Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2007

234. ένα φτεράκι καναρινιού




Αυτό βέβαια δεν είναι φτεράκι καναρινιού, αν και είναι κίτρινο, και δε μοιάζει καθόλου με το φτεράκι που είχε ξερριζώσει από το καναρίνι του ο Δημήτρης για να μου το χαρίσει στο δεύτερο ραντεβού μας, έξω από ένα γωνιακό φαρμακείο, όπου ακριβώς έκανε στάση το λεωφορείο που έπαιρνα μετά τα γαλλικά. Γνωριστήκαμε με αλληλογραφία, όπου χρέη ταχυδρόμου έκανε το θρανίο! Μάλιστα. Καθόμαστε στο ίδιο θρανίο, αλλά όχι ταυτοχρόνως. Οταν εκείνος καθόταν το πρωί, η αφεντιά μου καθόμουν το απόγευμα και το ανάποδο. Ετσι ήταν τότε τα περισσότερα δημόσια σχολεία. Υπήρχαν ξεχωριστά για κορίτσια, τα θηλέων, και ξεχωριστά για αγόρια, τα αρρένων. Τις μισές μέρες της βδομάδας ήταν πρωϊνά τα αγόρια και τις άλλες μισές τα κορίτσια -τα σχολεία λειτουργούσαν και το Σάββατο. Τις τρεις πρώτες μέρες ήμουν απογευματινή και τις επόμενες τρεις πρωϊνή. Αυτό είχε ένα μειονέκτημα κι ένα πλεονέκτημα. Ναι μεν ξενύχταγα την Τετάρτη για να διαβάσω για το πρωϊνό μάθημα της Πέμπτης, αλλά όμως ήμουν ελεύθερη από το Σάββατο το μεσημέρι και μετά, οπότε πηγαίναμε οικογενειακές εκδρομές -κυρίως στο Ξυλόκαστρο ή αλλού, σχετικά κοντά.Το πρώτο μήνυμα στο άγνωστο, σα να ρίχνω μπουκάλι στη θάλασσα, το έγραψα εγώ πάνω στο θρανίο, ήταν τρεις λεξούλες κι ένα ερωτηματικό: «πώς σε λένε;» και το επόμενο πρωί είδα την απάντηση «κύττα κάτω απ' το θρανίο» και στο διάλλειμμα έσκυψα και κοίταξα, κοίταξα και στο επόμενο διάλλειμμα, σε όλα τα διαλλείμματα κοίταζα κάτω από το θρανίο, αλλά δεν έβλεπα τίποτα το ιδιαίτερο. Ετσι, ξανάγραψα λίγο πριν σχολάσουμε: «δεν είδα τίποτα». Ημουν και πολύ αφελής -μπορεί και να διατηρείται αυτό το προσόν ακόμα! Την άλλη μέρα βρήκα ένα μικρό χαρτάκι σφηνωμένο σε μια χαραμάδα του θρανίου, που μου έδινε οδηγίες πού ακριβώς να κοιτάξω. Κοίταξα, μάλλον έψαξα με την παλάμη μου, κάτω από την επιφάνεια του θρανίου κι η παλάμη μου βρήκε ένα εμπόδιο και το τράβηξα και το ξεκόλλησα και το έχωσα στην τσέπη μου. Αυτό ήταν το πρώτο γραμματάκι που έλαβα από αγόρι. Με αυτό το γραμματάκι, σε μέγεθος τσιγαρόχαρτου για στριφτά τσιγάρα, ξεκίνησε μια δαιμονιώδης αλληλογραφία, που κράτησε μια χρονιά -την επόμενη ήταν δύσκολα τα πράγματα επειδή μας αλλάξαν αίθουσα.Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από την αγωνία του απαγορευμένου, το ίδιο φαντάζομαι και για τη δική του. Τι "φαντάζομαι", ειμαι σίγουρη γι αυτό, αφού την άκουσα στα ραντεβουδάκια που ακολούθησαν. Το πρώτο ραντεβού, όπως και τα επόμενα, δόθηκε στο φαρμακείο της γωνίας, στη στάση. Εκεί ήρθε τρέχοντας, ανεμίζοντας μια μακριά καπαρντίνα γιατί ψιλόβρεχε, έκανε κρύο, και ήταν και σκαστός από τη γιορτή του πατέρα του, που τον λέγανε Ανδρέα. Τον γνώρισα από μακριά, λες και τον είχα ξαναδεί, και, όπως έχω παρατηρήσει, σπάνια πέφτω έξω στην αναγνώριση προσώπων που μου είναι άγνωστα ίσαμε τη ώρα της συνάντησης. Εφτασε λοιπόν και, καθώς φαίνεται, ήταν κι εκείνος σίγουρος -δεν βρισκόταν άλλο κορίτσι στη στάση κιόλας!- γιατί με πλησίασε και μου είπε τ' όνομά του.