Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2020

884. μπερδεμένοι καιροί

ψάχνοντας τα δυο παλιά σπίτια όπου είχα ζήσει παιδί, βρέθηκα σε έναν τόπο με δέντρα, παλιά δέντρα που μοιάζαν με βράχους, ελιές πρέπει να ήταν, το καταλάβαινες από κάτι κλαδιά που κρέμονταν σαν ξέφτια εδώ κι εκεί πάνω στους πέτρινους κορμούς τους.

Περπατώντας και ψάχνοντας, τίποτα δεν αναγνώριζα, αν και είχα βρει τα σπίτια στους διαδικτυακούς χάρτες, όπου φαινόντουσαν καλοσυντηρημένα σαν καινούργια, ο τόπος ήτανε γεμάτος γκρεμίδια λες και είχε περάσει πόλεμος απο πάνω του κι εκεί όπου θα βρίσκονταν δρόμοι έβλεπες χαντάκια και ορύγματα και λάσπες παντού, αλλά παρ' όλ' αυτά βάδιζα κι έψαχνα.

Δεν χάνω τον προσανατολισμό μου, μπορώ να σου πω πού είναι ο Βορράς ακόμα και κλεισμένη μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, αλλά αυτή τη φορά είχα την εντύπωση πως τον είχα χάσει μέχρι που το βουνό με βοήθησε να καταλάβω πως όχι, δεν τον είχα χάσει, ο τόπος ήταν αυτός ακριβώς στον οποίο βρισκόμουν.

Εκεί απάνω, στην κατάλληλη στιγμή, πέτυχα έναν άνθρωπο που άκουσα να τον λένε Γκούμα, όπως ένα συμμαθητή στο Δημοτικό, μόνο που ο συμμαθητής ήτανε πλούσιος και τώρα θά 'πρεπε να είναι γέρος, αλλά ετούτος με αγρότη ή εργάτη έμοιαζε κι ήτανε γύρω στα τριάντα με σαράντα ακαθόριστα. Πηδολόγαγε κι αυτός πάνω στα χαλάσματα, που μερικά μοιάζανε και με νεοανεγειρόμενα μαντράκια, λέγοντάς μου ότι το ένα σπίτι το ξέρει και είναι αυτό εκεί που φαίνεται παραπέρα και τον πίστεψα, αν και το σπίτι εκείνο σαν καλύβι έμοιαζε και καμμια σχέση δεν είχε με το παλιό σπίτι όπου έμενα παιδί, ούτε και με το όμορφα διατηρημένο (σαν κουκλίστικο) σπίτι που είχα βρει στους διαδικτυακούς χάρτες.

Σταμπάρησα στο μυαλό μου τη θέση αυτού του καλυβόσπιτου, όπου μια γυναίκα στην αυλή έβαζε φωτιά κάτω από ένα τσουκάλι κατάμαυρο από παλιές κάπνιες, σαν να ετοίμαζε νερό να βράσει για μαγείρεμα ή και για μπουγάδα, και άρχισα να ψάχνω για το άλλο σπίτι, που, θεωρητικά, βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Η περιοχή όμως τίποτα δεν μου θύμιζε, ήταν γεμάτη από αυτά τα βραχόδεντρα που ανέφερα ήδη, κάπου κάπου έβλεπα και καμμιά ανθισμένη φυστικιά σαν κι αυτές που καλλιεργούσε ένας παλιός γείτονας.

Σπίτι δεν υπήρχε, δεν υπήρχανε καθόλου σπίτια πια, μόνο κάτι γκρεμίδια μαυρισμένα σαν από μπόμπες, όπως βλέπουμε σε φωτογραφίες από πολέμους και όλα, όλος αυτός ο τόπος, ήτανε γκρίζα, ένα χρώμα γκριζοκίτρινο σαν να ήταν ξημερώματα. Το βουνό ήτανε στ' αριστερά μου, ο προσανατολισμός σωστός, αλλά σπίτι δεν βρήκα και προσπάθησα να επιστρέψω στον τόπο, λίγο παραπέρα, να βρω το προηγούμενο σπίτι με τη γυναίκα που μαγείρευε στην αυλή.

Κάτι σαν να ξέκρινα, αλλά δεν προχώρησα. Τι να το κάνω αυτό το σπίτι; Δεν έμοιαζε καθόλου με το παλιό όμορφο σπίτι που είχα στο νου μου, ούτε καν με το σενιαρισμένο σπίτι που βρισκότανε στους διαδικτυακούς χάρτες. Ενα βρωμοκάλυβο ήταν και δεν ήθελα ούτε να το βλέπω κι έτσι έφυγα από εκείνον τον τόπο και προχώρησα λίγο πιο πέρα ώσπου βρέθηκα σε ένα μέρος όπου κάνανε τέρμα τα λεωφορεία τον παλιό καιρό, αλλα είδα να σκάβουν για μια νέα στάση του μετρό.

Φαντάστηκα ότι θα χαλιόντουσαν τα παλιά τα δέντρα και στενοχωρήθηκα, αλλά μετά το φιλοσόφησα το πράγμα και ξύπνησα.

