Η Μανια τον καρφωνε με τα ματια, την εβλεπε καθαρα, αλλα δεν ηταν δυνατο να της ζητησει να χορεψουν ετσι οπως ηταν στριμωγμενος αναμεσα στη μανα, στην αρραβωνιαστικια και στη μελλουσα πεθερα του. Επειτα, αλλιμονο αν καλουσε για νταμα ολες τις συμφοιτητριες που του ειχαν παρει μια πιπα. Εκεινη βεβαια ηταν ταχτικη καπνιστρια του υπεροχου μοριου του, αλλα και παλι δεν μπορουσε να ρισκαρει.
Επειτα, η Ελενη ηταν εξαιρετικα σημαντικη γι αυτον και τη ζωη του -γενικα. Την κοιταζε μεσα στο κιτρινουλι δαντελενιο φορεματακι της, με τη φουστα κατω απο το γονατο -να κρυβει τα κοκκαλα- και το αχνοροδινο μουτρακι με το αγγελικο χαμογελο. Αναρωτιοταν αν τα λεπτουτσικα χειλακια θα μπορουσαν να του προσφερουν μελλοντικα μια πιπα της προκοπης και το εβρισκε μαλλον απιθανο με τις κοφτερες δονταρες που κρυβοντουσαν στο μικρο στοματακι, εξ ου και η χαλιναγωγηση του χαμογελου της. Αν ανοιγε το στομα να γελασει, θα ξεπετιοντουσαν οι χαβλιοδοντες και ισως ισως να επαυε πλεον ο γαμπρος να σκεφτεται τον πακτωλο της περιουσιας που εσερνε μαζι της -για την εξασφαλιση του μελλοντος τους, βεβαιως.
Η Μανια εξακολουθουσε να τον κοιταζει επιμονα και, σε μια απελπισμενη προσπαθεια να δηλωσει πως ηταν δεσμευμενος, βρε αδερφε, σηκωσε την Ελενη να χορεψουν. Η Ελενη χορευε αερινα, ενω η Μανια καθοταν βαρια στην καρεκλα της και ολο εστριβε ενα κακομοιρικο μπουκλακι, σημαδι εκνευρισμου. Εκεινος χορευε, χορευε, χορευε και ξαναχορευε κι ας χορευε συνεχεια κατι σε στιλ μπλουζ με τα ματια προσηλωμενα στο κενο και το μουτρακι της Ελενης χωμενο στον ωμο του, αφηνοντας την ορχηστρα να παιζει τους ρυθμους της αρεσκειας της. Εκεινος, μπλουζ ηξερε και μπλουζ χορευε κι ας του ζητουσε η αρραβωνιαστικια του να χορεψουν τουιστ να δειξει τη δεξιοτεχνια της στις φιγουρες.
Χορεψε, χορεψε, ωσπου βαρεθηκε να στεκεται ορθιος στη μεση της πιστας χωρις σχεδον να κινειται -ετσι ηταν το μπλουζ που ηξερε- και, οταν βαρεθηκε περισσοτερο, πασαρισε τη νταμα του στο Στελιο, τον κολλητο του. Καθισε στην καρεκλα του και προσεχε τη συζητηση της μανας με τη μελλουσα συμπεθερα της περι του στολισμου της εκκλησιας για το γαμο και της γραβατας του γαμπρου, αν θα ειναι ασημια -«καλυτερο το ασημι», επεμενε η συμπεθερα. «Ναι, αλλα ο γιος μου δεν ειναι διακοσμητικο συμπληρωμα της κορης σου, ετσι;» βαριανασαινε η μανα, που της ηταν δυσκολο να χεσει τα εκατομμυρια της προικας.
Βαρεθηκε και τις γριες -τι γριες, σαρανταπενταρες γυναικες ηταν- και ειπε να βγει να παρει λιγο αερα. Η σαλα τον επνιγε.