Φορούσα μια φουστίτσα στενή σε χρώμα καφέ-άσπρο σε σχέδιο πιε ντε πουλ λεπτό, μια μπλούζα κίτρινη κι από πάνω το παλτό μου και κρατούσα ομπρέλα. Χαιρετιστήκαμε, πολύ αμήχανα είν' η αλήθεια, κάναμε το γύρο του τετραγώνου δυο φορές γιατί εκείνος έπρεπε να φύγει και'γώ να μην αργήσω να γυρίσω σπίτι, και αποχαιρετιστήκαμε με ένα φιλί στο μάγουλο. Ηταν δυο χρόνια μεγαλύτερος και μετά από ένα χρόνο ακόμα θα τέλειωνε την τελευταία τάξη του Γυμνασίου -το Λύκειο δηλαδή που λεν σήμερα- και θα έδινε εξετάσεις σε πρακτικές σχολές του Πανεπιστημίου και του Πολυτεχνείου. Ηθελε να γίνει μαθηματικός, εγώ δεν είχα αποφασίσει ακόμα. Κανονίσαμε να ξαναϊδωθούμε την επόμενη φορά που είχα μάθημα γαλλικών. Δυστυχώς, είχα γαλλικά δυο φορές τη βδομάδα και αυτή ήταν η δεύτερη φορά της βδομάδας, οπότε θα μεσολαβούσαν αρκετές μέρες μέχρι την επόμενη συνάντησή μας. Ευτυχώς που υπήρχε το θρανίο που έκανε τον ταχυδρόμο.Μέχρι να έρθει η μέρα του δεύτερου ραντεβού, αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν, η αφηρημάδα μου άρχισε να γίνεται παροιμιώδης, «δεν άκουσα, δεν πρόσεξα, δεν είδα», με κορόϊδευαν τ' αδέρφια μου. Εκείνη τη δεύτερη φορά μου έφερε το φτεράκι του καναρινιού, που το λυπήθηκα πολύ και τον ψιλομάλωσα κιόλας. Αντί να κόβουμε βόλτες γύρω από το τετράγωνο, ανηφορίσαμε για το σπίτι μου με τα πόδια, και αυτό γινόταν πλέον, έτσι ώστε να μην αργώ και πολύ και να έχουμε χρόνο να μιλάμε. Λίγο πριν το σπίτι υπήρχε μια παλιά μάντρα, όπου σταθήκαμε και αγκαλιαστήκαμε και ένοιωσα τη γη να φεύγει, σαν να υψωνόμουν προς τον ουρανό. Από τότε, ενώ σε όλο το δρόμο μιλούσαμε ασταμάτητα, λέγαμε ανέκδοτα, γελούσαμε, λέγαμε τα σχέδιά μας για το μέλλον, μόλις φτάναμε στη μάντρα λες κι ένας μαγνήτης τράβαγε το ένα σώμα πάνω στο άλλο και κόλλαγαν σώματα και πρόσωπα και ο αποχωρισμός δυσκόλευε αφάνταστα.Το φτεράκι του καναρινιού το συναντούσα κάθε τόσο σε κάποιο κουτάκι, μαζί με κοσμήματα, μετά την τελευταία μετακόμιση όμως δεν θυμάμαι πού βρίσκεται, δεν έχω -ούτε και φοράω πλέον- κοσμήματα. Τον ίδιο τον έχω συναντήσει μερικές φορές εντελώς ξαφνικά, κάποτε βρίσκεται πίσω μου και με πλησιάζει σαν για να με τρομάξει, κάποτε βρεθήκαμε σε ένα περίπτερο όπου ήθελα να ψωνίσω αναπτήρα και έβγαλε έναν από την τσέπη του και μου τον χάρισε, ένα γαλάζιο αναπτήρα σε σχήμα ψαριού. Μετά το τέλος των βασικών σπουδών, καθένας μας πήρε το δρόμο του στη ζωή, χωρίς να θίξουμε ποτέ το ακανθώδες ζήτημα του πρώτου αγνού και τρυφερού μας έρωτα. Η σχέση μας δεν διατηρήθηκε σε επίπεδο φιλίας. Για μένα, ταυτίζεται απολύτως με την ανάμνηση της εφηβείας μου και του το χρωστώ που με έβαλε σε αυτή την περίοδο της ζωής μου τόσο όμορφα και ομαλά. Υποθέτω ότι το ίδιο θα είμαι και'γώ για εκείνον. Κάθε φορά που συναντιόμαστε τυχαία -η πιο πρόσφατη πριν λίγους μήνες- νοιώθω σαν να μην έχει περάσει ώρα από τις βόλτες που κάναμε τα χειμωνιάτικα βράδια που με συνόδευε στο σπίτι μετά τα γαλλικά, και σαν να υπάρχει ακόμα εκείνος ο μαγνήτης. Μόνο που βρίσκεται πολλά πολλά χρόνια πίσω, μαζί με το καναρινάκι που ψόφησε μόλις τελειώσαμε το σχολείο.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 25, 2007

