Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σεναρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σεναρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιανουαρίου 15, 2023

1.060 διορισμοί φανταστικοί

κάποτε, σε κάποιο Δήμο της Αττικής, υπήρχε κάποιος προβεβλημένος δημοτικός υπάλληλος (τεραστίου μεγέθους) που πρότεινε για διορισμό στον Δήμο αυτόν αναγνωρισμένους ομοϊδεάτες του, με λίγα λόγια: αν ήθελε κάποιος να διοριστεί έπρεπε να πάρει την έγκριση του υπαλλήλου αυτού. Η συνήθης διαδικασία (που διαρκούσε περί τις 16 ημέρες μέχρις ότου καμφθούν όλες οι πιθανές αντιστάσεις) ήταν να ταπεινώνει τον υποψήφιο υπάλληλο, ώστε να τον έχει του χεριού του, που λένε, και η μέθοδος ταπείνωσης ήταν η μία και μοναδική σε αποτελεσματικότητα: να τον κάτσει στα τέσσερα, όχι "που λένε" αλλά κυριολεκτικά, και να τον απαυτό.
__________________________
ΣΗΜ. η ιστορία ειναι φανταστική, αλλά τίποτα δεν εμποδίζει να έχει συμβεί (σε κάποιον, κάπου, κάποτε) στην πραγματικότητα και υπό άλλες συνθήκες.

Τρίτη, Μαΐου 12, 2020

843. αναμνησεις απο το μέλλον

είναι πρωτοχρονιά του 2050, οι άνθρωποι γιορτάζουν κλεισμένοι καθένας στο κουτάκι του, ενημερώνονται για τον έξω κόσμο από την τιβί και νιώθουν τυχεροί, καθένας ξεχωριστά, που δεν εκτίθενται στη φοβερή βία που επικρατεί στους δρόμους, φαντάζονται ελεύθερα τι μπορεί να συμβαίνει, ο καθένας ξεχωριστά φαντάζεται ότι όλοι οι υπόλοιποι κατοικούν σε όμορφα σπίτια και όχι σε κουτάκια σαν το δικό του, εντελώς ελεύθερα ανταλλάσσουν ευχές και εικονίτσες από σκυλάκια, γατάκια, λουλουδάκια, κεράκια αναμένα, βίντεα με πυροτεχνήματα, όλα αυτά τα όμορφα που βρίσκουν στο διαδίκτυο, απόλυτα ευτυχισμένοι και ασφαλείς

Παρασκευή, Ιανουαρίου 28, 2011

406. η Δημοκρατία στο πορτ-μπαγκάζ


Μια μέρα -ή μήπως ήταν νύχτα;- η Δημοκρατία περπατούσε αμέριμνη σε ένα δρομάκι εξοχικό, όταν έπεσε πάνω σε ένα πορτ-μπαγκάζ ανοιχτό και είπε από μέσα της «δεν μπαίνω να δω πώς είναι ένα πορτ-μπαγκάζ από μέσα;» γιατί, ως γνωστόν, η Δημοκρατία παλεύει ανέκαθεν με τα μέσα. Δεν το ρισκάρει με τα έξω, βλέπετε, γιατί μια ζωή στο γκαναπέ του σαλονιού την έχει βγάλει και αρνείται να αλλάξει συνήθειες τώρα στα γεράματα. Οχι και γερασμένη ακριβώς, αλλά μάλλον γεροντομπασμένη την κόβω. Ολο κάνει τη σοβαρή και «απαπα δεν τα σηκώνω αυτά» ή «απάδουν της δημοκρατικής μου παιδείας τα τοιαύτα» ή «εστέ σοβαροί και ας το συζητήξωμεν το θέμα» όλο τέτοια λέει και την έχουν πάρει στο ψιλό κάτι καλόπαιδα και τη γαζώνουν -με σφαίρες. Είδε λοιπόν ανοιχτό το πορτ-μπαγκάζ και μπήκε.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 23, 2010

