στο σπίτι της γιαγιάς μου υπήρχε ένα δωμάτιο μαγικό που το λέγαν "η
βιβλιοθήκη" και τον ένα του τοίχο σκέπαζε ένα τεράστιο ντουλάπι με φύλλα
χωρισμένα σε γυάλινα εξάγωνα και περιμετρικά λοξευμένα (μπιζουτέ τα λέγανε παλιά και έμαθα πολύ
αργότερα αυτή την τεχνοτροπία) που ήταν γεμάτο βιβλία. Τα βιβλία ήταν
όρθια τοποθετημένα σε ράφια και οι χρωματιστές τους ράχες αστράφταν πίσω
από τα τζάμια και παραμορφώνονταν κάπου κάπου, εκεί όπου το βλέμμα
συνέπιπτε με το μπιζουτάρισμα. Στο δωμάτιο αυτό υπήρχε επίσης, κοντά
στο παράθυρο, ένα μικρό τραπέζι οκτάγωνο με πόδια σκαλιστά που το λέγαν
"το γραφείο της γιαγιάς" και απαγορευόταν σε οποιονδήποτε άλλον να
καθήσει, ακόμα και να το αγγίξει κανείς δεν μπορούσε "γιατί θα χάλαγε το
λούστρο" όπως έλεγε η Βιτώρια μας. Στον τοίχο απέναντι από τα βιβλία
βρισκόταν ένα στενό ντιβανάκι και μια μικρή πολυθρόνα. Το ντουλάπι με τα
βιβλία το λέγανε κι αυτό "βιβλιοθήκη" και δυσκολεύτηκα να καταλάβω αν
είχε δώσει το όνομά του στο δωμάτιο ή αν το δωμάτιο είχε προηγηθεί στο
βάφτισμα. Τελοσπάντων, εκεί μέσα με βάζανε να κοιμηθώ τα μεσημέρια, στο
ντιβανάκι της βιβλιοθήκης, δηλαδή, και'γώ σαν καλό παιδάκι έπεφτα και
τον έπαιρνα αμέσως, έκανα τον ψόφιο κοριό που λένε, η γιαγιά έκλεινε την
πόρτα κάνοντας ένα "σσσσσ, το παιδί κοιμάται, πάμε κάτω" και τότε,
ανασταινόμουν ως δια μαγείας, ξεκλείδωνα ένα φύλλο κι έπαιρνα ένα βιβλίο
στην τύχη, δεν υπήρχε χρόνος να διαλέγω κιόλας! Ετσι διάβασα πάρα πολλά
βιβλία που δεν καταλάβαινα καλά όλα όσα ήταν γραμμένα μέσα τους, πολύ
αργότερα κατάλαβα οτι είχα διαβάσει Σοπενχάουερ (έτσι τον λέγαν και το
γράφανε τότε), Νίτσε, την περιπέτεια του καημένου του Φερδινάνδου του
ταύρου που ήταν ένα διήγημα μάλλον λυπητερό, τον Δον Κιχώτη, τη Σαλώμη,
και άλλα ών ουκ έστιν αριθμός, μέχρι που με πήρε μυρωδιά η γιαγιά και
πήρε τα κλειδιά του ντουλαπιού με τις τζαμαρίες, αλλά μου αγόρασε βιβλία
παιδικά, όπως η Χιονάτη, ο Γοργοπόδαρος, τα τρία γουρουνάκια, που ναι
μεν τα καταλάβαινα πολύ καλύτερα και μου αρέσαν οι ζωγραφιές τους, αλλά
τα έβρισκα πλέον μπεμπεδίστικα. Ευτυχώς, ο πατερούλης μου κατάλαβε την
έφεση που είχα προς το διάβασμα και μου χάρισε το Ρομπέν των δασών και
τον Ιβανόη, καθώς και ένα ωραίο βιβλίο με Ιστορίες από το Αρχαίο Θέατρο.
Φαίνεται ότι ενημέρωσε και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και λάβαινα
κάθε τόσο δώρα βιβλία: ο θείος ο Βαγγέλης χάριζε Ιούλιο Βερν, η θεία η
Ακριβή βιβλία με ποιήματα, η θεία Σέμη βιβλία με παραμύθια και Ιστορίες.
Ετσι, πριν κλείσω τα δέκα είχα το δικό μου έπιπλο βιβλιοθήκη χωρίς να
έχω αποκτήσει ακόμα ένα συνώνυμο δωμάτιο, πράγμα που δεν με στενοχωρεί
καθόλου τώρα που ολόκληρο το σπίτι μου θα μπορούσε να λέγεται έτσι.
Αυτά.