233. τα μάτια της πόρτας



Είχε συνηθίσει να κοιτάζει από το μάτι της πόρτας. Εβλεπε ταχτικά τη γυναίκα του να έρχεται, να σκύβει μπροστά στη πόρτα της και να αφήνει διάφορα μαγικά πάνω στο κόκκινο χαλάκι. Πότε ένα κουμπί τυλιγμένο με τρίχες κατσαρές, πότε κάτι λιγδιάρικα σκουπιδάκια τυλιγμένα σε χαρτομάντιλα. Δεν έδινε σημασία. Ούτε είχε μιλήσει ποτέ γι αυτά τα παράξενα πράγματα, άλλωστε δεν πίστευε στα μάγια. Σίγουρα, εκείνη που ερχόταν και τα τοποθετούσε προσεκτικά, πίστευε, αυτό όμως της ήταν αδιάφορο και τίποτε στον κόσμο δεν ήταν ικανό να χαλάσει την όμορφη σχέση που διατηρούσε με τον άνθρωπο που θαύμαζε -τον προϊστάμενό της.
Εκείνος ερχόταν συχνά, κάποτε και χωρίς να ειδοποιήσει, μια φορά έτυχε μάλιστα να πέσει πάνω στον άντρα της, την ώρα που ετοιμαζόταν να ανοίξει την πόρτα να μπει στο σπίτι. Τότε μάλλον ήταν που ψυλλιάστηκε ο νταής ότι μπορεί να τρέχει κάτι πέρα από τα ζητήματα του γραφείου μεταξύ τους, επειδή ήταν φανερή η αμηχανία της όταν τους είδε να μπαίνουν στο σπίτι ταυτόχρονα. Της προξενούσε φόβο ο άντρας της, με το φόβο την κουλάντριζε τόσα χρόνια -κοντά είκοσι- που ήταν παντρεμένοι. Με χαστούκια, και μάλιστα μπροστά στα παιδιά, απαντούσε στα ερωτήματά της ή έδινε έμφαση στις εντολές του. Με χαστούκια αντιδρούσε στην επιθυμία της για διαζύγιο. Τι κι αν ήταν μορφωμένος άνθρωπος, που λένε; Η μόρφωση κάποτε είναι ανεξάρτητη από τα ψυχικά χαρίσματα.
Εντρομη τους άκουσε να βρίσκονται πάλι μαζί, αλλά έξω από το διαμέρισμα αυτή τη φορά, στο πλατύσκαλο, να διαπληκτίζονται άγρια. Κόλλησε το μάτι στη πόρτα να δει τι συμβαίνει, είδε το χέρι που γνώριζε καλά να ανεβοκατεβαίνει, μετά άκουσε ένα γδούπο και κάτι να σέρνεται. Δεν έβγαλε κιχ, έμεινε στήλη άλατος, σαν να μην υπήρχε, σαν να ήταν απούσα. Είχε ακούσει το μήνυμα που είχε αφήσει στον τηλεφωνητή του κινητού του η "άλλη" από την Ουγγαρία, όπου είχε πάει με πρόσχημα να δει το γιο που σπούδαζε. Τότε κατάλαβε τη συνομωσία των απατημένων. Ελεγε η φωνή στον τηλεφωνητή ότι να έχει το νου του τώρα που εκείνη λείπει να πιάσει αυτός στα πράσα τους εραστές και όταν επιστρέψει να κανονίσουν μαζί πώς να τους τη φέρουν, να βγάλουν και κανένα φράγκο.
Η πολυκατοικία είχε σηκωθεί στο ποδάρι, χαμός γινόταν, σειρήνες περιπολικών, κόσμος, τηλεοπτικά συνεργεία, αλλά εκείνη μαρμαρωμένη πίσω από το μάτι της πόρτας. Ακούστηκαν χτυπήματα "αστυνομία, ανοίξτε, θα σπάσουμε την πόρτα" και άνοιξε ένα πρόσωπο σαν άσπρο σάβανο. "Ελάτε μαζί μας" της είπε κάποιος κι εκείνη απάντησε "μισό λεπτό, να βάλω τα μάτια της πόρτας στο μπολάκι", πράγμα που έκανε με μεγάλη προσοχή. Τα μάτια της πόρτας ήταν οι καλύτεροι μάρτυρες, αλλά αυτό δεν το γνώριζε κανείς άλλος.

----------
ΣΗΜ. η ιστορία στο σύνολό της είναι φανταστική και αποτελεί συρραφή από διάφορες ιστορίες που συνέβησαν ή θα μπορούσαν να συμβούν

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 23, 2007

232. αχ, αυτές οι κεραίες




Αχ, οι κεραίες!
τι όμορφες και πόσο μοναχικές υψώνονται πάνω από τις ταράτσες προς τα σύννεφα!
Δυο πέσαν στην παγίδα και αγκαλιάζονται, μια στο βάθος φαίνεται ξαπλωμένη, αλλά αυτό δεν αναιρεί τη μοναχικότητά τους: οι κεραίες φυτρώνουν μια μια ξεχωριστά, δεν έχουν κοινή βάση. Ο ουρανός και τα σύννεφα τους ανήκουν, μόνο που δεν έχουν την ευαισθησία να το καταλάβουν γιατί είναι κεραίες τηλεόρασης. Ενώ οι άλλες κεραίες, σαν τις δικές μου δηλαδή, πιάνουν πουλιά στον αέρα λέμε!..



Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

231. Rodia's blog manufacture




Ενημερώνω τους επισκέπτες αυτού του τόπου για την παρουσία μου στο διαδίκτυο, που υπάρχει αναλυτικά σε post στο blog μου taparaponasas stoMIXER


Κυριακή, Φεβρουαρίου 18, 2007

230. Αποκριάτικα κεφαλονίτικα σκώμματα



Δυστυχώς δε θυμάμαι και πολλά. Θυμάμαι μόνο τη γιαγιά μου τη κοντέσσα που ποτέ της δεν έλεγε κακά λόγια, να μας ξυπνά, εμένα και τη συνομίλικη ξαδερφούλα μου την Ολγα, τραγουδώντας μας:

..και τση Μαρίνας τσ' ήπρεπε
πιτσούνι και ξιφτέρι
και μία πένα ολόχρυση
στο δεξιό τση χέρι!

..και τση Ολγούλας τσ' ήπρεπε
να κοιμηθεί στο μώλο
και το πρωΐ να σηκωθεί
μ' ένα σκατό στον κόλο!

Επειδή όμως η Ολγούλα έβαζε τα κλάμματα, η γιαγιά τό'στριβε κι έβαζε εμένα να κοιμηθώ στο μώλο, οπότε η ξαδερφούλα μου ξεκαρδιζόταν τρισευτυχισμένη! Τότε και'γώ, ακολουθώντας τη γιαγιά, αντί για το δεξί της χέρι έβαζα την πένα στο αριστερό της! Για την ολόχρυση πένα δεν μου κατέβαινε καμιά ιδέα, δεν ταίριαζε στη ρίμα να πω "σιδερένια" ή "σκουριασμένη" μέχρι που βρήκα το "κουζουλή" και ησύχασα.

..και μία πένα κουζουλή
στ' αριστερό τση χέρι!

Βέβαια, το σκατό στον κόλο δεν ισοφαριζόταν με μια πένα όσο κουζουλή και να ήταν, μέχρι που η καημένη η Βιτώρια (η μαγείρισσα) μου εξήγησε ότι το σκατό είναι πολύ εντάξει στον κόλο, εκεί είναι η θέση του, στο βρακί να μην είναι γιατί τότε εξυπονοείται... χέσιμο! Ετσι ηρέμησα και ό,τι και να τραγούδαγε η γιαγιά δεν με πείραζε καθόλου.


--------------------------
ΣΗΜ. αφιερωμένο στη μνήμη της Ολγας μου, που ήμουν απρόσεκτη και την έχασα πριν 7 χρόνια -πώς περνούν τόσο γρήγορα; Θα σε θυμάμαι Ολγάκι, έχεις θέση μοναδικη μέσα στη καρδιά μου.

229. WINDOWS MEDIA PLAYER



ΧξΦΥΣΓ»§ΠνΏΙΠ­ι²Ή³δΠ­ι

ΧξΦΥΣΓ»§ΠνΏΙΠ­ι²Ή³δΠ­ι

MICROSOFT WINDOWS ΏΝ»§¶Λ²ΩΧχΟµΝ³ΘνΌώµΔΘνΌώΈόΠΒ
WINDOWS MEDIA PLAYER


ΗλΘΟΥζΤΔ¶Α±Ύ΅¶ΧξΦΥΣΓ»§ΠνΏΙΠ­ι²Ή³δΠ­ι΅·£¨΅¶²Ή³δΠ­ι΅·£©΅£»µ©°²Χ°»ςΚΉΣΓΛζ±Ύ΅¶²Ή³δΠ­ι΅·ΜαΉ©µΔΘνΌώ£¬Ό΄±νΓχΔϊΝ¬ β±Ύ΅¶²Ή³δΠ­ι΅·µΔΈχΟξΜυΏξ΅£ΘηΉϋΔϊ²»Ν¬⣬Ηλ²»°²Χ°»ςΚΉΣΓΈΓΘνΌώ΅£
ΤπΘΞΊΝ²ΉΎΘΟήΦΖΜυΏξ΅£ΞήΒΫΔϊ ςΘΞ ΊΞΤ­ς ΏΙΔά·ΆΙϊΘΞΊΞΛπΚ§£¨°όΐ¨µ«²»ΟήΣΪΙΟΚφΛωΣΠµ ΔΛπΚ§ΤΌ°ΈωΎέΊΟΝ¬» ςΘΞΊ ΞΖδΛϋΗιΏφ ¶ψΘΟ¶¨µΔΛωΣΠΦ±½Σ»ς»°γΛπΚ§£©£¬MICROSOFT Ό°ΖδΘΞΊΞΉ©Σ¦ΙΜ°΄ΥΥ±Ύ΅ ¶²Ή³δΠ­ι΅·ΘΞΊΞ ΜυΏξ³Πµ£µΔΘ «²ΏΤπΘΞ£¬ΤΌ°ΔϊΎΝ ΙΟΚφΘ«²ΏΛπΚ§»ρµΓµΔΞ¨ »²Ή³¥£¬½«½φΟήΣΪΔϊΣΙΣΪ¶Τ΅°ΘνΌώ΅±µΔΊΟΐνΠΕΘΞ¶ψΤβΚάµΔΚµΌΚΛπΚ§£¨²»³¬ΉύΔϊΞ΅°OS ΧιΌώ΅±ΚµΌΚΦ§Έ ¶µΔ½π¶ξ£ ©»ς 5.00 ΓΐΤΑ½ΥίΦΠ½Ο΄σΦ® ΏξΟξ΅£ΙΟΚ φΟήΦΖ΅ΆΕΕ³ύΊΝΓβΤπΜυΏξ½ «Σ¦ΣΓµ½ΚΚΣΓ·¨ΒΙΛωΤΚ ΠνµΔΧξ΄σ³Μ¶Θ£¬Ό΄ΚΉΘΞΊΞ²ΉΎΘΞ΄Δά΄οµ½Ζδ»ω± ΎΔΏµΔ ΰΘη΄Λ΅£

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2007

228. Μάθημα προς νέους ναυτιλομένους: Η πρώτη μπουκιά



Οταν έμαθα κολύμπι και ξανοιγόμουν στα βαθειά -αχ, πάντα μου άρεσαν αυτά τα βαθειά!- ο πατέρας μου με είχε συμβουλέψει να αφήνω μια πρώτη μπουκιά για τον καρχαρία που μπορεί να εμφανιζόταν κάποια στιγμή στα ξαφνικά. Με το «πρώτη μπουκιά» εννοούσε να (αφήνω να) υπάρχει ένας τουλάχιστον που να κολυμπά πιο βαθειά από μένα, ώστε να προστατευτώ και να προλάβω να απομακρυνθώ και να καλέσω σε βοήθεια αν τυχόν πάρω χαμπάρι την ύπαρξη ενός καρχαρία.
Η ιδέα του καρχαρία με απασχολούσε συχνά, κυρίως τα καλοκαίρια. Διάβαζα κάθε τι σχετικό με καρχαρίες, όχι μόνο ειδήσεις για το πόσοι καρχαρίες εμφανίστηκαν και πού, αλλά και άρθρα σχετικά με την αντιμετώπισή τους. Μέχρι και όνειρα έβλεπα κάτω από την επίδραση των άρθρων αυτών, όπως τότε που διάβασα ότι αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ένας καρχαρίας με επίθεση, π.χ. με μια μπουνιά στη μύτη!

Ετσι, έβλεπα απανωτά το όνειρο όπου έδινα μπουνιά στη μύτη του φοβερού καρχαρία. Το έβλεπα πολλές φορές συνέχεια και κάθε φορά το βελτίωνα, ώσπου έφτασα στο τέλειο αποτέλεσμα: Μόλις θα καταλάβαινα πως με πλησιάζει καρχαρίας με το φτερό του να γυρίζει γύρω μου, πρώτα πρώτα θα βούταγα μέσα στο νερό, να μη βρίσκομαι στον αφρό όπου θα είχε όλη την άνεση να γυρίσει ανάσκελα και να με καταβροχθίσει, γιατί έτσι τρώει ο καρχαρίας τα θύματά του μια και το άνοιγμα του φοβερού του στόματος βρίσκεται κοντά στην κοιλιά του.
Βουτώντας να τον αντιμετωπίσω στο δικό του περιβάλλον, θα έβγαζα αργά αργά το μαγιό μου και θα το τύλιγα γύρω από το χέρι μου, ώστε, δίνοντάς του τη μπουνιά να έχω μεγαλύτερη επιφάνεια μπουνίσματος! Ε, στο τέλος θά 'τρωγε τη μπουνιά του και μέχρι να συνέλθει από το ξάφνιασμα θα κολυμπούσα ταχύτατα προς την ακτή κι άμα ξαναπλησίαζε, απλά θα επαναλαμβανόταν το ίδιο σκηνικό.
Ευτυχώς δεν χρειάστηκε ίσαμε σήμερα να αντιμετωπίσω καρχαρία στη θάλασσα, αλλά η συμβουλή για την «πρώτη μπουκιά» στάθηκε ωφέλιμη και για την αντιμετώπιση των καρχαριών της στεριάς, καθώς και η μπουνιά στη μύτη. Είναι πολύ σημαντικό να δρα ο αμυνόμενος με επίθεση και μάλιστα τη στιγμή που ο επιτιθέμενος δεν το περιμένει καθόλου επειδή είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του ώστε να (φτάνει να) υποτιμά όποιον θεωρεί θύμα.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2007

227. στο σαλονάκι αναμονής



Το ακκορντεόν έπαιζε φάλτσα. Πρώτη φορά που δεν έδωσα φιλοδώρημα στον οργανοπαίχτη της απόστασης Σύνταγμα - Καλλιμάρμαρο. Τόσα χρόνια κι ακόμα να μάθει να παίζει. Το όργανο δεινοπαθεί στα χέρια του. Αντί να βελτιώνεται το παίξιμό του, έχει στριμώξει κατι τσακίσματα ανάμεσα στα "Κύματα του Δουνάβεως" και κάτι λαχανιάσματα στην "Κομπαρσίτα" και αυτά τα παράσιτα γρατζουνάνε τ' αφτιά. Με πλησίασε περιμένοντας το μισόευρο -τόσες φορές πέρα δώθε, γνώριζε λίγο πολύ τη σταθερή συνεισφορά μου στο μηνιάτικό του.

Εστρεψα το βλέμμα έξω απ' το παράθυρο -όχι που θά 'πιανα και κουβέντα! Ας το καταλάβαινε μοναχός του ότι η περίοδος χάριτος είχε λάβει τέλος. Από δω και μπρος χρειαζόταν κάτι περισσότερο από τον οίκτο μου για να κερδίσει την -καθημερινή σχεδόν- συνεισφορά μου. Το οικτρό παίξιμό του δεν ήταν αρκετό.

Στην επόμενη στάση, έδωσε ένα σάλτο και κατέβηκε από το λεωφορείο. Η άκρη του ματιού μου τον πήρε να περνά απέναντι πηλαλώντας ανάμεσα στα κύματα των αυτοκινήτων που κατέβαιναν προς τα Φάληρα, ένα κυματάκι κι αυτός, νεαρός γύρω στα τριάντα και νευρώδης, ένας ιδανικός εραστής -ίσως. Τέτοια κορμιά, που μοιάζουν ακαταπόνητα, ανήκουν σε σύγχρονους Σειληνούς και Πάνες.

Μόλις έστριψε το όχημα κι άρχισε ν' ανεβαίνει την Ερατοσθένους, τον έχασα απ' το οπτικό μου πεδίο και μια ξαφνική απορία ήρθε και κάθησε βαριά στο νου μου: πώς δηλαδή, είχα βρεθεί από το σωματάκι μου το λεπτό και νευρώδες μέσα σ' αυτό το σάρκινο βαρέλι; Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου πλέον, μου ήταν απολύτως δύσκολο να συζώ μαζί του και, παράλληλα, προτιμούσα να αγνοώ αυτή την κατάσταση από το να προσπαθώ να την ανατρέψω.

Το λεωφορείο έκανε λίγα μέτρα ακόμα αγκομαχώντας, ίσαμε τις σκάλες του άη Σπυρίδωνα, όπου, πριν μόλις πενήντα χρόνια περίπου -πότε πέρασαν τόσα;- είχα βρεθεί παράνυμφος στο γάμο μιας ξαδέλφης της μάνας μου. Φορούσα ένα ανάλαφρο φουστανάκι, γαλαζοπράσινα λουλουδάκια σε άσπρο φόντο, και είχα αλλάξει τα στέφανα αντικαθιστώντας την κανονική κουμπάρα, νονά της νύφης και αδελφή του παπού μου, που ήταν κρεβατωμένη με γρίππη.

Τις φωτογραφίες του γάμου, για τις οποίες έμαθα πως ήταν πολύ πετυχημένες, δεν τις είδα ποτέ ως τα σήμερα. Ο γάμος αυτός πήγε (και εξακολουθεί να πηγαίνει) πολύ καλά, αλλά δεν έτυχε να επαναληφτεί το πείραμα για να έχω ένα καλό στατιστικό δείγμα για το αν και κατά πόσο η δική μου "αύρα" είχε βοηθήσει στην επιτυχία του.

Σε λίγο φτάσαμε στη στάση όπου έπρεπε να κατέβω, ψώνισα ψωμί και ένα μεσαίο κομμάτι σπανακόπιτα από το φούρνο και, τρώγοντάς τη σ' ένα σαλονάκι αναμονής, έγραψα αυτές τις γραμμές. Καλή μου χώνεψη! Ευτυχώς, έχω γερό στομάχι που όλα τα χωνεύει καλά. Ολα.