Τετάρτη, Ιουλίου 29, 2020

883. πότε ξεκίνησε άραγε;

δεν κατάλαβα πότε ξεκίνησε η μόδα του ρατσισμού στη χώρα μας, γιατι δεν ήταν έτσι από πάντα. Φέρνω εικόνες στο μυαλό μου από παιδάκι μικρό και τότε, ναι, φοβέριζαν οι μανάδες (όχι η δικιά μου βέβαια, αλλά κάτι άλλες μανάδες που ζούσαν πιο φτωχικά από μας, που είχαν πρωτόρθει στην πόλη από χωριά και είχανε φόβο μεγάλο μέσα τους) φοβέριζαν λοιπόν τα παιδάκια τους «θα σε πάρει ο εβραίος, ο πρόσφυγας, ο γύφτος» για να κάθονται φρόνιμα, για να τρώνε τα φαΐ τους, για να κάνουν αυτό που ήθελε η μάνα τους. Εύκολος τρόπος, βλέπεις, η φοβέρα. 

(συνεχίζεται)

Τρίτη, Ιουλίου 28, 2020

882. Γκορ Βιντάλ - Δημιουργία (Κύρος Σπιτάμα)

«Κανένας ποτέ δεν το ξέρει όταν είναι ευτυχισμένος. Γνωρίζει μόνο ότι κάποτε υπήρξε ευτυχισμένος.»

«Οταν λέμε "δεν κάνω τίποτε" εννοούμε ότι δεν κάνω τίποτε που να μην είναι φυσικό ή αυθόρμητο»

«Οχι, ο δάσκαλος Κουγκ -ή Κομφούκιος, όπως τον λένε αλλιώς- δεν έμοιαζε με τον Πρωταγόρα. Ο Κομφούκιος δεν ήταν έξυπνος. Ηταν σοφός. Στο τέλος θα δοκιμάσω να σού εξηγήσω τη διαφορά ανάμεσα στα δύο. Αν και μπορεί να μη τα καταφέρω. Στο κάτω κάτω, τα ελληνικά είναι η γλώσσα εκείνου που διχοτομεί την τρίχα και βγαίνει νικητής στις δημόσιες συζητήσεις.»

«Για ένα κατακτημένο λαό δεν αλλάζει τίποτα εκτός από τον ηγεμόνα»

«Για τον Ελληνα, ό,τι δεν είναι Ελληνικό δεν υφίσταται.»

«Σε καιρό ειρήνης, ο βασιλιάς, οι ευγενείς και οι βραχμάνοι εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τους εμπόρους που είναι όπως παντού οι έμποροι --ενδιαφέρονται για το εμπόριο, το χρήμα και την ειρήνη. Μόνο σε καιρό πολέμου οι άρχουσες τάξεις βρίσκουν τον παλιό τους εαυτό και υποχρεώνουν τους εμπόρους να παραμερίσουν ώσπου να περάσει ο κίνδυνος.»

«Μου πήρε χρόνια για να συνηθίσω τους ανθρώπους που λένε ψέμματα χωρίς κανένα λόγο.»

«..η ουσία της πολιτικής τέχνης είναι να ξέρεις πότε να μη κάνεις τίποτε»
Κύρος Σπιτάμα (για τον Αρταφέρνη)


«Οι μόνες τέχνες που κατέχουν οι Σπαρτιάτες είναι ο πόλεμος και η κλοπή.»

«Εντελώς αυθόρμητα, οι Ελληνες ακολουθούν το Ψέμμα. Αυτή είναι η φύση τους.»

«Στο κάτω-κάτω της γραφής, ο Δαρείος δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά ούτε την Αθήνα ούτε οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη. Πώς να τις πάρει, όταν οι ηγέτες τους έρχονταν μονίμως στα Σούσα και τον παρακαλούσαν να προδώσουν την πατρίδα τους;»

«Είναι ευτύχημα για τον υπόλοιπο κόσμο που οι Ελληνες αντιπαθούν ο ένας τον άλλον περισσότερο απ' όσο αντιπαθούν εμας τους ξένους.»

όποτε ο Κομφούκιος είχε να πει κάτι σημαντικό, το απέδιδε στον Ταν. Ετσι κι αλλιώς, μονίμως έλεγε: «Δεν κάνω τίποτε άλλο από το να μεταδίδω ό,τι μού δίδαξαν. Ποτέ δεν βγάζω κάτι από το μυαλό μου.»

«Η Ασπασία μού σύστησε τους παρόντες. Ενας ήταν ο Φορμίων, το δεξί χέρι του Περικλή στην Εκκλησία του δήμου. Ενας άλλος ήταν κάποιος στρατηγός ονόματι Σοφοκλής.

Πριν από χρόνια, στα είκοσί του, έγραψε μια τραγωδία που κέρδισε το πρώτο βραβείο στα Διονύσια. Ο γερο-Αισχύλος τοσο εξοργίστηκε που τού πήρε την πρωτιά ο άγουρος αυτός νεαρός πρωτάρης, ώστε έφυγε για τη Σικελία, όπου εκείνος ο οξυδερκής αετός έβαλε τέλος στην αντιζηλία των δύο ποιητών ρίχνοντάς του στο σταυρό μια χελώνα. Πάντα με διασκεδάζει να σκέφτομαι το θάνατο του Αισχύλου.

Ο Σοφοκλής είναι η πέτρα του σκανδάλου εδώ, επειδή κυνηγάει ανοιχτά τους νεαρούς της τάξης του. Για κάποιον λόγο, αυτό απαγορεύεται αυστηρά στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι πολίτες ενθαρρύνονται να διατηρούν ερωτικές σχέσεις με ανήλικα αγόρια της τάξης τους, μόλις όμως το αγόρι βγάλει γένια, πρέπει να σταματήσει τις ερωτοτροπίες με τους άλλους πολίτες. Περιμένουν να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Επειτα, αφού εκπληρώσει το χρέος του, ενθαρρύνεται να βρει και να ερωτευτεί ένα αγόρι, προκειμένου να συνεχίσει -τι άλλο;- την εκπαίδευση, υποθέτω, ενός νέου πολίτη και στρατιώτη. Κάτι τέτοια έθιμα δεν είναι άγνωστα αλλού, ιδιαίτερα στους Αρίους εξαδέλφους μας, στις βόρειες φυλές. Παρ' όλ' αυτά, δεν καταλαβαίνω την αυστηρή αυτή απαγόρευση των ερωτικών σχέσεων μεταξύ ενηλίκων, που είναι κι αυτοί Αθηναίοι πολίτες. (...)

