Κυριακή, Σεπτεμβρίου 26, 2010
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 18, 2010
397. ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΣΤΙΣ ΣΚΑΛΩΣΙΕΣ
Στο εργοτάξιο ήρθε χτες ο Σταύρος, ο δουλέμπορος. Το όνομά του δεν είναι βέβαια αυτό που αναφέρω, για ευνόητους λόγους. Μένει σε κάποια επαρχιακή πόλη της πατρίδας μας και «διαθέτει» εργάτες και τεχνίτες στα εργοτάξια όλης της χώρας, με το αζημείωτο φυσικά. Οι εργοληπτικές εταιρείες προτιμούν την προσφορά του σε είδος -αυτό το ανθρώπινο είδος που έχει ξεμείνει από πατρίδα κι απο έλεος θεϊκό- επειδή πάντα έχει στην κατοχή του εξαίρετους τεχνίτες -χτίστες κυρίως- που χτίζουν σα να κεντούν με μεγάλη μαεστρία και ταχύτητα. Το παρανόμι «δουλέμπορος» κάποιος παλιός εργοταξιάρχης του το κόλλησε και του ταιριάζει γάντι. Ο Σταύρος λοιπόν είναι ένας άντρας βαρύς, και όχι μόνο στο κορμί, βαρυΐσκιωτος που λένε. Η μούρη του είναι κατακόκκινη απο το πιοτί κι απο το θυμό που κρύβει στην ψυχή του -αν έχει.
Είχε τηλεφωνήσει απο το πρωΐ πως θα 'ρχόταν το απόγευμα να εισπράξει, ο εργοταξιάρχης όμως που χειρίζεται το οικονομικό μέρος του έργου δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τον πληρώσει πριν προχωρήσει η δουλειά κάπως περισσότερο, να τον έχει «μέσα» δηλαδή για να τον ελέγχει, μη την κοπανήσει καμμιά ώρα με τ' ασκέρι του για καμμιά καλύτερη μπάζα. Ετσι λοιπόν, κατά τις τρείς, την κοπάνησε ο οικονομικός και με παράτησε στο πόδι του για να υποδεχτώ το Σταύρο, χωρίς να μου εξηγήσει και πολλά. Τις λεπτομέρειες ανέλαβαν να μου τις εκθέσουν ο λογιστής, που κι αυτός έφυγε σα λαγός σε μισή ωρίτσα χωρίς να εξαντλήσει το ωράριό του, και ο αρχιεργάτης, ένα καλό παιδί και πολύ φιλότιμο που κάθε μέρα δεν αφήνει το πόστο του αν δεν αδειάσει ο χώρος του εργοταξίου. Περίμενα λοιπόν το φαινόμενο «δουλέμπορος» με μια αυξημένη περιέργεια, να γνωρίσω επιτέλους το φόβο και τον τρόμο του γιαπιού μας.
Κατά τις πέντε έσκασε μύτη ένα πολυτελές αυτοκίνητο, μια κούρσα ξεσκέπαστη, μια κόκκινη Αλφα-Ρομέο κομβερτίμπλ, κι απο μέσα ξεπετάχτηκε ένας χοντράνθρωπος, ο λεβέντης μας, φωνάζοντας απειλητικά και κινούμενος προς το κοντέϊνερ του οικονομικού:
- Που κρύβεσαι ρε!!! Ελα, δε δαγκάνω!! Δεν έχεις λεφτά πάλι ρε; Αμα δε πληρώσεις θα σου φάω το λαρύγγι!
Το δικό μου κοντέϊνερ βρίσκεται λίγο παραπέρα, κοντύτερα στο γιαπί, μια και η δουλειά μου είναι η τεχνική παρακολούθηση του έργου. Δεν κουνήθηκα απο τη θέση μου, είχα να μελετήσω την εφαρμογή κάποιων κατασκευαστικών λεπτομερειών για την επομένη, και δε θα χάλαγα τη ζαχαρένια μου γυρεύοντας καυγά. Αν ερχόταν προς εμένα, τότε θα έβλεπα πως θα αντιμετώπιζα την κατάσταση. Δεν άργησε καθόλου να ανοίξει ορμητικά την πόρτα μου και να στρογγυλοκαθήσει στο απέναντι γραφειάκι του εργοδηγού, που έλειπε για Σαββατοκύριακο. Σκυφτή στα σχέδια, δε θεώρησα καλό να σηκώσω το κεφάλι μου ούτε να μιλήσω σε κάποιον που δε γνώριζα: Αγγλίδα σκέτη! Εστριψε και ξανάστριψε κανα δυο φορές, γρύλλισε μέσ' απο τα δόντια του κάτι σα «θα περιμένω εδώ πέρα και δε θ’ αφήσω κανένα να φύγει πριν πληρωθώ» έκανα όμως πως δεν άκουσα τίποτα. Επειδή η ιστορία θα τραβούσε σε μάκρος, σηκώθηκα και, κρατώντας ένα σχέδιο, κατευθύνθηκα προς την πόρτα για να πάω επι τόπου να ελέγξω κάτι περισσότερο για την αυριανή εργασία.