Η Μανια ειχε σιαξει επιμελως το μαλλι για το χορο της σχολης. Το ειχε σηκωσει ψηλα -να φαινεται το μετωπο- και ειχε περασει μια κορδελα, που, κατα τη διαβεβαιωση της κολλητης της, την εδειχνε πεντε χρονια μεγαλυτερη -και ωριμοτερη. Φορουσε ενα κολλητο μαυρο φουστανακι μινι, απο το στριφωμα του οποιου ξεπεταγονταν δυο καλογυμνασμενες μελαχροινες μπουταρες, που συνεχιζαν προς δυο καλλιγραμμες γαμπες με δυο ψηλοτακουνα γοβακια στις ακρες τους -ιδια μοντερνα Σταχτοπουτα λεμε.
Παραξενευτηκε που δεν της ερριξε ουτε μια ματια, τοσην ωρα δεν ειχε ξεκολλησει το βλεμμα απο πανω του. Μαλλον θα 'φταιγε το μαλλι, δεν θα του αρεσε ετσι. Σκυλομετανιωσε που ακουσε την κολλητη της και του αλλαξε φορμα. Επρεπε να το ειχε οπως το ηξερε, τετοια μερα -νυχτα δηλαδη- βρηκε να κανει πειραματα;
Απο το τραπεζι της περασε ολος σχεδον ο αντρικος πληθυσμος της σχολης να τη ζητησει σε χορο, αλλα εκεινη βραχος ακλονητος. Μονο μαζι του θα χορευε. Οταν τον ειδε να σηκωνεται και να χορευει με αυτο το σαμιαμιδι, δεν της περασε καθολου απο το νου πως προκειται για κατι τι επικινδυνο για τη σχεση τους. Τι να ζηλεψει μια κανονικη γυναικα σαν κι αυτην, απο ενα γυναικειο απολειφαδι; «Καμια ξαδερφη του θα ειναι», ειπε μεσα της και ζητησε κι αλλο ενα τσιγαρακι απο την παρεα. «Μπα, καπνιζουμε, καπνιζουμε;» της πεταξε η κολλητη, κι εκεινη τσαντιστηκε και σηκωθηκε, «παω για λιγο αερα, ζαλιστηκα εδω μεσα», λεγοντας.

Συναντηθηκαν στη βεραντα και αρχισαν να χορευουν το δικο τους το χορο, αυτον που ηξεραν καλα. Εκανε ψοφοκρυο, αλλα που να το καταλαβουν!
Επειτα, η Ελενη ηταν εξαιρετικα σημαντικη γι αυτον και τη ζωη του -γενικα. Την κοιταζε μεσα στο κιτρινουλι δαντελενιο φορεματακι της, με τη φουστα κατω απο το γονατο -να κρυβει τα κοκκαλα- και το αχνοροδινο μουτρακι με το αγγελικο χαμογελο. Αναρωτιοταν αν τα λεπτουτσικα χειλακια θα μπορουσαν να του προσφερουν μελλοντικα μια πιπα της προκοπης και το εβρισκε μαλλον απιθανο με τις κοφτερες δονταρες που κρυβοντουσαν στο μικρο στοματακι, εξ ου και η χαλιναγωγηση του χαμογελου της. Αν ανοιγε το στομα να γελασει, θα ξεπετιοντουσαν οι χαβλιοδοντες και ισως ισως να επαυε πλεον ο γαμπρος να σκεφτεται τον πακτωλο της περιουσιας που εσερνε μαζι της -για την εξασφαλιση του μελλοντος τους, βεβαιως.
Η Μανια εξακολουθουσε να τον κοιταζει επιμονα και, σε μια απελπισμενη προσπαθεια να δηλωσει πως ηταν δεσμευμενος, βρε αδερφε, σηκωσε την Ελενη να χορεψουν. Η Ελενη χορευε αερινα, ενω η Μανια καθοταν βαρια στην καρεκλα της και ολο εστριβε ενα κακομοιρικο μπουκλακι, σημαδι εκνευρισμου. Εκεινος χορευε, χορευε, χορευε και ξαναχορευε κι ας χορευε συνεχεια κατι σε στιλ μπλουζ με τα ματια προσηλωμενα στο κενο και το μουτρακι της Ελενης χωμενο στον ωμο του, αφηνοντας την ορχηστρα να παιζει τους ρυθμους της αρεσκειας της. Εκεινος, μπλουζ ηξερε και μπλουζ χορευε κι ας του ζητουσε η αρραβωνιαστικια του να χορεψουν τουιστ να δειξει τη δεξιοτεχνια της στις φιγουρες.
Χορεψε, χορεψε, ωσπου βαρεθηκε να στεκεται ορθιος στη μεση της πιστας χωρις σχεδον να κινειται -ετσι ηταν το μπλουζ που ηξερε- και, οταν βαρεθηκε περισσοτερο, πασαρισε τη νταμα του στο Στελιο, τον κολλητο του. Καθισε στην καρεκλα του και προσεχε τη συζητηση της μανας με τη μελλουσα συμπεθερα της περι του στολισμου της εκκλησιας για το γαμο και της γραβατας του γαμπρου, αν θα ειναι ασημια -«καλυτερο το ασημι», επεμενε η συμπεθερα. «Ναι, αλλα ο γιος μου δεν ειναι διακοσμητικο συμπληρωμα της κορης σου, ετσι;» βαριανασαινε η μανα, που της ηταν δυσκολο να χεσει τα εκατομμυρια της προικας.
Βαρεθηκε και τις γριες -τι γριες, σαρανταπενταρες γυναικες ηταν- και ειπε να βγει να παρει λιγο αερα. Η σαλα τον επνιγε.