Μέχρι τώρα, ο Σοφοκλής κατάφερε να κατέχει δημόσιο αξίωμα και να ξελογιάζει νεαρούς πολίτες. Ο Περικλής όμως είναι βαθύτατα ενοχλημένος με τον Σοφοκλή. Τελευταία, τού τά 'ψαλλε για τα καλά του φίλου και συστρατήγου του. "Πρέπει να δίνεις το παράδειγμα", είπε ο αρχιστράτηγος. "Ποτέ να μην απλώνεις χέρι σε στρατιώτη σου. Να αποστρέφεις τα μάτια όταν πλένονται". Αλλά ο Σοφοκλής, εξακολουθεί να σκανδαλίζει τους Αθηναίους. Λένε ότι, όποτε κάνει επίσκεψη σε φιλικό σπίτι, ειδοποιούν τους νεαρούς του σπιτιού να κρυφτούν. Παρεμπιπτόντως, αφού ο στρατηγός Περικλής δεν έχει δείξει ποτέ το παραμικρό ενδιαφέρον για αγόρια, θεωρείται πως είναι άκαρδος. Είναι πολύ ασυνήθιστη κοινωνία αυτή.»

«...όποτε οι Αθηναίοι παραχορτάσουν με κάτι καλό, ζητούν αμέσως κάτι κακό. Προτιμούν την ευκολία τους κι έτσι τα αξίζουν όσα παθαίνουν.»

«Είναι ευτύχημα για τον υπόλοιπο κόσμο που οι Ελληνες αντιπαθούν ο ένας τον άλλον περισσότερο απ' όσο αντιπαθούν εμας τους ξένους.»

«Πάντως, έχω δει μια πλευρά τους που οι Ελληνες φυσιολογικά δεν την παρουσιάζουν ο ένας στον άλλο. Τους έχω δει στην περσική αυλή. Τους έχω ακούσει να εκλιπαρούν τον Μεγάλο Βασιλιά να επιτεθεί στην πατρίδα τους, επειδή κανένας Ελληνας δεν μπορεί να υποφέρει την επιτυχία ενός άλλου Ελληνα.»

«υπάρχουν κάτι ξόρκια που πάντα πιάνουν, εκτός από τις φορές που δεν πιάνουν!» (αρχαία Κινέζα, δια νοός Γκορ Βιντάλ)

«Χωρίς τελετουργικό, η ευγένεια γινεται κουραστική. Η συστολή γίνεται δειλία. Η τόλμη γίνεται επικίνδυνη. Η ακαμψία γίνεται σκληρότητα.» (Κομφούκιος)

«Αξίζει να παρατηρήσει κανείς τη διαφορά ανάμεσα σε έναν Καθαίο και σε έναν Ελληνα. Οταν πληγωθεί ο εγωϊσμός του, ο Ελληνας είναι πάντα έτοιμος να προδώσει την πατρίδα του, ενώ στην Καθαία*, αν και το Μέσο Βασίλειο είναι διαιρεμένο σε δεκάδες εμπόλεμα κράτη, κανένας Καθαίος (...) δεν θα σκεφτόταν να ζητήσει βοήθεια από το στρατό μιας ξένης φυλής. Οι κίτρινοι άνθρωποι δεν είναι μόνον ιδιαίτερα έξυπνοι, αλλά είναι πεπεισμένοι ότι είναι απαράμιλλοι σε σχέση με όλους τους άλλους λαούς του κόσμου. Κατ' αυτούς, εμείς είμαστε βάρβαροι!»

«Ο πρωθυπουργός δεχόταν τον κάθε έναν με μιαν ήρεμη αβρότητα, που ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με τις σκληρές πολιτικές του απόψεις.

Ηταν αρκετά πονηρός και ήξερε ότι ποτέ δεν μπορείς να υποδουλώσεις έναν απρόθυμο λαό αν πρώτα δεν τον γοητεύσεις. Πρέπει οπωσδήποτε να πείσεις τους ανθρώπους ότι ο τρόπος σου είναι ο δικός τους τρόπος και ότι οι αλυσίδες που έχεις σφυρηλατήσει γι αυτούς είναι απαραίτητα στολίδια.

Οι δικοί μας Μεγάλοι Βασιλείς το καταλάβαιναν ανέκαθεν αυτό. Από τον Κύρο μέχρι τον τωρινό φωτισμένο ηγεμόνα, τον Αρταξέρξη, οι διάφοροι λαοί της αυτοκρατορίας έχουν το δικαίωμα να ζουν λίγο-πολύ όπως ζούσαν πάντα. Απλώς οφείλουν να πληρώνουν στον Μεγάλο Βεζύρη τους φόρους τους, κι εκείνος σε αντάλλαγμα τούς παρέχει ασφάλεια και νόμους.

Ο Χούαν είχε καταφέρει να πείσει τους, ομολογουμένως, βάρβαρους και απόμακρους κατοίκους της Τσιν ότι, παρ' όλο που υπήρξε κάποτε μια χρυσή εποχή όπου οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι να ζουν όπως τους άρεσε, η εποχή εκείνη παρήλθε οριστικά όταν "οι άνθρωποι έγιναν πάρα πολλοι και τα πράγματα πολύ λίγα" --και πόσο προσφιλής τού ήταν αυτή η έκφραση!»

Κύρος Σπιτάμα
* Καθαία = αρχαία Κίνα
____________________________
ο Κύρος Σπιτάμα είναι ένα προϊόν μυθοπλασίας, κολλητός του Ξέρξη του Α΄ και εγγονός του Ζωροάστρη, ο αφηγητής στο βιβλίο "ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ" του Γκορ Βιντάλ, όπου (μέσα από τις γλαφυρές διηγήσεις του) παρουσιάζεται η παράλληλη Ιστορία των πολιτισμών της εποχής περί το 500 π.Χ. Χάρη στα ταξίδια του φοβερού αυτού προσώπου, μαθαίνουμε τι γινόταν στην Περσία και τις περί αυτήν χώρες, στην Ασία (Ινδία και Κίνα), καθώς και τον ασήμαντο σχετικά ρόλο των Ελλήνων. Το βιβλίο έχει εξαντληθεί, αλλά νομίζω πως μετα από μια πολυαριθμη αναζήτηση ίσως το ξαναεκδόσουν! Οταν αναφέρω τσιτάτα του Κύρου Σπιτάμα, είναι σαν να αναφέρω τσιτάτα του Δον Κιχώτη: είναι περισσότερο γνωστός ο ήρωας από τον συγγραφέα του, τον Μιγκέλ Θερβάντες. Ε, υπάρχουν μερικες φορές που ο ήρωας ξεπερνάει τον συγγραφέα και αυτό νομίζω ότι είναι καλό. Εσύ τι λες;

881. Σταντάλ

«ένας άνθρωπος που φέρει ένα ιστορικό όνομα είναι περισσότερο επιρρεπής από έναν άλλο στο να βάλει φωτιά σε μια πόλη για να βράσει ένα αυγό»



«..τον πλούτο μιας χώρας δεν τον κάνει ένας μικρός αριθμός κολοσσιαίων περιουσιών, αλλά ένας μεγάλος αριθμός μετρίων περιουσιών.»

Σταντάλ, Περί έρωτος, εκδ. Πατάκη, 2008

Σάββατο, Ιουλίου 25, 2020

880. πώς η Χαριτίνη έμαθε τα ρωσσικά


Κάποτε, πριν γίνει θεούσα, η φίλη μου η Χαριτίνη ερωτεύτηκε έναν ηθοποιό ρώσσο βλέποντάς τον στο σινεμά κι έκανε τ' αδύνατα δυνατά να τον συναντήσει, αφού πρώτα φρόντισε να μάθει τη γλώσσα. Τα ρωσσικά είναι γλώσσα δύσκολη, χρειάστηκαν 5-6 χρόνια να θεωρηθεί ότι τα έμαθε καλά, ευτυχώς δλδ γιατί ήρθε η περεστρόϊκα εντωμεταξύ και διευκόλυνε τα πράγματα και μια και δυο πήγε για 2η φορά στη χώρα του αγαπημένου της, που, όπως την είχαν διαβεβαιώσει διάφοροι εξπέρ της αστρολογίας, ήτανε ο άντρας της ζωής της.

Στη επιστροφή, ήτανε σαν μαγεμένη από τη χώρα αλλά και από τις χάρες του αγαπημένου της, που όμως ήταν σε διάσταση με τη σύζυγο και σύντομα θα έπαιρνε διαζύγιο για να έρθει στην Ελλάδα και να παντρευτούνε. Με τα πολλά, κατάφερε να έρθει ο έρμος εδωπέρα, αλλά της Χαριτίνης της είχε κιόλας περάσει το βαθύ αίσθημα, τότε κατάλαβε ότι της έπεφτε πολύ μεγάλος και δεν θα μπορούσαν να κάνουν οικογένεια με παιδιά και όλα τα ωραία πράματα που λέν τα παραμύθια.

Τον είδα και'γώ, μού τον σύστησε, ένας ζαρωμένος ανθρωπάκος ήταν, πράγμα που φαινόταν με την πρώτη ματιά, δεν χρειαζόταν και τοσο πολλή μελέτη το πράγμα. Ρωσσικά δεν ήξερα (ούτε έχω μάθει ως τα σήμερα) κι έτσι δεν ήταν δυνατό να αξιολογήσω την πνευματική του μεγαλωσύνη, για το μέγεθος της οποίας με διαβεβαίωνε η φίλη μου.

Ο άνθρωπος αυτός πέθανε μετά από λίγο καιρό, στη Χαριτίνη όμως έμειναν πολλές αναμνήσεις: του έρωτα, των ταξιδιών και, φυσικά, το μεγάλο κέρδος είναι τα ρωσσικά, χάρις στα οποία βελτίωσε τη θέση της στην εταιρεία όπου εργαζόταν.
_____________________
ΣΗΜ. η Χαριτίνη είναι πλασματική περσόνα, όπου μπορεί καθένας να "αναγνωρίσει" ένα πρόσωπο αληθινό, της διπλανής πόρτας που λένε. Δουλεύω πάνω σε αυτό μερικά χρόνια, τώρα τελευταία όμως ξεφυτρώνουν μερικά ωραία στιγμιότυπα.

