Ηταν μια γυναίκα στην άκρη ενός χωραφιού. Μόλις την είχαν σώσει κάτι κυριλέδες από ένα χαρέμι, μόνο που δεν τόλμησαν να τα βάλουν με τον πασά. Αυτό βόλευε τους κυριλέδες, που θέλαν να εντυπωσιάσουν τη μαντάμ, αλλά και τον πασά που ήθελε να την ξεφορτωθεί επειδή είχε σιτέψει και όλο έξοδα ήταν και μηδέν απόλαυση. Τελοσπάντων, η γυναίκα φόραγε κάτι χιλιομπαλωμένα ρουχαλάκια και κάτι πασούμια ξεσκισμένα κι όλο έκλαιγε τη μοίρα της. Ούτε μέσα στο χαρέμι καλά, αλλά ούτε κι έξω. Και κλάμα στο κλάμα, την πλησιάσαν ξανά οι κυριλέδες και της ψιθύρισαν δυο φωνήεντα, να κάνει τα γούστα τους και θα της δώσουν απ' όλα, να μη της λείπει τίποτα, της όρισαν κι ένα νταβατζή και η γυναίκα δέχτηκε. Με τον καιρό, κατάλαβε ότι το γκεζί δεν πήγαινε άλλο κι έδιωξε το νταβά. Εβαλε ενέχυρο ένα χωραφάκι που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της την αρχαία και ζήτησε δάνειο για να τα βγάλει πέρα μοναχή. Πλάκωσαν τότε κάτι συγγενολόγια εξ αίματος, μυρίστηκαν ψητό γαρ, τακίμιασαν με τους κυριλέδες κι άρχισαν να ξεπουπουλιάζουν τη φουκαρού όλοι μαζί. Η γυναίκα έκλαιγε, είχε και παιδιά να θρέψει, ζήταγε τα δίκια της, αλλά ποιος να την ακούσει. Μετά από μπόλικα χρόνια, την άκουσε ένας υπερατλαντικός μακρινός συγγενής, που, αν και τώρα ισχυρός, είχε περάσει κι αυτός τα πάνδεινα μέχρι να καταφέρει να ξεκολλήσει από τους κυριλέδες. Η γυναίκα αναθάρρησε, αλλά ο ισχυρός συγγενής αποδείχτηκε χειρότερος απ' όλους. Τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει εντωμεταξύ και της λέγαν «γιατί, βρε μάνα, δεν τους απαρατάς; τί ανάγκη τους έχεις πια; Εμείς είμαστε δω, αίμα σου είμαστε και σε συμπονάμε και θα σε στηρίξουμε, παράτα τους χλεχλέδες», αλλά εκείνη απάνταγε ότι «καλά όλα αυτά, αλλά, βλέπετε παιδιά μου, χρωστώ τα κέρατά μου και θα μου το πάρουν το χωραφάκι και τί θα κληρονομήσετε» αλλά τα παιδιά λέγαν «παράτα τους, ρε μάνα, και δεν τους χρωστάς τίποτα, τόσα χρόνια έχουν εισπράξει εκατό φορές αυτά που σου δάνεισαν κι εμείς είμαστε δω και κανείς δεν θα πατήσει το χωραφάκι μας» κι έλεγε ο ένας κι έλεγε ο άλλος και ο καιρός πέρναγε κι ακόμα και σήμερα η γυναίκα στέκεται κουρελιασμένη στην άκρη του χωραφιού και δέρνεται που δεν άκουσε τα παιδιά της, αλλά και πάλι το σκέφτεται να παρατήσει τους χλεχλέδες γιατί ο δεσμός του θύματος με το βασανιστή του παραμένει μυστήριο...Τρίτη, Απριλίου 05, 2011
409. μια γυναίκα στην άκρη του χωραφιού
Ηταν μια γυναίκα στην άκρη ενός χωραφιού. Μόλις την είχαν σώσει κάτι κυριλέδες από ένα χαρέμι, μόνο που δεν τόλμησαν να τα βάλουν με τον πασά. Αυτό βόλευε τους κυριλέδες, που θέλαν να εντυπωσιάσουν τη μαντάμ, αλλά και τον πασά που ήθελε να την ξεφορτωθεί επειδή είχε σιτέψει και όλο έξοδα ήταν και μηδέν απόλαυση. Τελοσπάντων, η γυναίκα φόραγε κάτι χιλιομπαλωμένα ρουχαλάκια και κάτι πασούμια ξεσκισμένα κι όλο έκλαιγε τη μοίρα της. Ούτε μέσα στο χαρέμι καλά, αλλά ούτε κι έξω. Και κλάμα στο κλάμα, την πλησιάσαν ξανά οι κυριλέδες και της ψιθύρισαν δυο φωνήεντα, να κάνει τα γούστα τους και θα της δώσουν απ' όλα, να μη της λείπει τίποτα, της όρισαν κι ένα νταβατζή και η γυναίκα δέχτηκε. Με τον καιρό, κατάλαβε ότι το γκεζί δεν πήγαινε άλλο κι έδιωξε το νταβά. Εβαλε ενέχυρο ένα χωραφάκι που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της την αρχαία και ζήτησε δάνειο για να τα βγάλει πέρα μοναχή. Πλάκωσαν τότε κάτι συγγενολόγια εξ αίματος, μυρίστηκαν ψητό γαρ, τακίμιασαν με τους κυριλέδες κι άρχισαν να ξεπουπουλιάζουν τη φουκαρού όλοι μαζί. Η γυναίκα έκλαιγε, είχε και παιδιά να θρέψει, ζήταγε τα δίκια της, αλλά ποιος να την ακούσει. Μετά από μπόλικα χρόνια, την άκουσε ένας υπερατλαντικός μακρινός συγγενής, που, αν και τώρα ισχυρός, είχε περάσει κι αυτός τα πάνδεινα μέχρι να καταφέρει να ξεκολλήσει από τους κυριλέδες. Η γυναίκα αναθάρρησε, αλλά ο ισχυρός συγγενής αποδείχτηκε χειρότερος απ' όλους. Τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει εντωμεταξύ και της λέγαν «γιατί, βρε μάνα, δεν τους απαρατάς; τί ανάγκη τους έχεις πια; Εμείς είμαστε δω, αίμα σου είμαστε και σε συμπονάμε και θα σε στηρίξουμε, παράτα τους χλεχλέδες», αλλά εκείνη απάνταγε ότι «καλά όλα αυτά, αλλά, βλέπετε παιδιά μου, χρωστώ τα κέρατά μου και θα μου το πάρουν το χωραφάκι και τί θα κληρονομήσετε» αλλά τα παιδιά λέγαν «παράτα τους, ρε μάνα, και δεν τους χρωστάς τίποτα, τόσα χρόνια έχουν εισπράξει εκατό φορές αυτά που σου δάνεισαν κι εμείς είμαστε δω και κανείς δεν θα πατήσει το χωραφάκι μας» κι έλεγε ο ένας κι έλεγε ο άλλος και ο καιρός πέρναγε κι ακόμα και σήμερα η γυναίκα στέκεται κουρελιασμένη στην άκρη του χωραφιού και δέρνεται που δεν άκουσε τα παιδιά της, αλλά και πάλι το σκέφτεται να παρατήσει τους χλεχλέδες γιατί ο δεσμός του θύματος με το βασανιστή του παραμένει μυστήριο...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



This is a FunEL