Τρίτη, 13 Φεβρ. 2007, 13:30 μμ

Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2007

226. Πράσινο φως για το ΣΚΟΤΑΔΙ



βρίσκονται δίπλα μας και μάλλον είναι περισσότερα.. για τα φρικιά της πραγματικότητας λέω.. για όλους αυτούς τους κυρίους και τις κυρίες που παρουσιάζονται μπροστά μας καλοσιδερωμένοι με καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα νύχια.. φρέσκοι φρέσκοι με ολόφρεσκιες παπαριές αγγλιστί ή γαλλιστί, κάτι σε ξενόγλωσσο πάντως, αμολημένες με ελαφράδα λες και στην κούνια μαθαίναν ξενικά.. με βλέμμα να κοιτάζει νωχελικά και αγελαδινά πέρα και μέσα από τον τοίχο, πάντως όχι, ποτέ, κάτω.. με τσακίσματα στη φωνή να δείχνει ευαίσθητη.. με ρινίσματα σιδήρου στα πλεμόνια αλλά χωρίς βηχαλάκι, μόνο κάτι γκμχ γκμχ ξερά και ξινά, έτσι για απαξίωση των (συν?)ομιλητών.. και όλο «αχ, πάλι αυτό το κινητό!» και «ουφ, βαρέθηκα, θα το κλείσω» αλλά να μη κλείνει το ρημάδι και να επιμένει και «πού είπες να πάμε;» και «αχ, δύσκολο χρυσή μου, δύσκολο, έχω γκαλερί σήμερα» κι όλο να φεύγουν, να φεύγουν.. από τους φίλους -αν είχαν ποτέ- κι από την οικογένεια «αυτή η μαλακισμένη φταίει που άργησα» λένε για τη γυναίκα τους και, αμέσως μετά, «η γλυκειά μου, πώς παιδεύεται, αλλά τι να κάνουμε; κάποιος πρέπει να προσέχει τα παιδιά» κι από τον εαυτό τους φευγάτοι να είναι «πώς ξεχάστηκα; τώρα έπρεπε να βρισκόμουν στη Γλυφάδα χρυσό μου» και οι κυρίες να έχουν δώσει όλες τις οδηγίες για το δείπνο αλλά τελικά η αστεράτη φιλιππινέζα «μου τη σύστησε η σύζυγος του υπουργού, καταλαβαίνεις;» να τοποθετήσει ανάποδα τα μαχαιροπίρουνα και «να μην έχω μούτρα ν' αντικρύσω τον πρέσβη της Ιάβας» π.χ. λες και στο χωριό του τρώγαν με μαχαιροπίρουνο.. και «θα στα πω με λεπτομέρειες από κοντά, έρχεσαι για καφέ να σου δείξω;» και πας και σου δείχνει το νέο απόκτημα, ένα κινέζικο κόλπο για κολπική διέγερση «τύφλα νά'χει η πούτσα του προκομμένου, η Γουέι Λι μου το έμαθε» και μετά το μάθημα απέλυσε την κινεζούλα που της έγλυφε το μουνί «αυτή ήταν η συμφωνία μας από την αρχή, χρυσή μου, γι αυτό ήθελα κινέζα για το σπίτι» αλλά τώρα που βολεύτηκε με το "προϊόν" πήρε μια καρδαμωμένη γεωργιανή «να τινάζει και τα χαλιά, πανάκριβα, μια περιουσία έδωσα για δαύτα».. άσε πια τους κυρίους όταν μένουν μοναχοί τους, να μπουρδολογούν περί ιντερνέτ ανταλλάσσοντας "εμπειρίες" για τα «καλά τσοντάδικα» με «κάτι μουνάκια 12χρονα, άλλο να στο λέω κι άλλο να το βλέπεις φίλε μου» και γίνονται φίλοι κολλητοί ατάκα κιεπιτόπου «να πάμε να γαμήσουμε παιδικά κολαράκια στη Ταϋλάνδη, πήγε και ο Φι και ξανάνιωσε σου λεω ρε μαλάκα» και «ρε πούστη μου, σαν το μουνάκι της μικρής που είχαμε φέρει πρόπερσι από Ταϊβάν, δεύτερο δεν υπάρχει» και «άστα, είχαμε κι εμείς ένα μικρό από Φιλιππίνες, αλλά μας πήρε μάτι η γυναίκα μου και τό'διωξε η καργιόλα» και «εγώ της χάρισα δονητή τα Χριστούγεννα, α, όλα κι όλα, είμαι προοδευτικός άνθρωπος» και άλλα τέτοια και χειρότερα συμβαίνουν γύρω μας και δίπλα μας και οι "αποπάνω", δηλαδή τα "υψηλά ιστάμενα πρόσωπα" και οι "διασημότητες", δίνουν το παράδειγμα -και το πράσινο φως

Φως είπα..? Φως..? μα, αυτό τι είναι αν δεν είναι ΣΚΟΤΑΔΙ..?


Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

225. το κιούπι με τις ελιές



«Μετατόπιση μεσοσπονδύλιου δίσκου» ήταν η γνωμάτευση του ορθοπεδικού γιατρού και συνέστησε έλξεις και μια σειρά ενέσεις νοβοκαΐνης. Οι πόνοι ήταν αφόρητοι και, λόγω έλλειψης χρημάτων, απέφευγε να επισκεφτεί γιατρό, άσε που τους φοβόταν κιόλας μη πούνε πως χρειάζεται μαχαίρι. Ηξερε καλά πώς το είχε πάθει το κακό και πότε ξεκίνησαν αυτοί οι αφόρητοι πόνοι στη μέση της, έλεγε όμως δεξιά κι αριστερά ότι σήκωνε καθημερνά το κιούπι με τις ελιές ν' αλλάξει το νερό και για τούτο τό 'παθε.

Η θειά της η Αγγελικούλα της σύστησε το Βλάχο, ένα θεόρατο τύπο που παρίστανε το θεραπευτή εκείνη την εποχή μετά τον πόλεμο κι έκανε ανατάξεις οστών. Είχε μάθει από τα ζώα, όπως έλεγε. Πήγανε μαζί με τη θειά να τον επισκεφτούν, μόλις την είδε «στραμπούληγμα μέσης είναι κοπελιά» έκανε διάγνωση, την ξάπλωσε πάνω σε μια τάβλα οριζόντια και την τράβαγε και την τέντωνε και την τάραξε στους πόνους. Πόνους με πληρωμή μάλιστα. Μετά από αυτό, αποφάσισε να μαζέψει τα χρήματα που χρειαζόντουσαν και πήγε στο νοσοκομείο, στο ΝΙΜΤΣ για την ακρίβεια.