Παραμέρισε, μάλλον χωρίς να το θέλει, και 'γώ, βγαίνοντας, φώναξα τον αρχιεργάτη να έρθει να πάμε μαζί για να ξέρει τι οδηγίες θα έδινε την επομένη και πως θα κανόνιζε τα συνεργεία. Αφού είχαμε προχωρήσει καμμιά εικοσαριά μέτρα μέσα στην παχειά και λεπτή λάσπη που έφτανε ως το μισό της γαλότσας, ο δουλέμπορος βγήκε κι αυτός κραυγάζοντας πίσω μου:
- Ε! Εσύ μαντάμ είσαι του έργου, ε; Εσύ θα με πληρώσεις! Δε φεύγω αν δεν πληρωθώ!
- Δεν έχω αρμοδιότητα στις πληρωμές κύριε Πως-Σε-Λένε, έστριψα το κεφάλι και απάντησα.
- Δεν ξέρω απο αρμοδιότητες εγώ. Τα λεφτά μου θέλω μονάχα!
- Απο χρήματα, αυτό που γνωρίζω είναι πως δε δικαιούσαι ακόμα πεντάρα παραπάνω.
- Πεντάρα ε; Τα μαζεύω και φεύγω! Αύριο θά 'μαι Θεσσαλονίκη! Υπάρχουν κι άλλα έργα!
Ο αρχιεργάτης, σ' αυτό το σημείο, έσκυψε και μου ψιθύρισε:
- Μη τον αγριεύεις κυρά Μαρίνα. Είναι ικανός να τα μαζέψει και να μας παρατήσει σύξυλους.
- Ασε, θα τα κανονίσω με τον τρόπο μου, απάντησα, μην ανακατεύεσαι. Και, φωνάζοντας χωρίς να στρέψω καν, απάντησα στον αγριάνθρωπο:
- Μάζεψτα και φεύγα τώρα κιόλας! Εχω να φέρω συνεργείο απο Αθήνα αύριο πρωΐ κιόλας! Κρα κάνουν για δουλειά οι δικοί μου!
Ο δουλέμπορος κατευθύνθηκε προς την κούρσα του την αστραφτερή, έβαλε μπρος -σχεδόν πριν καλοκάτσει- και τινάχτηκε νευρικά προς την έξοδο, αφήνοντάς με σε πλήρη αφασία. Τι θα έκανα; Για την ώρα, αυτό που προείχε ήταν η διατήρηση της ψυχραιμίας. Τέλειωσα με τις υποδείξεις προς τον αρχιεργάτη, σημείωσα επάνω στα παλιά σχέδια τις μετατροπές, συμφώνησα με την κατανομή των συνεργείων και ξεκίνησα για το σπίτι μου. Για δυο ώρες ξέχασα το επεισόδιο, έκανα ένα υπέροχο μπάνιο, συζήτησα με τα παιδιά μου ετοιμάζοντας το βραδινό, και, αφού τα έβαλα για ύπνο, άρχισα τα απεγνωσμένα τηλεφωνήματα σε γνωστούς -συναδέλφους και φίλους και μαστόρους- για να έχω μια λύση βατή για την επαύριο. Κάτι μου υποσχέθηκε ένας γνωστός και καλός χτίστης, αλλά για μια βδομάδα αργότερα. Οποιος γνωρίζει απο εργοτάξια ξέρει καλά πως μια βδομάδα, για ένα έργο που βρίσκεται στο φουλ, ισοδυναμεί με μια αιωνιότητα. Το έργο μοιάζει με ένα καράβι που, μια και ξεκίνησε, δε γίνεται να κάνει την πορεία του με παύσεις. Τελοσπάντων, κοιμήθηκα ανήσυχα τη νύχτα και σήμερα το πρωΐ ξύπνησα με αγωνία μια ώρα νωρίτερα και, χωρίς καν να πιω καφέ ούτε να περιμένω τον ηλεκτρολόγο με τον οποίο πάμε συνήθως μαζί στο εργοτάξιο, βούτηξα στο τζιπάκι και έκανα σε δέκα λεπτά τη διαδρομή των είκοσι χιλιομέτρων.
