Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2018

446. ζωντανά αγάλματα

κάθε βραδάκι στην πλατεία
βγαίνει το άγαλμα σεργιάνι
πεθύμησε τη Λουκρητία
και το Μαρτσέλο Μαστρογιάνι

σέρνει μαζί του ένα σκυλάκι
πού είν' κι αυτό μαρμαρωμένο
και ψάχνει κάνα κοκκαλάκι
να μασουλήσει το καημένο

δυο παγωμένα πλασματάκια
σαν από πέτρα κι από πάγο
νύχτα βολτάρουν στην πλατεία
μακριά από βλέμμα ανθρωποφάγο

445. οι καραμέλες

όταν πήγαινα για δουλειά ή για κάποια μελέτη στην ελληνική επαρχία, μια κουστωδία πιτσιρικιών με ακουλουθούσε,επειδή κάθε ξένη παρουσία ήταν κάτι τι το αξιοπερίεργο τις παλιές εκείνες εποχές που τα ταξίδια ήτανε δύσκολα, έτσι λοιπόν, είχα πάντα γεμάτες τις τσέπες μου με καραμελίτσες και μοίραζα που και που στα ανοιχτά παμβρώμικα χεράκια! Ηταν μια ελάχιστη συνεισφορά, ένα μεγάλο ευχαριστώ που με καλοδέχονταν στον τόπο τους οι κατατρεγμένοι άνθρωποι. Μερικοί συνάδελφοι δεν αντέχαν την ενόχληση αυτή, λέγαν πως δεν μπορούν να δουλέψουν με το παιδομάνι γύρω τους και άλλα τέτοια, απορώντας για την υπομονή μου και προτρέποντάς με να μη κουβαλάω καραμέλες. Οι καραμέλες όμως αυτές ήταν κάτι σαν διαβατήριο για παραπέρα εξελίξεις: για βραδιές με κακαβιά και ιστορίες, για γαϊδουροκαβαλαρίες σε παράξενα μέρη μυστικά, για ανταλλαγή πληροφοριών. Εκείνοι (μαμάδες, μπαμπάδες, παπούδες, γιαγιάδες) μου λέγαν ιστορίες για τα παλιά και'γώ ενημέρωνα τι τρέχει στην πρωτεύουσα, στη συμπρωτεύουσα, αλλά και στον κόσμο ολόκληρο.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2018

444. Φουερτεβεντούρα


μπήκα σ' έν' αεροπλάνο,
οδηγούσε μια σοπράνο
πήγαμε Φουερτεβεντούρα
πίνοντας μία Τεντούρα
κατεβαίνει παραλίες
και τη φάγαν κροταλίες
έμεινα λοιπόν μονάχος
με πλησιάζει ένας φελάχος
μου χαρίζει μια γκαμήλα
κι ένα πανεράκι μήλα
έτσι, βγαίνω κερδισμένος
αν και καταϊδρωμένος
επιστρέφω με τη βία
στην ερίδμητο συμβία
στο παχύ μου μαξιλάρι
με συνόδευαν δυο γλάροι!
άρα, όνειρο δεν ήτο
βεβαιώνει ο Χιροχίτο
που κι αυτός μένει πλησίον
στο νησί των Καναρίων

443. Ονειρο Ιουνίου 2017

“Βαρέθηκα, πολύ καθισιό εκεί μέσα” μου είπες και αγκάλιασα τη μέση σου, πιέζοντας ελαφρά στα πλάγια, εκεί που ξέρω πως γαργαλιέσαι και ”θα πάω στο γυμναστήριο να ξεσκουριάσω” συνέχισες κι απάντησα “να πηγαίνουμε κολυμβητήριο μια ωρίτσα τη μέρα;” αλλά σε είδα να δυσανασχετείς και βιάστηκα να συμπληρώσω “κάθε άνθρωπος έχει το δικό του τρόπο, σε μένα ταιριάζει το κολύμπι, σε σένα η γυμναστική...” αλλά δεν φάνηκε να δίνεις ιδιαίτερη σημασία. Οσο μιλούσαμε, η μάνα περιδιάβαινε κόβοντας βόλτες μέσα στο γυαλί του καθρέφτη απέναντι, φορώντας το αέρινο μακρύ κλος φουστάνι, σε στιλ Ντιορ, εκείνο με τις τεράστιες παπαρούνες τις μπορντό, που φόραγε πριν γεννηθείς και που χάρισε στην Αντιγόνη, την κοπέλα χωρίς σαγόνι, που σε πρόσεχε όταν ήσουνα μωρό. Εβρεχε καταρρακτωδώς στην πίσω πλευρά του σπιτιού, στον κήπο, υπό γωνία σαρανταπέντε μοιρών ακριβώς, ενώ μπροστά, στο δρόμο, τέλειωναν μερικοί εργάτες του δήμου τη μαρμαρόστρωση του οδοστρώματος με μάρμαρο κάτασπρο, που γυάλιζε στον ήλιο -η άσφαλτος κόντευε να ξηλωθεί ως εκεί που έπιανε το μάτι και άλλοι εργάτες φορτώναν τα μπάζα σε μεγάλα φορτηγά- και κάποιοι άλλοι, ειδικοί μάλλον, φύτευαν φρέσκα χρωματιστά λουλούδια φερμένα μέσα σε γλάστρες και γλαστράκια. “Είδες; εγώ τα παράγγειλα” μου ψιθύρισες κι έστριψες ξαφνικά και κόλλησες στον καθρέφτη, που άρχισε αμέσως να σε ρουφάει μέσα του.. Εβλεπα την πλάτη σου να χάνεται και ορκίστηκα να κοιμάμαι στο εξής μια ωρίτσα κάθε μεσημέρι.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 08, 2018

442. η σημασία του αρχηγού

σκέφτηκα τώρα δα τη σημασία του αρχηγού, ακούγοντας την ορχήστρα του Xavier Cugat και αναπολώντας παλιές ορχήστρες που χάθηκαν μετά το χαμό των δημιουργών, στηριγμάτων, συνεκτικών κρίκων ή/και εμπνευστών τους. Πάει η ορχήστρα Μαντοβάνι, μαζί με τόσες άλλες σημαντικές που ομόρφαιναν τη ζωή μας παλιά. Πάνε και οι αρχηγοί που ενέπνεαν τους λαούς, οδεύοντας προς το καλό.
Γιατί όμως θυμάται η συλλογική μνήμη τους εμπνευστές κακών ως "μεγάλους άνδρες της Ιστοριας", όπως είδα προσφάτως σε κάποιο ντοκιμαντέρ αναφερόμενο στον Κορτές; Το πείσμα για κατάκτηση εδαφών (και εργατικών χεριών, σκλάβων δλδ) είναι καλή πράξη; Ωφέλησε; Υπάρχει ωφέλεια χωρίς (συχνότατα ανεπανόρθωτη) βλάβη;
Τώρα πάνε να εξαγιάσουν και το Χίτλερ, με τις βλακείες που κάνει ο Τρόμπας (υποτίθεται) προς όφελος του Ισραήλ, αλλά και των ίδιων των ισρηλοσιωνιστών.

441. ο παπούς μου ο πάμπλουτος

ο παπούς μου ο πάμπλουτος ήταν περίπτωση τελικά, επειδή δεν του αρέσαν τα λεφτά! Με πλήρη συνείδηση, δεν στέριωνε πενταράκι στην τσέπη του και δεν ήθελε να αποκτάει ακίνητα κι όταν αυτό συνέβαινε τους έδινε δρόμο που λένε στα γρήγορα. Ετσι, δεν δέχτηκε να αποκτήσει το ξενοδοχείο Μ. Βρετανία όταν, καθώς γράφαν οι εφημερίδες της εποχής, ήταν ο μόνος που μπορούσε να το αγοράσει μοναχός του, πούλησε για πενταροδεκάρες το οικόπεδο όπου χτίστηκε το Χίλτον, καθώς και κάτι "κατσάβραχα" στη Σπευσίππου, που είχαν βρεθεί στα χέρια του λόγω ανάγκης να πουληθούν από κάποιους φίλους του. Εζησε με το ρητό "μετά από μένα τσιμέντο να γίνει" χαιρόμενος τη ζωή και μην αφήνοντας δεκάρα τσακιστή σε κανέναν, κληρονομιά μηδέν δηλαδή. Ενα είδος άρχοντα και όχι μικροτάδε ήταν, που τον έφαγε το ΙΚΑ, αλλά αυτά σε μελλοντική ανάρτηση.