879. μη δανείζεις χρήσιμα πράγματα

κάποτε, η φίλη μου η Χαριτίνη είχε πάει ένα τουριστικό ταξίδι στη Ρωσία (ΕΣΣΔ τη λέγανε τότε), ζήτησε να της δανείσω τη φωτογραφική μου μηχανή, τη δάνεισα ευχαρίστως και με ρώτησε τι να μου φέρει και, γνωρίζοντας την αγάπη του πατέρα για τις βαθειές ρώσσικες φωνές, της είπα: ένα δίσκο με βαθύφωνους. Η Χαριτίνη, βέβαια, όπως κάθε φορά, έκανε λάθος κι έφερε ένα δίσκο με νερόβραστα τραγουδάκια τύπου άστα βράστα και χειρότερα, χώρια που επέστρεψε τη μηχανή μου βαρειά τραυματισμένη! τη "φόραγε" στο στήθος σαν τουρίστας και σε μια τουρνέ με πούλμαν έπεσε σε ένα φρενάρισμα με τη μηχανή κάτω μπρούμυτα. Το δίσκο τον χάρισα σε ένα φίλο που μάθαινε ρωσσικά.

878. περί της τήρησης των υποσχέσεων

με ευκαιρία το θέμα για την τήρηση των υποσχέσεων, θυμήθηκα μια φορά που ο πατέρας μου μού είχε τάξει να πάμε σινεμά θερινό να δούμε μια ταινία ιταλική με τη γόησσα της εποχής, τη Συλβάνα Παμπανίνι. Το σινεμά είχε δείξει στα "προσεχώς", μεταξύ άλλων, μια σκηνή όπου η Συλβάνα έπεφτε σε μια στοίβα άχυρα μεσα σε μια αποθήκη και η περιέργειά μου για τη συνέχεια της σκηνής αυτής είχε σπάσει τα κοντέρ! έτσι, περίμενα ανυπόμονα να έρθει η μέρα (νύχτα δλδ) της προβολής.

Το δυστύχημα ήταν ότι ναι μεν έφτασε η μέρα (=νύχτα) αλλά οι καιρικές συνθήκες δεν ευνοούσαν καθόλου μια καλοκαιρινή έξοδο: φύσαγε δαιμονισμένα. Οπως μου εξήγησε ο πατερούλης μου, το πανί θα κουνιότανε πολύ και δε θα μπορούσαμε να δούμε καλα το έργο, ίσως και να αναβάλλανε την προβολή και να κάναμε το δρόμο αδίκως. Τα καταλάβαινα όλ' αυτά, η απογοήτευση όμως δυσκόλευε τη δουλειά της λογικής. Τα δάκρυα μπούκωσαν τα μάτια χωρίς να τρέχουν, δεν έβγαλα μιλιά και πήγα και κλείστηκα στο δωμάτιό μου.

Απέξω άκουγα διάφορα μουρμουρητά και τέλος η πόρτα άνοιξε και "άντε, ντύσου γρήγορα, να προλάβουμε την αρχή αν γίνει η προβολή" μου είπε ο πατέρας και πετάχτηκα έξω, μια και ήμουν έτοιμη από το απόγευμα.

Φτάσαμε, είδαμε, το έργο ήταν σκέτη σάχλα, μια μπούρδα και μισή! Το γεγονός αυτό το θυμάμαι εξαιτίας της ωραίας συζήτησης που κάναμε επιστρέφοντας σπίτι: περί της τήρησης των υποσχέσων.
_________________
ΣΗΜ. περί Συλβάνας εδώ-->> https://en.wikipedia.org/wiki/Silvana_Pampanini

877. περί υπευθυνότητας

υπήρχε παλιά, στην Αθήνα, μια κατακαημένη εσχατόγρια μάνα που τριγύρναγε με το υπερήλικο παιδί της και το παιδί (ένα γεροντάκι, που ίσα και στεκότανε κι αυτό) τη ρώταγε "να καταπιώ το σάλιο μου μάνα" και του απάνταγε "κατάπιε το, παιδάκι μου, κατάπιε το" κι αυτή η ιστορία, που είναι πέρα για πέρα αληθινή, εκτός από την υπερπροστατευτικότητα μιας μάνας προς ένα παιδί που δεν στέκει και τόσο καλά στα μυαλά του, μου θυμίζει την απεμπόλιση των ευθυνών από πρόσωπα άβουλα, κανείς από τους (περισσότερους άραγε;) δημοτικούς, εκλεγμένους άρχοντες δεν θέλει την "καυτή πατάτα", ρίχνοντας την ευθύνη στους αποπάνω, που προλάβαν και νομιμοποίησαν κιόλας την ανευθυνότητά τους, και σκέφτομαι όλη αυτή την ανευθυνότητα που καλλιεργείται επί σειρά γενεών στον δημόσιο τομέα, ενώ, αντιθέτως, περιμένουν οι ταγοί του έθνους να είναι υπεύθυνοι οι πολίτες: να ψηφίζουν, να πληρώνουν φόρους, κλπ., πράγμα που κάνουμε αγόγγυστα, περιμένοντας υπομονετικά, αλλά μέχρι πότε; Ας πάρουμε επιτέλους ένα μάθημα περί υπευθυνότητας, να πιάσουν τόπο τόσες αθέλητες θυσίες, να δικαιωθούν με κάποιον τρόπο οι αδικοχαμένοι μάρτυρες της αδιαφορίας και της ηλιθιότητας που δέρνουν το λαό μας.

Πέμπτη, Ιουλίου 23, 2020

876. ο κύριος υπουργός

θυμήθηκα μια φορά (νομίζω τέλη 1988) που συνόδεψα μια κυρία αξιοπρεπέστατη στο γραφείο ενος υπουργού αρμόδιου να οριστικοποιήσει την έγκριση δωρεάς ενός οικοπέδου για ανέγερση κτιρίων ενός Ιδρύματος για στέγαση κλπ χρήσεις παιδιών με νοητική αναπηρία. Το Ιδρυμα αυτό πάλευε για πολλά χρόνια να αποκτήσει στέγη, μελέτες υπήρχαν, καθώς και πόροι για την ανέγερση. Το οικόπεδο το είχαν υποσχεθει διαδοχικά οι 2 προηγούμενοι υπουργοί χωρίς να προλάβουν να υλοποιήσουν την υπόσχεση.

Πήγα λοιπόν, ως τεχνικός σύμβουλος, συνοδεύοντας την πρόεδρο του Ιδρύματος, που είχε και προσωπικό ενδιαφέρον μια και το παιδάκι της ανήκε στην κατηγορία των "προβληματικών" παιδιών και ζούσε σε σχετικό Ιδρυμα της Γερμανίας χωριστά από τους γονείς του επειδή στην Ελλάδα δεν υπήρχε ως τότε (αλλά ούτε σήμερα υπάρχει) τρόπος να υποστηριχτεί η περίπτωσή του.

Θα μείνω όμως στην εικόνα του κ. υπουργού: μας υποδέχτηκε εντελώς χυδαία, κοροϊδεύοντας την κυρία πρόεδρο «χαχα σας ξέρω εσάς τις κυράτσες που κάνετε παιδιά με προβλήματα και θέτε να βγάζετε λεφτά με τα ιδρύματα και τα σκατά σας».

Εκεί απάνω, είπα να δώσω τόπο στην οργή, ενώ η κυρία με τράβαγε να φύγουμε, και «κύριε υπουργέ, εδώ ήρθαμε να διεκπεραιωσουμε μια υπόθεση που εκκρεμεί...» λέγοντας, αλλά τά 'θελε και μένα ο πισινός μου, που λένε. Ετσι, πριν φύγουμε έξαλλες, ακούσαμε και το τελικό πόρισμα: «αντέστε από δω που θέτε να κάνετε και τις σοβαρες, αντέστε να φροντίσετε τα μούλικα, το κράτος δεν έχει λεφτά για πουτανόσπορους!» Σίγουρα, θα έλεγε κι άλλα, ίσως κιόλας να είπε και να μην άκουσα.

Ο καλός αυτός κύριος ήταν απο πολιτική οικογένεια αγωνιστών (τάχα μου και δήθεν) της πολιτικής σκηνής, τα παιδιά του συνεχίζουν την οικογενειακή παράδοση του πολιτεύεσθαι σε διάφορα κόμματα, όπου φυσάει ο άνεμος δλδ

Τετάρτη, Ιουλίου 22, 2020

875. η αμαρτία μου

έχω κάνει μια μεγάλη αμαρτία που, όσο κι αν την εξομολογούμαι, αμαρτία παραμένει. Πριν από πενήντα και βάλε χρόνια, διάλεξα και πήρα μαζί μου μερικά απίστευτα όμορφα βότσαλα από μια μικρή μαγική παραλία. Δυο τρία τα πήγα στο γραφείο, όπου ο κόσμος τα θαύμαζε "αχ, πόσο υπέροχα είναι" λέγοντας. Μια μέρα ήρθε ένας πελάτης με τον μπετατζή του να συζητήσουμε, ο μπετατζής ενδιαφέρθηκε ιδιαιτέρως για τα βότσαλα και, αφελέστατα, φανέρωσα το μυστικό που να κατάπινα τη γλώσσα μου καλύτερα! Μετά από λίγο καιρό, ο πελάτης ανέφερε τον τύπο σχολιάζοντας "ο τρελλός, πήγε με καΐκι και σήκωσε δυο τόνους βότσαλα για την πισίνα στη βίλλα του τάδε (γνωστού μεγαλοσχήμονα) στην Πολιτεία" και με ζώσανε τα φίδια. Από τοτε με πονάει αυτο το αμάρτημα που δεν ξεπλένεται με τίποτα. Είδα ότι έχει μπει σήμερα μια ταμπέλα που γράφει ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΑΥΣΤΗΡΑ Η ΛΗΨΗ ΒΟΤΣΑΛΩΝ, αλλά τα βότσαλα της παραλίας έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, αποκαλύπτοντας κάτι ξερόβραχους. Θλιψη. Πονάει, βρε παιδί μου. Θα μου πεις, μπορεί να το μάθαινε κι από αλλού... Ναι, αλλά το έμαθε από μένα και ποιος ξέρει σε πόσους άλλους ακόμα το αποκάλυψε...

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2020

874. η μαρτυριάρα

στην Ε' Δημοτικού, είχα συμμαθήτρια τη Δάφνη που είχε κάτι παράξενες ιδέες. Μια φορά, ζήτησε να της δώσω την ξύστρα μου. Της την έδωσα, αλλά για να μού την επιστρέψει ζητούσε αντάλλαγμα δυο δεκάρες "τι ψυχή έχουν δυο δεκάρες" λέγοντας, με αποτέλεσμα να της τη χαρίσω. Είχα κι άλλη ξύστρα ίδια στο σπίτι, πήρα τζάμπα και το μάθημα να προσέχω πού δίνω τα πράγματά μου, χαλάλι! Η Δάφνη ήθελε να γίνει οδοντίατρος όταν θα μεγάλωνε "επειδή ο άνθρωπος έχει 32 δόντια και όλο και κάποιο θα χαλάει και θα τρέχει σε μένα να το φτιάξω" όπως έλεγε, αλλά τελικά έγινε ψυχολόγος. Δεν ξέρω αν πέτυχε στη δουλειά της, επειδή ήταν μεγάλη μαρτυριάρα: μάθαινε τα μυστικά των συμμαθητών και τα διατυμπάνιζε! Ομως, λένε, ότι ο άνθρωπος αλλάζει χαρακτήρα, πράγμα που δεν πιστεύω και τόσο.

Τρίτη, Ιουλίου 14, 2020

873. το άλογο

μια φορά ήταν ένας που είχε μια γυναίκα κι ένα άλογο. Το άλογο ήτανε λίγο άγριο και είπε στη γυναίκα του να μη μπαινει στο στάβλο, αλλά εκείνη ήτανε πολύ περίεργη, μπήκε, το άλογο της έδωσε μια γερή κλωτσιά, τέζα η γυναίκα.

Περάσανε δυο χρόνια, παντρεύτηκε άλλη γυναίκα, της είπε τα ίδια, εκείνη παράκουσε, μπήκε στο στάβλο και πάρ' την κάτω κι αυτήν.

Μετά από κανα χρόνο ξαναπαντρεύτηκε μια γυναίκα που την αγάπησε πολύ και την εξόρκισε να μη μπει στο στάβλο και τη στείλει κι αυτήν στον αγύριστο το άλογο, εκείνη έδωσε τον καλύτερό της όρκο, αλλά την έτρωγε η περιέργεια και μπήκε στο στάβλο με το γνωστό αποτέλεσμα! 

Κηδεία, όλοι κλαίγανε, φίλοι και γειτόνοι περνάγανε μετά την τελετή να τον συλλυπηθούν. Οταν περνάγαν οι γυναίκες εκείνος έγνεφε με το κεφάλι σαν να έλεγε "ναι", όταν περνάγαν οι άντρες έγνεφε με το κεφάλι σαν νά' λεγε "όχι". Ο παπάς που παρακολουθούσε τη σκηνή, αφού περάσαν όλοι και συλλυπήθηκαν, ρωτάει:

-Γιατί τέκνον μου στις γυναίκες έγνεφες "ναι" και στους άντρες "όχι";

-Αχ, παπά μου, οι γυναίκες μου δίνανε τα συλλυπητήρια και τις ευχαριστούσα. Οι άντρες με ρωτάγανε "το πουλάς το άλογο"; κι έλεγα όχι!
_______________________
ΣΗΜ. αυτό το ανέκδοτο το διηγόταν ο υδραυλικός μου ο Νικολάκης (καλή του ώρα) ανεβασμένος ψηλά στη σκάλα όταν επισκεύαζε το καζανάκι του γραφείου μάρκας ΝΙΑΓΑΡΑ και πεθαίναμε στα γέλια αγωνιώντας μη γκρεμοτσακιστεί από κει πάνω, επειδή τρανταζότανε από τα γέλια κι αυτός!

Πέμπτη, Ιουλίου 09, 2020

872. μια γιαγιά που ήταν ροκ

η γιαγιά μου η κοντέσα με δίδαξε τρόπους και ευγένεια και μη νομίσεις ούτε στιγμή πως εννοάω τζιριτζάντζουλες και τα τοιαύτα, όχι καθόλου. Η γιαγιά μου δεν είχε ανάγκη να αποδείξει κάτι που δεν ήταν, επειδή ήτανε βέβαιη γι αυτό που ήταν: αρχόντισσα. Καθρέφτιζε τον εαυτό της πάνω στους άλλους και διέκρινε την αρχοντιά όπου κι αν βρισκόταν και μάλλον για τούτο συναναστρεφόταν με χαρά ανθρώπους απλούς (έως απλοϊκούς) και απέφευγε κογιονάροντας τους μη μού άπτου και τους δήθεν, σνομπάριζε ακόμα και τις κόρες της που αγάπαγαν μονάχα την κλασσική ζωγραφική! Η γιαγιά μου ήταν ροκ, πολύ πριν εφευρεθεί ο όρος.

Τρίτη, Ιουλίου 07, 2020

871. πέτρινα όλα

πλάι μου θρόϊζε μια πέτρινη κουρτίνα
-η μαρμαρόσκονη σκεπάζει το χαλί-
μαρμαρωμένα τα ζουμπούλια και τα κρίνα
και το νερό μια πέτρα μέσα στο γυαλί

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2020

870. τακτικισμός

στην Δ' Δημοτικού η δασκάλα μιλάει για εκλογές και κάνει πρόβα να το εμπεδώσουν τα παιδάκια λέγοντας "τώρα στο διάλειμμα να αποφασίσετε και μόλις μπήτε ξανά στην τάξη να ψηφίσετε". Ενα κοριτσάκι, πιάνει έναν έναν τους συμμαθητές και συμμαθήτριες λέγοντας ψιθυριστά "ψήφισέ με να σε ψηφίσω" και μετά τις "εκλογές" το κοριτσάκι εκλέγεται παμψηφεί! Η ιστορία είναι αληθινή και την μεταφέρω για να δείξω ότι ο τακτικισμός στις εκλογές σπάνια οδηγεί εκεί που θέλει ο ψηφοφόρος.