Η Μανια ειχε σιαξει επιμελως το μαλλι για το χορο της σχολης. Το ειχε σηκωσει ψηλα -να φαινεται το μετωπο- και ειχε περασει μια κορδελα, που, κατα τη διαβεβαιωση της κολλητης της, την εδειχνε πεντε χρονια μεγαλυτερη -και ωριμοτερη. Φορουσε ενα κολλητο μαυρο φουστανακι μινι, απο το στριφωμα του οποιου ξεπεταγονταν δυο καλογυμνασμενες μελαχροινες μπουταρες, που συνεχιζαν προς δυο καλλιγραμμες γαμπες με δυο ψηλοτακουνα γοβακια στις ακρες τους -ιδια μοντερνα Σταχτοπουτα λεμε.
Παραξενευτηκε που δεν της ερριξε ουτε μια ματια, τοσην ωρα δεν ειχε ξεκολλησει το βλεμμα απο πανω του. Μαλλον θα 'φταιγε το μαλλι, δεν θα του αρεσε ετσι. Σκυλομετανιωσε που ακουσε την κολλητη της και του αλλαξε φορμα. Επρεπε να το ειχε οπως το ηξερε, τετοια μερα -νυχτα δηλαδη- βρηκε να κανει πειραματα;
Απο το τραπεζι της περασε ολος σχεδον ο αντρικος πληθυσμος της σχολης να τη ζητησει σε χορο, αλλα εκεινη βραχος ακλονητος. Μονο μαζι του θα χορευε. Οταν τον ειδε να σηκωνεται και να χορευει με αυτο το σαμιαμιδι, δεν της περασε καθολου απο το νου πως προκειται για κατι τι επικινδυνο για τη σχεση τους. Τι να ζηλεψει μια κανονικη γυναικα σαν κι αυτην, απο ενα γυναικειο απολειφαδι; «Καμια ξαδερφη του θα ειναι», ειπε μεσα της και ζητησε κι αλλο ενα τσιγαρακι απο την παρεα. «Μπα, καπνιζουμε, καπνιζουμε;» της πεταξε η κολλητη, κι εκεινη τσαντιστηκε και σηκωθηκε, «παω για λιγο αερα, ζαλιστηκα εδω μεσα», λεγοντας.

Συναντηθηκαν στη βεραντα και αρχισαν να χορευουν το δικο τους το χορο, αυτον που ηξεραν καλα. Εκανε ψοφοκρυο, αλλα που να το καταλαβουν!



This is a FunEL










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου