξε" ευαισθητες χορδες του
αναγνωστη οφείλεται αποκλειστικα στον εγκεφαλο του αναγνωστη.
Το φίδι του Λώρενς μπορει καλλιστα να σιαχτηκε τη στιγμη που ο ποιητης ειδε ενα φιδακι να περνα!!!
Οι
στιχοι όμως γραφτηκαν με τετοιο τροπο ωστε να δινουν την
ευκαιρια/δυνατοτητα στον αναγνωστη να σχηματισει όποια εικονα (ή
περισσοτερες απο μια) ήθελε με το μυαλό του -και να την αποδιδει κατοπιν
στο Λωρενς.
-->> Οθεν, το ζητουμενο ειναι ο τροπος, ο τόπος και η χρονικη συγκυρια. Τι λες;»