Ο ήλιος δεν είχε σκάσει βέβαια, και το χρώμα της αυγής ήταν ακόμα θαμπό απο την ομίχλη. Γύρω απο το έργο οι μικροί λόφοι που το περιτριγυρίζουν δεν αφήνουν το βλέμμα να το αντικρύσει απο μακρυά, κάτι που δεν είχα προσέξει τόσο καιρό. Σήμερα το πρωΐ καιγόμουν για να δω τι γίνεται. Είχε αρχίσει η δουλειά; Τα μαστόρια βρίσκονταν στη θέση τους; Μπα, νωρίς είναι ακόμα, σκέφτηκα χαλαρώνοντας κάπως, θα φτάσω και θα περιμένω. Στην τελευταία στροφή η απορία μου λύθηκε μαγικά, μόλις ξεπέρασα το τελευταίο σπαρμένο λοφάκι. Σκαρφαλωμένοι οι αλλοδαποί χτιστάδες στις σκαλωσιές, σα χελιδονάκια που κρέμονται απ' τα σύρματα στα τηλεγραφόξυλα ήταν. Η καρδιά μου ήρθε στον τόπο της. Μπήκα στο κοντέϊνερ, παράγγειλα καφέ και σάντουϊτς και άνοιξα τα σχέδια πριν πάω για την πρώτη γύρα της μέρας, σα να μην τρέχει τίποτα. Ο αρχιεργάτης σίγουρα είχε κιόλας διαδώσει τη χτεσινή μονομαχία μου με το φόβητρο, και το κύρος μου είχε ανέβει αισθητά, πράγμα που κατάλαβα απο τα βλέμματα επιδοκιμασίας και αποδοχής. Οταν έφτασε ο οικονομικός, μόνο που δεν έσκασε απο το κακό του. Ηρθε και μου έδωσε συγχαρητήρια βέβαια, αλλά με φόρτωσε παράλληλα με δουλειά που δεν ήταν της αμέσου αρμοδιότητάς μου, την ανέλαβα όμως με ευχαρίστηση, εντελώς συναδελφικά, με την ικανοποίηση του νικητή. Απο σήμερα, πιστεύω πως κάτι πάει καλύτερα εδώ πέρα. Διαισθάνομαι πως το φύλο μου έδωσε χτες εξετάσεις και πέρασε με άριστα.
Τα χελιδόνια εργάζονται φιλότιμα στις σκαλωσιές περιμένοντας την άνοιξη, μια άνοιξη που θα αργήσει να έρθει όσο οι δουλέμποροι θα απομυζούν τον κόπο τους. Στα λυπημένα τους μάτια καθρεφτίζεται ο πόνος για τη χαμένη τους πατρίδα και η απαντοχή για μια νέα, οποιαδήποτε, που θα στεγάσει το όνειρό τους. Ανθρωποι στεγνοί, ξερακιανοί, με μια ευγένεια ψυχής πελεκημένης απο τα βάσανα, άνθρωποι που το ελάχιστο τους φαίνεται πολύ, ικανοποιημένοι με το τίποτα. Στημένοι ανάμεσα στο πουθενά και το ποτέ, βρίσκουν ανάπαυση με το να εργάζονται ακατάπαυστα αναπτύσσοντας την τέχνη τους με μια αγάπη που δεν έχει το όμοιό της. Τα τούβλα και η λάσπη παίρνουν στα μάτια τους τόσο μεγάλη αξία, όση ο καμβάς και τα χρώματα στην παλέττα ενός ζωγράφου ή ο λυγμός της κιθάρας ενός μουσικού. Απ' τη δουλειά τους αντλούν αυτοπεποίθηση και ενθαρρύνουν την εικόνα του ανθρώπου μέσα τους, περιμένοντας την ώρα που θα βρει το δρόμο η άνοιξη των ονείρων τους για να τους συναντήσει. Ο χρόνος ενός τσιγάρου που τους χαρίζεται, το χαμόγελο μιας εγκάρδιας καλημέρας, είναι, γι αυτά τα μισεμένα ταξιδιάρικα πουλιά, μια ικανή δόση ευτυχίας που δυναμώνει την εγκαρτέρηση για το αύριο.
______________________________
το σχόλιο που είχα λάβει πριν απο 15 χρόνια, όταν είχα στείλει με μέηλ την ιστοριούλα αυτή σε μια φίλη:
Ελα μου ντε! Γιατί; Γιατί αρνείται να βγει στο φως ο κρυμενος εαυτός;
-->> Την ιστορια τη βρηκα σημερα το πρωί που καθάριζα τα σκουπίδια του υπολογιστή.
Είχε τηλεφωνήσει απο το πρωΐ πως θα 'ρχόταν το απόγευμα να εισπράξει, ο εργοταξιάρχης όμως που χειρίζεται το οικονομικό μέρος του έργου δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τον πληρώσει πριν προχωρήσει η δουλειά κάπως περισσότερο, να τον έχει «μέσα» δηλαδή για να τον ελέγχει, μη την κοπανήσει καμμιά ώρα με τ' ασκέρι του για καμμιά καλύτερη μπάζα. Ετσι λοιπόν, κατά τις τρείς, την κοπάνησε ο οικονομικός και με παράτησε στο πόδι του για να υποδεχτώ το Σταύρο, χωρίς να μου εξηγήσει και πολλά. Τις λεπτομέρειες ανέλαβαν να μου τις εκθέσουν ο λογιστής, που κι αυτός έφυγε σα λαγός σε μισή ωρίτσα χωρίς να εξαντλήσει το ωράριό του, και ο αρχιεργάτης, ένα καλό παιδί και πολύ φιλότιμο που κάθε μέρα δεν αφήνει το πόστο του αν δεν αδειάσει ο χώρος του εργοταξίου. Περίμενα λοιπόν το φαινόμενο «δουλέμπορος» με μια αυξημένη περιέργεια, να γνωρίσω επιτέλους το φόβο και τον τρόμο του γιαπιού μας.
Κατά τις πέντε έσκασε μύτη ένα πολυτελές αυτοκίνητο, μια κούρσα ξεσκέπαστη, μια κόκκινη Αλφα-Ρομέο κομβερτίμπλ, κι απο μέσα ξεπετάχτηκε ένας χοντράνθρωπος, ο λεβέντης μας, φωνάζοντας απειλητικά και κινούμενος προς το κοντέϊνερ του οικονομικού:
- Που κρύβεσαι ρε!!! Ελα, δε δαγκάνω!! Δεν έχεις λεφτά πάλι ρε; Αμα δε πληρώσεις θα σου φάω το λαρύγγι!
Το δικό μου κοντέϊνερ βρίσκεται λίγο παραπέρα, κοντύτερα στο γιαπί, μια και η δουλειά μου είναι η τεχνική παρακολούθηση του έργου. Δεν κουνήθηκα απο τη θέση μου, είχα να μελετήσω την εφαρμογή κάποιων κατασκευαστικών λεπτομερειών για την επομένη, και δε θα χάλαγα τη ζαχαρένια μου γυρεύοντας καυγά. Αν ερχόταν προς εμένα, τότε θα έβλεπα πως θα αντιμετώπιζα την κατάσταση. Δεν άργησε καθόλου να ανοίξει ορμητικά την πόρτα μου και να στρογγυλοκαθήσει στο απέναντι γραφειάκι του εργοδηγού, που έλειπε για Σαββατοκύριακο. Σκυφτή στα σχέδια, δε θεώρησα καλό να σηκώσω το κεφάλι μου ούτε να μιλήσω σε κάποιον που δε γνώριζα: Αγγλίδα σκέτη! Εστριψε και ξανάστριψε κανα δυο φορές, γρύλλισε μέσ' απο τα δόντια του κάτι σα «θα περιμένω εδώ πέρα και δε θ’ αφήσω κανένα να φύγει πριν πληρωθώ» έκανα όμως πως δεν άκουσα τίποτα. Επειδή η ιστορία θα τραβούσε σε μάκρος, σηκώθηκα και, κρατώντας ένα σχέδιο, κατευθύνθηκα προς την πόρτα για να πάω επι τόπου να ελέγξω κάτι περισσότερο για την αυριανή εργασία.
Παραμέρισε, μάλλον χωρίς να το θέλει, και 'γώ, βγαίνοντας, φώναξα τον αρχιεργάτη να έρθει να πάμε μαζί για να ξέρει τι οδηγίες θα έδινε την επομένη και πως θα κανόνιζε τα συνεργεία. Αφού είχαμε προχωρήσει καμμιά εικοσαριά μέτρα μέσα στην παχειά και λεπτή λάσπη που έφτανε ως το μισό της γαλότσας, ο δουλέμπορος βγήκε κι αυτός κραυγάζοντας πίσω μου:
- Ε! Εσύ μαντάμ είσαι του έργου, ε; Εσύ θα με πληρώσεις! Δε φεύγω αν δεν πληρωθώ!
- Δεν έχω αρμοδιότητα στις πληρωμές κύριε Πως-Σε-Λένε, έστριψα το κεφάλι και απάντησα.
- Δεν ξέρω απο αρμοδιότητες εγώ. Τα λεφτά μου θέλω μονάχα!
- Απο χρήματα, αυτό που γνωρίζω είναι πως δε δικαιούσαι ακόμα πεντάρα παραπάνω.
- Πεντάρα ε; Τα μαζεύω και φεύγω! Αύριο θά 'μαι Θεσσαλονίκη! Υπάρχουν κι άλλα έργα!
Ο αρχιεργάτης, σ' αυτό το σημείο, έσκυψε και μου ψιθύρισε:
- Μη τον αγριεύεις κυρά Μαρίνα. Είναι ικανός να τα μαζέψει και να μας παρατήσει σύξυλους.
- Ασε, θα τα κανονίσω με τον τρόπο μου, απάντησα, μην ανακατεύεσαι. Και, φωνάζοντας χωρίς να στρέψω καν, απάντησα στον αγριάνθρωπο:
- Μάζεψτα και φεύγα τώρα κιόλας! Εχω να φέρω συνεργείο απο Αθήνα αύριο πρωΐ κιόλας! Κρα κάνουν για δουλειά οι δικοί μου!
Ο δουλέμπορος κατευθύνθηκε προς την κούρσα του την αστραφτερή, έβαλε μπρος -σχεδόν πριν καλοκάτσει- και τινάχτηκε νευρικά προς την έξοδο, αφήνοντάς με σε πλήρη αφασία. Τι θα έκανα; Για την ώρα, αυτό που προείχε ήταν η διατήρηση της ψυχραιμίας. Τέλειωσα με τις υποδείξεις προς τον αρχιεργάτη, σημείωσα επάνω στα παλιά σχέδια τις μετατροπές, συμφώνησα με την κατανομή των συνεργείων και ξεκίνησα για το σπίτι μου. Για δυο ώρες ξέχασα το επεισόδιο, έκανα ένα υπέροχο μπάνιο, συζήτησα με τα παιδιά μου ετοιμάζοντας το βραδινό, και, αφού τα έβαλα για ύπνο, άρχισα τα απεγνωσμένα τηλεφωνήματα σε γνωστούς -συναδέλφους και φίλους και μαστόρους- για να έχω μια λύση βατή για την επαύριο. Κάτι μου υποσχέθηκε ένας γνωστός και καλός χτίστης, αλλά για μια βδομάδα αργότερα. Οποιος γνωρίζει απο εργοτάξια ξέρει καλά πως μια βδομάδα, για ένα έργο που βρίσκεται στο φουλ, ισοδυναμεί με μια αιωνιότητα. Το έργο μοιάζει με ένα καράβι που, μια και ξεκίνησε, δε γίνεται να κάνει την πορεία του με παύσεις. Τελοσπάντων, κοιμήθηκα ανήσυχα τη νύχτα και σήμερα το πρωΐ ξύπνησα με αγωνία μια ώρα νωρίτερα και, χωρίς καν να πιω καφέ ούτε να περιμένω τον ηλεκτρολόγο με τον οποίο πάμε συνήθως μαζί στο εργοτάξιο, βούτηξα στο τζιπάκι και έκανα σε δέκα λεπτά τη διαδρομή των είκοσι χιλιομέτρων.