440. βόλτες με παλιά ταξί

Στη 10ετία του '50 κυκλοφορούσαν ακόμα ταξί με φαρδύ σκαλοπατάκι (μαρσπιέ) μάλλον μάρκας Φορντ. Τέτοιο ταξί είχε ο Μικέλης, που το παρκάριζε έξω από το σπίτι της γιαγιάς μου ολημερίς, μη τυχόν της έρθει επιθυμία να πάει βόλτα "στα μαγαζιά", στην Ερμού δηλαδή ή στο Σγούρδα, δυο βήματα -που λένε- από την πόρτα της στο Κολονάκι. Το καλοκαίρι, ο Μικέλης είχε ταξί κονβερτίμπλ, χρώματος γκρι, και με αυτό πηγαίναμε τα απομεσήμερα στο Φλοίσβο για κρεμ καραμελέ ή (μακρύτερα) τα βραδάκια στο Εντεν για μαριδούλα και μπιρίτσα -για τη γιαγιά μου εννοείται. Μια φορά, ήπια και'γώ λιγουλάκι και στην επιστροφή έβλεπα πουλάκια να κελαηδάνε στα τζάμια, είχε βάλει ψυχρίτσα και η κουκούλα κλειστή. Μερικές φορές πηγαίναμε ως του Ζωναρά (=Ζόναρς στο εξευγενιστί, που η γιαγιά μου το κορόϊδευε) και ο κύριος Μικέλης περίμενε παρκαρισμένος μπροστά στο τραπεζάκι μας να τελειώσουμε το παγωτό μας. Μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, η γιαγιά μου μισούσε τον ποδαρόδρομο.
___________
ΣΗΜ. στη φωτογραφία πιάτσα ταξί το 1946, σαν κι αυτές που υπήρχαν ακόμα και στη 10ετία του '70 -με τηλέφωνο κιόλας!

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2018

439. περί σοβαρότητας

που λες, στη δουλειά φόραγα πάντα μπλέ και μου έγινε εμμονή αυτό το χρώμα, σκούρο μπλέ, του ναυτικού, μπλέ μαρέν που λένε, και αυτό το μπλέ καταμπλέ παντελόνι-πουλόβερ λεπτό με μια υποψία άσπρης φανελίτσας από μέσα και φουλάρι μικρό με λίγο κόκκινο μέσα ή χωρίς φανελίτσα αλλά με λιτή πανάκριβη καρφίτσα στο πλάι αριστερά συν τα γυαλάκια τα μισά, αυτά που βλέπεις κοντά απομέσα τους και μακριά αποπάνω τους, να κρέμονται με μωβ η τυρκουάζ κορδονάκι -μη το παραξηλώσουμε κιόλας με το μπλε- και αυτή η "στολή" με βοήθαγε να δείχνω αυστηρή, πράγμα που σιγοντάριζαν επιτυχώς οι γκαρδιακοί μου συνέταιροι προς τους πελάτες ή και φυτευτούς "συνέταιρους" άμα λάχαινε και κάναν πως τάχα με φοβούντανε και αργούσα λιγουλάκι (όσο χρειαζόταν, μη βαρεθούνε κιόλας) τόσο ώστε να είναι στην τσίτα που λένε μέχρι να σκάσω μύτη στο μίτινγκ και σηκωνόντουσαν όλοι όρθιοι με σεβασμό -γελώντας από μέσα τους οι γκαρδιακοί και σιχτιρίζοντας οι λοιποί- και αυτό το πράγμα λέγεται σοβαρότητα βεβαίως, γιατί πώς αλλιώς θα ήμουν σοβαρή στη δουλειά μου; πραγματικά σοβαρή, όχι παίζουμε!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...