372. Metamorphose


Ολα άρχισαν τη μέρα που ο Δημοσθένης παραβίασε τη πόρτα του λουτρού. Μάλλον θα είχε κυλήσει ο σύρτης προς τα κάτω, γιατί ήταν αμπαρωμένη από μέσα. Μπερδεύτηκε στα πόδια του το πενιουάρ της Μπέρτας. Το κλώτσησε. Η Μπέρτα έλειπε, έτσι έφευγε μετά το σεξ τον τελευταίο καιρό, δεν τον αποχαιρετούσε. Μισούσε τους αποχαιρετισμούς, έτσι έλεγε, μα ένα "γεια, φεύγω" τι πείραζε να ειπωθεί; Να ξέρει, να κλειδώνει την εξώπορτα τουλάχιστον.

Θυμάται καλά πως εκείνη τη μέρα πρόσεξε την αράχνη που ήταν γραπωμένη στο σιφώνι της μπανιέρας. Ηταν τεράστια για αράχνη, λεία και κάτασπρη σαν το ασπράδι ενός ραγισμένου αυγού που βράζει. Μέτρησε τα πόδια της, όταν αυτή βγήκε εντελώς απο το σιφώνι και άρχισε να περπατά μέσα στη μπανιέρα: ήταν οχτώ, άρα αράχνη.

Δεν ήθελε να σκοτώσει ένα τόσο παράξενο πλασματάκι, πήρε ένα μικρό γυάλινο βάζο από μαρμελάδα, την έκλεισε μέσα και τη πήγε στο φίλο του τον Αχιλλέα, το βιολόγο. Εκείνος θα ήξερε τί να κάνει με δαύτην. Ο Αχιλλέας ενθουσιάστηκε με το δωράκι και του είπε ότι θα το εξετάσει και θα τον πάρει τηλέφωνο να του πει λεπτομέρειες.

Η Μπέρτα, περπατώντας μια μέρα σε απαγορευμένους δρόμους, δρόμους όπου βρισκόντουσαν μαγαζάκια μεταναστών και όπου κυκλοφορούσαν γυναίκες με μπούρκα, είδε μια επιγραφή που την εντυπωσίασε «ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΟΥ» και μπήκε στο μαγαζί -τι μαγαζι, μια τρύπα ήταν- να ρωτήσει τί υλικά είναι αυτά και ποια εικόνα αφορούν.

Μια γυναίκα με μπούρκα ήταν πίσω από το πάγκο. Μπορεί να ήταν και άντρας, η φωνή ήταν καταχθόνια, αλλά με καλή άρθρωση. Της έδειξε μερικές σκόνες χρωματιστές και της είπε ότι, λαβαίνοντας μια μικρή ποσότητα από μια ειδική σκόνη, μπορούσε να αποκτήσει την εικόνα της αρεσκείας της, να μεταμορφωθεί δηλαδή στο πλάσμα που ήθελε. Αν ήθελε π.χ. να γίνει λιοντάρι, αρκούσαν δυο κουταλιές του γλυκού σκόνη πορτοκαλιά σε ένα ποτηράκι με κονιάκ, ενώ, αν ήθελε να γίνει ένα μικρό ζωϋφιο, μισό κουταλάκι άσπρη σκόνη σε νερό έφτανε και περίσσευε κιόλας. Η Μπέρτα ψώνισε την άσπρη σκόνη. Οχι επειδή πίστεψε πως η σκόνη αυτή ήταν ικανή να κάνει αυτά που της είπε η γυναίκα (ή άντρας, άγνωστο αυτό) με τη μπούρκα. Τη ψώνισε επειδή, γενικά, της άρεσε να ψωνίζει για να ενισχύει οικονομικά τους φουκαράδες τους ξένους. Της άρεσε να παραμυθιάζεται κιόλας, κι έτσι, με τη σκονίτσα στη τσάντα της, είχε την ευκαιρία να ζήσει για λίγο μέσα σε ένα ακόμα παραμύθι.