Δεν ήξερε ότι εκεί οι εξετάσεις και οι θεραπείες ήταν δωρεάν, μια και ήταν σύζυγος αναπήρου πολέμου. Μόνο ένα μέρος από το κόστος των ενέσεων θα πλήρωνε, καθώς και τις έλξεις. Το νοσοκομείο δεν διέθετε φυσιοθεραπευτικό εργαστήριο και τις έλξεις θα τις έκανε η γυναίκα του ορθοπεδικού που ήταν φυσιοθεραπεύτρια. Η ταλαιπωρία της τέλειωσε με επιτυχία, οι αφόρητοι πόνοι σταμάτησαν και, μετά απ' όλ' αυτά, ένιωθε ελαφριά σαν πουλάκι.

«Και μη ξανασηκώσεις το κιούπι με τις ελιές» την ορμήνεψε η μάνα της.
«Οχι μαμά, μείνε ήσυχη, δεν θα το ξανασηκώσω» απάντησε, αλλά μέσα της ήξερε καλά ότι το μόνο που δεν έφταιγε ήταν το κιούπι. Η αγάπη της έφταιγε και θα συνέχιζε να φροντίζει ίσαμε το τέλος, για όλη της τη ζωή, τον άνθρωπο που είχε αγαπήσει, αυτό το μισό αγόρι με τα γαλανά μάτια. Αυτόν ζαλικωνόταν στην πλάτη και τον πήγαινε στο λουτρό -δεκαοχτάχρονη κοπελίτσα κι αυτή- και τον κάθιζε στο τραπέζι για φαΐ, και τον ξαναγύρναγε στο κρεβάτι το βράδυ, όσο τα κατσικοπόδαρα ετοιμαζόντουσαν στο μάστορα.

Τώρα βέβαια ήταν έτοιμα πια τα ξύλινα ποδάρια του, τα κανονικά, κι εκείνος δεν είχε την ανάγκη της να τον βοηθά. Της το χρωστούσε που για χατήρι του κόντεψε να πάθει η υγεία της και το ανταπέδιδε με τη λατρεία του. «Να κόβονταν και τα χέρια μου για να μη πονάς» της έλεγε, «να πονούσα μια ζωή αν ήταν ν' αποχτήσεις καινούργια πόδια» του απαντούσε. Το κιούπι με τις ελιές δεν το ξανασήκωσε πάντως, μη τυχόν και βγει αληθινή η δικαιολογία που είχε επινοήσει.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα -αρτιμελείς. Αρτιμελείς;

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

224. η ελιά του δασκάλου





Στην Ε' δημοτικού πρώτη φορά αναδείχτηκε το σατιρικό μου τάλαντον και έκτοτε στις σχολικές εκδρομές ετοίμαζα και παρουσίαζα μέσα στο πούλμαν, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, τα νούμερα που αφορούσαν πρόσωπα συμμαθητών αλλά, κυρίως, δασκάλων και καθηγητών και όλοι γελούσαν -των καθηγητών μη εξαιρουμένων, κατά ένα περίεργο λόγο. Τόσο καλό παιδί ήμουν λοιπόν; Αυτό το κοριτσάκι με τα κοτσιδάκια που σκοπό είχα να διαταράξω το σύμπαν και να βρίσκουν όλοι τα ειρωνικά και καυστικά νουμεράκια μου... καλοπροαίρετα; ΟΥΦΦΦΦ

Το πρώτο σατιρικό ποιηματάκι μου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του σχολείου, με την παρότρυνση του δασκάλου φυσικά, και το υπόγραψα ως "τράβα κοτσίδα!" -έτσι, με θαυμαστικό. Ενα ακατανόητο ψευδώνυμο καταμεσίς στην εποχή της κυριαρχίας των ευαίσθητων και λογοτεχνικών ψευδωνύμων τύπου "άλμα" ή "πολυάννα" ή "μάγκας" ή "μελαγχολία" ή...


Οι ελιές στην εποχή μας
είναι δώρο του Θεού
ή στο μέτωπο τις έχεις
ή στη μύτη ή αλλού
είναι δώρο θεϊκό
και πολύ ξεχωριστό.

Ο καλός ο δάσκαλό μας
έχει μια ελιά στη μύτη
κι όλα τα παιδιά ακούνε
και δε βγάζουνε μιλιά
και προπάντων όσα έχουν
εις τη μύτη τους ελιά!



-------------
ΣΗΜ. αντί "είναι δώρο θεϊκό και πολύ ξεχωριστό" έγραφα "τι φριχτό δώρο κι αυτό, μα πολύ διαβολικό", αλλά το άλλαξε η λογοκρισία. Κανείς δεν αντιλήφτηκε την ανατροπή στο στίχο: από "δώρο του Θεού" να γίνεται μετά από λίγες λέξεις "πολύ διαβολικό"... αμφιβάλλω αν τελικά καταλαβαίνει κάποιος άλλος έξω από μας τους ίδιους το "μέσα" μας, αφού και η ίδια συχνά δυσκολεύομαι...
Σημειώνω επίσης ότι το ποιηματάκι είχε στόχο. Ο δάσκαλος είχε πράγματι μια τεράστια ελιά στη μύτη του, καθώς και η αγαπημένη του μαθήτρια -μικρότερη σε μέγεθος όμως...





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...