Ο ήλιος δεν είχε σκάσει βέβαια, και το χρώμα της αυγής ήταν ακόμα θαμπό απο την ομίχλη. Γύρω απο το έργο οι μικροί λόφοι που το περιτριγυρίζουν δεν αφήνουν το βλέμμα να το αντικρύσει απο μακρυά, κάτι που δεν είχα προσέξει τόσο καιρό. Σήμερα το πρωΐ καιγόμουν για να δω τι γίνεται. Είχε αρχίσει η δουλειά; Τα μαστόρια βρίσκονταν στη θέση τους; Μπα, νωρίς είναι ακόμα, σκέφτηκα χαλαρώνοντας κάπως, θα φτάσω και θα περιμένω. Στην τελευταία στροφή η απορία μου λύθηκε μαγικά, μόλις ξεπέρασα το τελευταίο σπαρμένο λοφάκι. Σκαρφαλωμένοι οι αλλοδαποί χτιστάδες στις σκαλωσιές, σα χελιδονάκια που κρέμονται απ' τα σύρματα στα τηλεγραφόξυλα ήταν. Η καρδιά μου ήρθε στον τόπο της. Μπήκα στο κοντέϊνερ, παράγγειλα καφέ και σάντουϊτς και άνοιξα τα σχέδια πριν πάω για την πρώτη γύρα της μέρας, σα να μην τρέχει τίποτα. Ο αρχιεργάτης σίγουρα είχε κιόλας διαδώσει τη χτεσινή μονομαχία μου με το φόβητρο, και το κύρος μου είχε ανέβει αισθητά, πράγμα που κατάλαβα απο τα βλέμματα επιδοκιμασίας και αποδοχής. Οταν έφτασε ο οικονομικός, μόνο που δεν έσκασε απο το κακό του. Ηρθε και μου έδωσε συγχαρητήρια βέβαια, αλλά με φόρτωσε παράλληλα με δουλειά που δεν ήταν της αμέσου αρμοδιότητάς μου, την ανέλαβα όμως με ευχαρίστηση, εντελώς συναδελφικά, με την ικανοποίηση του νικητή. Απο σήμερα, πιστεύω πως κάτι πάει καλύτερα εδώ πέρα. Διαισθάνομαι πως το φύλο μου έδωσε χτες εξετάσεις και πέρασε με άριστα.
Τα χελιδόνια εργάζονται φιλότιμα στις σκαλωσιές περιμένοντας την άνοιξη, μια άνοιξη που θα αργήσει να έρθει όσο οι δουλέμποροι θα απομυζούν τον κόπο τους. Στα λυπημένα τους μάτια καθρεφτίζεται ο πόνος για τη χαμένη τους πατρίδα και η απαντοχή για μια νέα, οποιαδήποτε, που θα στεγάσει το όνειρό τους. Ανθρωποι στεγνοί, ξερακιανοί, με μια ευγένεια ψυχής πελεκημένης απο τα βάσανα, άνθρωποι που το ελάχιστο τους φαίνεται πολύ, ικανοποιημένοι με το τίποτα. Στημένοι ανάμεσα στο πουθενά και το ποτέ, βρίσκουν ανάπαυση με το να εργάζονται ακατάπαυστα αναπτύσσοντας την τέχνη τους με μια αγάπη που δεν έχει το όμοιό της. Τα τούβλα και η λάσπη παίρνουν στα μάτια τους τόσο μεγάλη αξία, όση ο καμβάς και τα χρώματα στην παλέττα ενός ζωγράφου ή ο λυγμός της κιθάρας ενός μουσικού. Απ' τη δουλειά τους αντλούν αυτοπεποίθηση και ενθαρρύνουν την εικόνα του ανθρώπου μέσα τους, περιμένοντας την ώρα που θα βρει το δρόμο η άνοιξη των ονείρων τους για να τους συναντήσει. Ο χρόνος ενός τσιγάρου που τους χαρίζεται, το χαμόγελο μιας εγκάρδιας καλημέρας, είναι, γι αυτά τα μισεμένα ταξιδιάρικα πουλιά, μια ικανή δόση ευτυχίας που δυναμώνει την εγκαρτέρηση για το αύριο.
______________________________
το σχόλιο που είχα λάβει πριν απο 15 χρόνια, όταν είχα στείλει με μέηλ την ιστοριούλα αυτή σε μια φίλη:
______________________________Μαρινάκι μου
Η ιστορία μπορεί να ήταν αληθινή αλλά δεν είναι ιστορία.
Υπάρχει ένας κακός ο οποίος δεν περιγράφεται σαν χαρακτήρας, υπάρχουν και χελιδόνια που δεν ξέρουμε αν θα δουλεύουν αύριο, για τον δουλέμπορα ή κάποιον άλλο. Υπάρχει και η αρχιτέκτονας αλλά ούτε καν τα κίνητρά της δεν αποκαλύπτονται. Υποψιάζεται μάλιστα κανείς το χειρότερο: ότι όλα ήταν ένα καπρίτσιο.
Γιατί δεν αφήνεις τη φαντασία σου ελεύθερη; Χτίσε πάνω στο πραγματικό γεγονός, άδειασε το συναίσθημά σου, βγάλε τα όνειρά σου!
Αυτός που διαβάζει μια ιστορία δεν ενδιαφέρεται για περιστατικά. Ψάχνει να βρεί τον εαυτό του σε χαρακτήρες άλλων.
Σε φιλώ και ελπίζω να μη σε λύπησα. Εκείνο που σου λέω είναι ότι έχεις καλύτερα πράγματα μέσα σου να βγάλεις προς τα έξω αλλά ακόμα διστάζεις.
Γιατί;
Ελα μου ντε! Γιατί; Γιατί αρνείται να βγει στο φως ο κρυμενος εαυτός;
-->> Την ιστορια τη βρηκα σημερα το πρωί που καθάριζα τα σκουπίδια του υπολογιστή.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 17, 2010
396. δυο ιστορίες
Σήμερα, θα σου διηγηθώ δυο μικρές ιστορίες. Πριν ξεκινήσω, διευκρινίζω πως δεν πιστεύω καθόλου όλα όσα λέγονται περί ενστίκτων, φίλτρων, κλπ κλπ.. όσον αφορά τη σχέση γονέων και παιδιών. Αυτά είναι εκ του πονηρού, για να καλύπτουν αδυναμίες και "αδυναμίες"..
1η ιστορία:
Πριν λίγα χρόνια γνώρισα μια γυναίκα σοφή, που έπαιξε πολύ θετικό ρόλο στη ζωή μου με τις συμβουλές αλλά και με το παράδειγμά της. Είναι μια καταξιωμένη ανθρωπολόγος-κοινωνιολόγος με ευρύτατη μόρφωση και Παιδεία. Η ζωή της θα μπορούσε να ήταν πολύ διαφορετική -με τα μέτρα που μετράμε εμείς, οι σύγχρονοι άνθρωποι, τις αξίες- με δυο λόγια πολύ πολύ χειρότερη.Ως παιδί, μεγάλωσε με μια μητέρα ψυχοπαθή και με ελαττωματική άρθρωση η οποία μπαινόβγαινε στο δημόσιο ψυχιατρείο, χωρίς πατέρα ή άλλους συγγενείς. Η στάση των συγγενών -ακόμα και των παπούδων- ήταν απορριπτική για τη μητέρα και η απόρριψη έπαιρνε μπάλα και την κόρη! Εκτός απο την ψυχασθένεια, η μάνα αυτή είχε πιθανόν και κώφωση, επειδή η άρθρωσή της ήταν ελαττωματική -δε μιλούσε σχεδόν καθόλου, λίγες λέξεις και άναρθρες κραυγές ήταν η ομιλία της. Μόνο του λοιπόν το κοριτσάκι, φρόντιζε και τη μάνα του απο τρυφερή ηλικία, όσο θυμάται τον εαυτό του. Σε χωριό της ελληνικής επαρχίας, πριν πολλά χρόνια, τι το πιο "φυσικό" απο το να εγκαταληφθεί μια "τρελλή" γυναίκα στο έλεος του "θεού";
Η κοπελίτσα ούτε σχολείο, ούτε τίποτα βέβαια... Ετρωγε στα συσίτια των απόρων ή αφηνόταν στη φροντίδα κάποιας γειτόνισσας, με αντάλλαγμα το σφουγγάρισμα κάποιας σκάλας. Από ρουχισμό, μην τα ρωτάς...
Στα δεκαπέντε της η μικρή, μόλις η μητέρα πέθανε, έφυγε απο το χωριό και πήγε μετανάστις στον Καναδά -δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε αυτό. Εκεί, δούλευε σε μια οικογένεια και παράλληλα ξεκίνησε το σχολείο. Μετά το σχολείο, άρχισε να δουλεύει σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες (καθάρισμα κτιρίων, λάντζα, κλπ) ώσπου γνωρίστηκε με ένα διάσημο ανθρωπολόγο, που, τότε, ήταν ένας νέος επιστήμονας. Μέσα απο τη σχέση τους, η κοπέλλα βοηθήθηκε και ανέπτυξε τον εαυτό της. Πήγε στο παν/μιο ώστε να βρίσκεται κοντά στα ενδιαφέροντα του αγαπημένου της -του μοναδικού ανθρώπου που της είχει δείξει αγάπη μέχρι τότε. Προχώρησε τόσο σε σπουδές και γνώσεις, που είναι εξαιρετικά δύσκολο να πιστέψει κανείς τον τρόπο και το περιβάλλον όπου μεγάλωσε. Περιττό να σου πω ότι δεν απέκτησε δικά της παιδιά. Το ζευγάρι έχει υιοθετήσει -νομίμως- τρία παιδιά, χώρια όλα τα... παράνομα (!) που έχει και που, ανάμεσά τους, λογαριάζω και μένα, ως πνευματικό τέκνο δηλαδή...