Πέρασαν αρκετές μέρες από τότε και η σκόνη έμενε ξεχασμένη στο τσεπάκι της τσάντας της, μέχρι που τη θυμήθηκε το απόγευμα που πήγε στου Δημοσθένη για να γαμηθούν. Ο Δημοσθένης ήταν η αδυναμία της, είχε το καλύτερο εργαλείο, μόνο που της έμενε μια απορία: Τί να έκανε άραγε όταν έμενε με τις ώρες μέσα στο λουτρό, όπου πήγαινε μετά από κείνη, αφού είχαν ξεσκιστεί στο κρεββάτι; Αν έλυνε αυτή την απορία, θα μπορούσε να σκεφτεί ακόμα και το γάμο μαζί του, επειδή δεν ήθελε με τίποτα να παντρευτεί κάποιον που της έκρυβε τα μυστικά του. Αυτή η φάση με το λουτρό την είχε αναγκάσει να φεύγει αμέσως μετά αμίλητη, χωρίς καν να του λέει ένα "γειά".

Ετσι, ένα απόγευμα αποφάσισε να καταπιεί την άσπρη σκόνη και να ζήσει το παραμύθι της, ότι δήθεν θα γινόταν ένα μικρό ζουζούνι και θα έβλεπε με τα μάτια της αυτό που εκείνος της έκρυβε. Δυστυχώς, ξέχασε να βγάλει το πενιουάρ της πριν καταπιεί τη σκόνη -μάλλον δεν είχε πιστέψει πως όσα υποσχόταν το μαγικό αυτό ήταν αληθινά- και το πενιουάρ έπεσε στο πάτωμα, όταν εκείνο το απόγευμα η Μπέρτα έγινε ένα άσπρο παχουλό ζωϋφιάκι. Μόλις άκουσε τα χτυπήματα στη πόρτα, έτρεξε να κρυφτεί στη μπανιέρα και, όταν ο Δημοσθένης μπήκε μέσα, μισοχώθηκε στο σιφώνι, όπου εκείνος την είδε και την έχωσε στο μικρό γυάλινο βάζο -μάλλον από μαρμελάδα.

Ο Δημοσθένης ακούμπησε το βαζάκι στο ράφι και άρχισε την αγαπημένη του ασχολία. Η Μπερτα με την αλλαγμένη μορφή τον έβλεπε καθαρά με τα τεράστια μάτια της και μάλιστα εις διπλούν, καθρεφτισμένο στο καθρέφτη του λουτρού, μια και ο καθρέφτης έφτανε ίσαμε το πάτωμα. Εβλεπε τον εραστή της, πότε καθισμένο στο μπιντέ και πότε όρθιο, να αυνανίζεται μέχρις αίματος. Χωρίς να κρατά πορνοπεριοδικό, χωρίς να έχει κάποια εικόνα για βοήθημα, ο Δημοσθένης αυνανιζόταν με κλειστά τα μάτια.

Κάποια στιγμή, εκείνος έβγαλε ένα υπόκωφο ουρλιαχτό -κάτι σαν βογγητό που έμοιαζε με ψίθυρο- και στράγγιξε τη τελευταία ποσότητα σπέρματος στο νιπτήρα. Μετά, πλύθηκε και βγήκε.

Η Μπερτα-ζωϋφιο, ήξερε πως πάει να φτιάξει καφέ και να κάτσει στο καναπέ να τον πιεί διαβάζοντας τα ποδοσφαιρικά νέα. Η ίδια δεν αισθανοταν και τόσο βολικά στο βαζάκι, γλίστραγαν τα πλάγια και μόνο στον πάτο μπορούσε να βρει άνεση, δεν είχε συνηθίσει κιόλας το καινούργιο της περίβλημα. Ανακάλυψε κάτι μικρές βεντούζες στα ποδαράκια της και κατάφερε να κάνει μερικές βόλτες στη περίμετρο του μικρού βάζου. Μα.. δεν έβρισκε κι αυτός ένα μεγαλύτερο βάζο να τη χώσει; Ούτε στιγμή, βέβαια, δεν της πέρασε από το νου πως θα μπορούσε να την είχε στείλει στον άλλο κόσμο -κοινό για ανθρώπους και ζωάκια- με ένα ζούληγμα του δαχτύλου του ή με μια παντοφλιά.