Σάββατο, Ιουλίου 04, 2020

869. η χώρα μου

πριν κλείσω τα 17 (μυθικός αριθμός) έκανα το γύρο της Ελλάδας και συνάντησα πόλεις και χωριά εντελώς κακομοιριασμένα και τότε κατάλαβα τη διαφορά μεταξύ πρωτεύουσας και επαρχίας: σπίτια και καλύβια ετοιμόρροπα, δρόμοι λασπωμένοι, άνθρωποι φοβισμένοι και όλα αυτά σε χρώμα καφετί γκριζαρισμένο, απέπνεαν αγωνία, ανασφάλεια και τρομάρα. Οι αγρότες δεν ξέραν τι να καλλιεργήσουν, να βάλουν στάρι ή ρύζι, κινδύνευαν εξίσου και τα δυο από τον καιρό. Οι υπάλληλοι μαζεύαν τα παιδιά τους από το σχολείο και γραμμή για το σπίτι, μη τυχόν ξεστρατίσουν. Ο αφεντικός του "μαγαζιού" κοίταζε πώς να ξεγελάσει τον ξένο, να ισοφαρίσει τα βερεσέδια. Γύρισα σοφότερη μεν, αλλά και πολύ ανήσυχη: έτσι είναι η χώρα μου; με ρωτούσα και απάντηση δεν έχει έρθει ακόμα, ούτε σήμερα με όλη αυτή τη μεταστροφή προς τον πολιτισμό υπάρχει σίγουρη απάντηση, επειδή μάλλον ο πολιτισμός δεν ορίζεται από αναπτυξιακές επικαλύψεις (=μακιγιάζ, δλδ)

868. ΟΙΑ

θυμάμαι κάτι σούπερ φουρτούνες στο Αιγαίο, ταξιδεύοντας με το σαπιοκάραβο ΟΙΑ, που ένα χρόνο αργότερα μπατάρισε κουρασμένο ανοιχτά της Ιου και ξέμεινε εκειπέρα κάμποσο καιρό, μέχρι να το πάνε για διάλυση. Ο κόσμος μαζεμένος μέσα στα σαλόνια ξέρναγε και η αφεντιά μου μονάχη στο κατάστρωμα, καθισμένη σε μια πολυθρονίτσα με κάποιο βιβλίο στην ποδιά, που λένε, να στηρίζομαι τεντωμένη ανάμεσα σε δυο σιδερένια κολονάκια: η πλάτη του καθίσματος στο ένα και τα πόδια στο άλλο... και το καράβι να χορεύει ανέμελο στα θεόρατα κύματα σε ρυθμό 10 μποφόρ!

Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2020

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ ΤΗΝ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ.

867. η κυρία Ρίτα

πηγαίναμε επίσκεψη στο σπίτι της κυρίας Ρίτας, που ήταν φίλη της μάνας μου, και βλέπαμε ένα σωρό χειροτεχνίες που έφτιαχνε και γέμιζε τα ράφια, τους τοίχους, ακόμα και για τα ταβάνια είχε πράγματα να τα γεμίζει! Κάθε τόσο, κατέβαζε κι από μια ιδέα που έμοιαζε στο μυαλό της εκπληκτική και την επαναλάμβανε άκοπα σε πολλά αντίγραφα μέχρι που να την βαρεθεί. Μας χάριζε κάθε φορά διάφορα και κρίμα που αυτά τα πραγματάκια χάλαγαν με τον καιρό κι έτσι δεν υπάρχει πλέον κάτι τι να επιδείξω. Η μάνα μου, φεύγοντας από εκεί, ψιλοκορόιδευε τη φιλενάδα της λέγοντας "παιδεύεται τόσο για να φτιάχνει σκατολοϊδια", αλλά την καταλάβαινα την κυρία Ρίτα και τη θαύμαζα που, μέσα στην αφοσίωσή της στο νοικοκυριό και στην οικογένειά της, έβρισκε χρόνο και όρεξη για να ασχολείται με όλα αυτά τα παράξενα πράγματα. Ισως από αυτά ακριβώς να έπαιρνε δύναμη, ώστε να ασχολείται με όλα τα δύσκολα και βαρετά πράγματα που απαιτούσε (κυρίως τότε) η κοινωνία από μια γυναίκα. Η μάνα μου, σπουδαγμένη στην Α.Σ.Κ.Τ., έκρινε μεν με το κοφτερό της μάτι, χωρίς ποτέ να ασχοληθεί με κάτι πέρα από το νοικοκυριό και, αν και ο πατέρας μου δεν την εμπόδισε -ίσα ίσα που την εξωθούσε να ζωγραφίσει- εκείνη θεωρούσε ότι το κεφάλαιο γυναίκα-δημιουργός κλείνει οριστικά όταν ανοίγει το κεφάλαιο σύζυγος-μητέρα-μαμά. Κρίμα για κείνην, τα παιδιά ευτυχώς βρήκαμε το δρόμο μας -η αφεντιά μου τουλάχιστον, έτσι νομίζω δηλαδή.

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2020

866. ραδιόφουσκα

//Μέλος για 5 έτη 43 εβδομάδες: «Η ροδιά είναι δέντρο, αλλά είναι και το ίχνος που αφήνει μια ρόδα. Αυτή η Ροδιά κατοικεί στον τρίτο Γαλαξία, στο βάθος. Της αρέσουν τα χρώματα. Καμμιά φορά τα τρώει. Της αρέσουν και τα ακροβατικά. Δεν ανήκει πουθενά, σε κανένα κίνημα, κανένα κόμμα. Γράφει, ζωγραφίζει, τραγουδάει, τις δικές της παλαβές σκέψεις, τις δικές της εικόνες, τα δικά της τραγουδάκια.»// σήμερα θα ήμουν μέλος για 11 χρόνια και 43 βδομαδες, αν συνεχιζε το παλαιόν ραδιοφούσκιον..
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...