Πιστεύω πως μάλλον και χωρίς το σημαδιακό συναπάντημα με το νεαρό επιστήμονα η ζωή της θα είχει παρόμοια εξέλιξη.. ίσως επισπεύστηκε απλά.. αλλά πάλι.. ποιος ξέρει..
2η ιστορία:
Μια γνωστή μου οικογένεια επιστημόνων και καλών ανθρώπων, αποφάσισε να υιοθετήσει -πριν απο 36 χρόνια- ένα κοριτσάκι νεογέννητο. Στο παιδί αυτό έδωσαν όση αγάπη και ενδιαφέρον είχαν κι ακόμα παραπάνω. Σε πολύ τρυφερή ηλικία του γνωστοποίησαν πως δεν ήταν δικό τους παιδί.. είπαν την αλήθεια δηλαδή.. {Εδώ ανοίγω παρένθεση: τι νόημα έχει αυτή η "αλήθεια" όταν λέγεται σε ένα μικρό ανθρωπάκι, που καλά καλά δεν έχει συνειδητοποιήσει το γύρω κόσμο; Ετσι λένε οι ψυχολόγοι, αλλά έχουν άραγε δίκιο; Κλείνει η παρένθεση}
Του παρείχαν όλα τα αγαθά που υπήρχαν. Ο,τι γύρευε η μικρή, γινόταν δικό της. Καμμιά στέρηση. Καθόλου ξυλιές. Καμμιά τιμωρία. Η μικρή τους έπαιζε στα δάχτυλα του χεριού της. Εκμεταλλευόταν την αδυναμία που της είχαν και εμφάνισε έναν εαυτό απαίσιο. Απο τη λαιμαργία της έγινε ένα πλάσμα παχύσαρκο, και έρριχνε όλα τα λάθη της στο πάχος. Με τη δικαιολογία αυτή, σταμάτησε το σχολείο, τις ξένες γλώσσες, τη μουσική, όλα όσα μάθαινε, στα δεκαεφτά της έβαλε ένα μεγάλο ΣΤΟΠ σε όλα. Περιουσία υπήρχε άφθονη, οι γονείς δεν ανησυχούσαν. Πέθανε ο πατέρας και η μάνα ακολούθησε σε λίγο.
Η κόρη έμεινε μόνη σε ηλικία 30 χρονών, τα έμπλεξε με κάποιον κακομοίρη που μπαινόβγαινε στη φυλακή, πούλησε ΟΛΑ τα υπάρχοντά της και σήμερα, όταν άρχισαν να αρνούνται οι γνωστοί και φίλοι των γονιών της να τους εξαπατά, είναι κι αυτή στη φυλακή με σωρεία κλοπών στο ενεργητικό της.
________________________________
Τις ιστορίες στις διηγηθηκα για να δικαιολογήσω μια ιδέα που έχω, ότι δηλαδή, εναπόκειται στον ίδιο τον άνθρωπο η πρόοδός του, η ένταξή του στην κοινωνία, η ικανότητά του για ευτυχία...
Στην 1η ιστορία, η γυναίκα ήταν -κατά το γενικά παραδεκτό- καταδικασμένη, ενώ στη 2η ιστορία, η γυναίκα -θεωρητικά παντα, ε;- είχε όλες τις προδιαγραφές για μια πλήρη και όμορφη ζωή. Τι έφταιξε; Ποια ήταν η επίδραση που έκανε να αλλάξει πορεία η "μοίρα" τους;
Επειδή στη 2η ιστορία έχω άμεση εικόνα, πιστεύω πως έγινε ό,τι έγινε ΚΑΙ με τη βοήθεια των ίδιων των θετών γονιών, που προέβησαν στην πράξη τους όχι μόνο επειδή ήθελαν να ΔΩΣΟΥΝ στοργή και αγάπη σε ένα πλασματάκι αλλά και επειδή ήθελαν να ΠΑΡΟΥΝ κάτι απο αυτό.
Καταλήγω -επιτέλους! Μετά τη δική μου εμπειρία, βέβαια, πιστεύω πως βασικό προσόν ενός -οποιουδήποτε- γονιού είναι η ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ. Στεκόμαστε ΔΙΠΛΑ στο παιδί. Απλό! Σε ζάλισα όμως...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





This is a FunEL