Ο Αχιλλέας συνήθιζε επίσης να βολτάρει στις απαγορευμένες συνοικίες και, κάποιες φορές, ανακάλυπτε ένα σωρό μυστήρια πράγματα που τον βοηθούσαν στις έρευνές του. Συνήθως τα μυστήρια υλικά που ψώνιζε ήταν αντίδοτα σε κάτι, όπως π.χ. αντίδοτο σε δάγκωμα φιδιού ή σε τσίμπημα σφήκας. Εχοντας το παράξενο ζωϋφιο, που του είχε φέρει ο φίλος του ο Δημοσθένης στο βάζο, πάνω σε ένα πάγκο του εργαστηρίου του, έψαχνε τρόπο να το κάνει να του αποκαλύψει τα μυστικά του χωρίς να το πληγώσει. Αν δεν τα κατάφερνε, θα προχωρούσε σε τομές με το μικρό του νυστέρι. Είχε προχωρήσει αρκετά στην εξέταση του πλάσματος αυτού και είχε βρει πως μάλλον επρόκειτο για χταπόδι και όχι για αράχνη, θέλοντας όμως να βρει πρόσθετες πληροφορίες αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στα παράξενα μαγαζάκια των αλλοδαπών μήπως ανακαλύψει κάτι τι επιπλέον που θα φώτιζε περισσότερο την έρευνά του.

Βρέθηκε έξω από το μαγαζάκι με τη ταμπέλα «ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΟΥ» και μπήκε μέσα. Συζητώντας με έναν ωραίο μελαμψό νεαρό, έμαθε ότι για όλες τις μαγικές σκόνες που διέθετε το κατάστημα υπήρχε ένα και μοναδικό αντίδοτο και το ψώνισε. Την ώρα που το αγόραζε δεν είχε καμμιά ιδέα για το πού θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει, το πήρε απο συνήθεια, επειδή του άρεσαν γενικά τα αντίδοτα.

Ο Δημοσθένης περίμενε μια βδομάδα τηλέφωνο από το φίλο του, τον Αχιλλέα, να μάθει τί έγινε με το ζωϋφιο, τι ράτσα αράχνης ήταν τελοσπάντων, και, μια και δεν τηλεφωνουσε εκείνος, σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε τον αριθμό του. Το θέμα με το ζωϋφιο ήταν το πρόσχημα, ο Δημοσθένης ήθελε να μιλήσει σε κάποιον γιατί ήταν απαρηγόρητος: η Μπέρτα είχε εξαφανιστεί από τη ζωή του μετά από εκείνο το απόγευμα με τη λευκή παχουλή αράχνη.

Ο Αχιλλέας ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες για το απόγευμα εκείνο και, αν και δυσανασχετώντας επειδή δεν έβλεπε το λόγο να παίρνει η συζήτησή τους τέτοιες προεκτάσεις, διηγήθηκε στο φίλο του με το νι και με το σίγμα τις κινήσεις του στο λουτρό, την αμπαρωμένη από μέσα πόρτα, πώς τη παραβίασε και μπήκε, το πενιουάρ της Μπέρτας στο πάτωμα, όλα.

Ενας καλός βιολόγος οφείλει να διαθέτει άφθονη φαντασία και ο Αχιλλέας ήταν πολύ καλό βιολόγος, αυτό να λέγεται. Μετά το τηλεφώνημα λοιπόν, έτρεξε στο εργαστήριό του, άνοιξε το καπάκι του μικρού βάζου όπου τεμπέλιαζε το ζουδάκι -μπορεί να ήταν και εξαντλημένο από τη πείνα, γιατί δεν ήξερε τι να το ταΐσει. Το ράντισε με λίγο από το αντίδοτο που είχε προμηθευτεί πρόσφατα και πήγε να κάνει ένα φραππέ, να πίνει κάτι περιμένοντας μια πιθανή αντίδραση.

