Ενας υπερήλικας στρατηγός καβάλα στο άλογό του συναπαντήθηκε στα
βουλγάρικα χωράφια, όπου γινότανε το έλα να δεις στους βαλκανικούς
πολέμους του '12, με ένα δωδεκάχρονο κοριτσάκι γεμάτο δάκρυα και μύξες,
χαμένο ανάμεσα στους καπνούς, στον αχαρακτήριστο θόρυβο του πολέμου και
στη χαρακτηριστική μυρωδιά του. Γιατί έχει μυρωδιά ο πόλεμος, τόσο
απαίσια μυρωδιά που φέρνει δάκρυα στα μάτια, όπως έλεγε η Αννέτα, το
κοριτσάκι ντε, αυτό που ανέβασε στα καπούλια του αλόγου του ο στρατηγός
και το πήρε μαζί του να το προστατέψει.
Το έφερε στην Αθήνα, το
σπούδασε, κι ανησυχούσε για το μέλλον της μικρής όταν εκείνος θα έφευγε
από τη ζωή. Δεν εμπιστευόταν καθόλου τους συγγενείς του, που έβλεπαν με
μισό μάτι τη μικρή κι έτσι ακολούθησε τον μοναδικό δρόμο που θα την
εξασφάλιζε δια βίου: την παντρεύτηκε.
Ναι, ένας ογδοντάχρονος και βάλε
με μια πιτσιρού! και τι δεν ειπώθηκε και πόσο μαύρισαν την καλή του
πράξη τα αδέρφια και τ' ανήψια του, καταλαβαίνεις πιστεύω και δεν έχει
σημασία να τα αναφέρω.
Ο στρατηγός ίσαμε τότε ήταν γεροντοπαλήκαρο εκ
πεποιθήσεως, που λένε, αφοσιωμένος στο καθήκον, που λένε επίσης, αλλά το
καθήκον προς την πατρίδα δεν εμπόδισε το καθήκον προς το συνάνθρωπο κι
έτσι βρέθηκε η Αννέτα εικοσάχρονη με σπίτι δικό της και σύνταξη
στρατηγού -δεν ήταν και τόσο υψηλή τότε- που τη συμπλήρωνε με το έσοδο
της νοσοκομειακής περίθαλψης.
Ούτε η Αννέτα παντρεύτηκε ποτέ της, έζησε
ελεύθερη και πεθανε σε βαθειά γεράματα. Την περιουσία της την άφησε με
διαθήκη στα ανήψια του στρατηγού, του ευεργέτη της. Περιττό να γράψω ότι
στον Β' Π. Πόλεμο, το σπίτι της ήταν καταφύγιο για κάθε είδους
κυνηγημένους.