Οσο κούναγε το φραππέ του, άκουσε ένα κρότο στο εργαστήριο σαν να σπάνε τζάμια και αμέσως μετά ένα γδούπο. Ετρεξε αλαφιασμένος και βρήκε τη Μπέρτα στο πάτωμα, ξερή, τη συνέφερε με το φραππέ που της έδωσε να πιει, έχοντας στάξει μερικές στάλες δυνατό ποτό μέσα, και την ξάπλωσε στο καναπέ τυλιγμένη με μια στρατιωτική κουβέρτα της αεροπορίας. «Πάω να σου ψήσω μια μπριζόλα, μάτια μου» της είπε και πήγε στη κουζίνα να εκπληρώσει την υπόσχεσή του.

Μετά τη μπριζόλα, η Μπέρτα συνήλθε εντελώς και τον ρώτησε αν αυνανίζεται μετά το σεξ. Ο Αχιλλέας απάντησε «όχι βέβαια, μαλάκας είμαι;» λίγο πειραγμένος για την ερώτηση αυτή και της εξομολογήθηκε ατάκα κι επιτόπου ότι τη γουστάριζε τρελλά και αν το ήθελε κι εκείνη να τα φτιάξει μαζί του, αν τον προτιμούσε από το Δημοσθένη φυσικά. Ηξερε καλά ότι δεν φέρονται έτσι οι φίλοι, αλλά ο Δημοσθένης δεν ήταν και τόσο φίλος, μια και μονάχα όταν είχε την ανάγκη του τον πλησίαζε, να του κλαίγεται ή να ζητά να του λύνει απορίες. «Οχι, δεν είναι φιλία αυτό» είπε από μέσα του και αγκάλιασε τη Μπέρτα, που δεν ήταν πλέον ούτε αράχνη ούτε χταπόδι αλλά μια όμορφη κανονική γυναίκα.

«Αν δεν ήμουν τόσο ρέστος από χρήμα θα σε ζήταγα σε γάμο» της πέταξε την ατάκα και η Μπέρτα την έπιασε στο φτερό και δέχτηκε, μια και η ίδια είχε τον τρόπο της με τα οικονομικά: είχε κληρονομήσει ένα ρολτόπ τίγκα στις μετοχές και στα ομόλογα. Φυσικά, δεν του αποκάλυψε το έχειν της, τον άφησε να νομίζει ότι ήταν και αυτή μια πτωχή πλην τίμια κόρη -μερικά πράγματα πρέπει να τα κρατούν μυστικά οι γυναίκες, έτσι δεν είναι;
Και γίναν γάμοι και χαρές και ξεφάντωσες πολλές
Ούτε'γώ ήμουν εκεί, ούτε σεις να το πιστέψετε! :)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πολύ αργότερα, όταν τα ξαναβρήκαν ο Δημοσθένης με τον Αχιλλεα -γιατί "μια γυναίκα δεν μπορεί να καταστρέψει μια αντρική φιλία"- συζητούσαν για τη Μπέρτα, που είχε γίνει εντωμεταξύ μητέρα των παιδιών του Αχιλλεα. Ο Αχιλλέας ρώτησε το φίλο του γιατί αυνανιζόταν μετά το σεξ (η Μπέρτα του τα είχε πει όλα για το Δημοσθένη, χαρτί και καλαμάρι που λένε, επειδή είχε εκδηλώσει επιστημονικό ενδιαφέρον να μάθει πώς και τί ένοιωθε εκείνη ως ζωϋφιο) και ο Δημοσθένης απάντησε ότι με τον τρόπο αυτό είχε τη γυναίκα των ονείρων του με όποιο τρόπο ποθούσε, έκανε με κείνην ό,τι ήθελε, χωρίς να νοιώθει ενοχές και χωρίς να μπαίνει στον κόπο να της ζητά πράγματα για τα οποία πιθανότατα να λάβαινε άρνηση, ίσως και περιφρόνηση. «Α, κατάλαβα» απάντησε ο Αχιλλέας συμπληρώνοντας «αλλά η Μπέρτα τα κάνει όλα, ξέρεις, ηφαίστειο σκέτο η άτιμη, δεν τη προλαβαίνω λέμε!» και τότε ο Δημοσθένης χτύπησε το κεφάλι του στο τοίχο κι έπεσε το ντουβάρι και τρέχαν μετά για χτίστες και σοβατζήδες...

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2009

340. σύννεφο ξεβράκωτο



έτρεχε ανεμίζοντας

ένα γυμνό κωλαράκι αναβόσβηνε κάτω από το αέρινο ρουχαλάκι
-τσαφ τσαφ-
όσο κατηφόριζε τρέχοντας
να φτάσει, αχ, να προλάβει να προφτάσει το πλοίο
να προφτάσει να τον δει, να του μιλήσει,
έστω να προλάβει να κουνήσει το μαντίλι
και να σιγουρευτεί πως την είδε


εκείνος όμως

ήταν πίσω της, δεν είχε φύγει,
ξημερώθηκε ξάγρυπνος μετά τον καυγά
κι αποφάσισε να μη φύγει
έτσι κίνησε για το πλοίο,
να πει στον καπετάνιο την απόφασή του
έστω και την τελευταία στιγμή
να μη φανεί ασυνεπής
την έβλεπε λοιπόν, έβλεπε το κωλαράκι της
να πηγαίνει πέρα δώθε το φουστανάκι πάνω του
και να το μισοκρύβει και
«πού πας μωρή ξεβράκωτη;» ήθελε να φωνάξει
αλλά έμενε άλαλος μπροστά στη θέα
αυτηνής της θεάς που πιλάλαγε
λες κι είχε πιάσει φωτιά το μουνί της
κι έτρεχε να το σβήσει στη θάλασσα


σαν σύννεφο

σκέπαζε τα μάτια του εκείνη η φιγούρα
η αέρινη που έτρεχε σαν σύννεφο έτοιμο για βροχή
τα ένοιωθε τα δάκρια να έρχονται
μια φουρτούνα δάκρια θα σκάγαν όπου νά'ναι
τα ένοιωθε και κείνη τα δάκρια να έρχονται
μια μαυρίλα, ένα συννεφομπούκωμα την έπνιξε
όταν είδε το πλοίο σαλπαρισμένο
«ξεκίνησαν κιόλας, αχ!» βόγγηξε κι έπεσε τα μπρούμυτα
πάνω στο πλακόστρωτο έπεσε και τό'βρεχε
με δάκρια και αίμα
-γιατί αίμα;-
«το μωρό μας!» έσκουξε αυτός κι από πίσω
βρέθηκε πλάι της να την έχει αρπάξει αγκαλιά
την κανάκευε σαν μωρό και σκέπαζε όσο γινόταν
με τό'να χέρι το κωλαράκι να μη φαίνεται
και με τ'άλλο χάιδευε τα μαλλιά και το λαιμό της
κι εκείνη «όχι, όχι, μάλλον δεν ήμουν έγκυος» και
«αχ, τι καλά που δεν έφυγες!» έλεγε μπερδεμένα
τη μια φράση μετά την άλλη και ξανά και ξανά
κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά
-ξεβράκωτο σύννεφο το μουνάκι της
έβρεχε αίμα πάνω στα μπράτσα του-
και πήγαν σπίτι να σκαρώσουν νέα σχέδια
η μπόρα πέρασε
οι κεραυνοί σταμάτησαν
όλα μπήκαν στη θέση τους
και το σύννεφο φόρεσε βρακί


ΣΗΜ. Αυτή τη φορά, γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου στο μπλογκ μου, στο radiobubble.gr που δεν υπάρχει πια..
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...