skip to main |
skip to sidebar
234. ένα φτεράκι καναρινιού
Αυτό βέβαια δεν είναι φτεράκι καναρινιού, αν και είναι κίτρινο, και δε μοιάζει καθόλου με το φτεράκι που είχε ξερριζώσει από το καναρίνι του ο Δημήτρης για να μου το χαρίσει στο δεύτερο ραντεβού μας, έξω από ένα γωνιακό φαρμακείο, όπου ακριβώς έκανε στάση το λεωφορείο που έπαιρνα μετά τα γαλλικά. Γνωριστήκαμε με αλληλογραφία, όπου χρέη ταχυδρόμου έκανε το θρανίο! Μάλιστα. Καθόμαστε στο ίδιο θρανίο, αλλά όχι ταυτοχρόνως. Οταν εκείνος καθόταν το πρωί, η αφεντιά μου καθόμουν το απόγευμα και το ανάποδο. Ετσι ήταν τότε τα περισσότερα δημόσια σχολεία. Υπήρχαν ξεχωριστά για κορίτσια, τα θηλέων, και ξεχωριστά για αγόρια, τα αρρένων. Τις μισές μέρες της βδομάδας ήταν πρωϊνά τα αγόρια και τις άλλες μισές τα κορίτσια -τα σχολεία λειτουργούσαν και το Σάββατο. Τις τρεις πρώτες μέρες ήμουν απογευματινή και τις επόμενες τρεις πρωϊνή. Αυτό είχε ένα μειονέκτημα κι ένα πλεονέκτημα. Ναι μεν ξενύχταγα την Τετάρτη για να διαβάσω για το πρωϊνό μάθημα της Πέμπτης, αλλά όμως ήμουν ελεύθερη από το Σάββατο το μεσημέρι και μετά, οπότε πηγαίναμε οικογενειακές εκδρομές -κυρίως στο Ξυλόκαστρο ή αλλού, σχετικά κοντά.
Το πρώτο μήνυμα στο άγνωστο, σα να ρίχνω μπουκάλι στη θάλασσα, το έγραψα εγώ πάνω στο θρανίο, ήταν τρεις λεξούλες κι ένα ερωτηματικό: «πώς σε λένε;» και το επόμενο πρωί είδα την απάντηση «κύττα κάτω απ' το θρανίο» και στο διάλλειμμα έσκυψα και κοίταξα, κοίταξα και στο επόμενο διάλλειμμα, σε όλα τα διαλλείμματα κοίταζα κάτω από το θρανίο, αλλά δεν έβλεπα τίποτα το ιδιαίτερο. Ετσι, ξανάγραψα λίγο πριν σχολάσουμε: «δεν είδα τίποτα». Ημουν και πολύ αφελής -μπορεί και να διατηρείται αυτό το προσόν ακόμα! Την άλλη μέρα βρήκα ένα μικρό χαρτάκι σφηνωμένο σε μια χαραμάδα του θρανίου, που μου έδινε οδηγίες πού ακριβώς να κοιτάξω. Κοίταξα, μάλλον έψαξα με την παλάμη μου, κάτω από την επιφάνεια του θρανίου κι η παλάμη μου βρήκε ένα εμπόδιο και το τράβηξα και το ξεκόλλησα και το έχωσα στην τσέπη μου. Αυτό ήταν το πρώτο γραμματάκι που έλαβα από αγόρι. Με αυτό το γραμματάκι, σε μέγεθος τσιγαρόχαρτου για στριφτά τσιγάρα, ξεκίνησε μια δαιμονιώδης αλληλογραφία, που κράτησε μια χρονιά -την επόμενη ήταν δύσκολα τα πράγματα επειδή μας αλλάξαν αίθουσα.
Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από την αγωνία του απαγορευμένου, το ίδιο φαντάζομαι και για τη δική του. Τι "φαντάζομαι", ειμαι σίγουρη γι αυτό, αφού την άκουσα στα ραντεβουδάκια που ακολούθησαν. Το πρώτο ραντεβού, όπως και τα επόμενα, δόθηκε στο φαρμακείο της γωνίας, στη στάση. Εκεί ήρθε τρέχοντας, ανεμίζοντας μια μακριά καπαρντίνα γιατί ψιλόβρεχε, έκανε κρύο, και ήταν και σκαστός από τη γιορτή του πατέρα του, που τον λέγανε Ανδρέα. Τον γνώρισα από μακριά, λες και τον είχα ξαναδεί, και, όπως έχω παρατηρήσει, σπάνια πέφτω έξω στην αναγνώριση προσώπων που μου είναι άγνωστα ίσαμε τη ώρα της συνάντησης. Εφτασε λοιπόν και, καθώς φαίνεται, ήταν κι εκείνος σίγουρος -δεν βρισκόταν άλλο κορίτσι στη στάση κιόλας!- γιατί με πλησίασε και μου είπε τ' όνομά του.
Φορούσα μια φουστίτσα στενή σε χρώμα καφέ-άσπρο σε σχέδιο πιε ντε πουλ λεπτό, μια μπλούζα κίτρινη κι από πάνω το παλτό μου και κρατούσα ομπρέλα. Χαιρετιστήκαμε, πολύ αμήχανα είν' η αλήθεια, κάναμε το γύρο του τετραγώνου δυο φορές γιατί εκείνος έπρεπε να φύγει και'γώ να μην αργήσω να γυρίσω σπίτι, και αποχαιρετιστήκαμε με ένα φιλί στο μάγουλο. Ηταν δυο χρόνια μεγαλύτερος και μετά από ένα χρόνο ακόμα θα τέλειωνε την τελευταία τάξη του Γυμνασίου -το Λύκειο δηλαδή που λεν σήμερα- και θα έδινε εξετάσεις σε πρακτικές σχολές του Πανεπιστημίου και του Πολυτεχνείου. Ηθελε να γίνει μαθηματικός, εγώ δεν είχα αποφασίσει ακόμα. Κανονίσαμε να ξαναϊδωθούμε την επόμενη φορά που είχα μάθημα γαλλικών. Δυστυχώς, είχα γαλλικά δυο φορές τη βδομάδα και αυτή ήταν η δεύτερη φορά της βδομάδας, οπότε θα μεσολαβούσαν αρκετές μέρες μέχρι την επόμενη συνάντησή μας. Ευτυχώς που υπήρχε το θρανίο που έκανε τον ταχυδρόμο.
Μέχρι να έρθει η μέρα του δεύτερου ραντεβού, αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν, η αφηρημάδα μου άρχισε να γίνεται παροιμιώδης, «δεν άκουσα, δεν πρόσεξα, δεν είδα», με κορόϊδευαν τ' αδέρφια μου. Εκείνη τη δεύτερη φορά μου έφερε το φτεράκι του καναρινιού, που το λυπήθηκα πολύ και τον ψιλομάλωσα κιόλας. Αντί να κόβουμε βόλτες γύρω από το τετράγωνο, ανηφορίσαμε για το σπίτι μου με τα πόδια, και αυτό γινόταν πλέον, έτσι ώστε να μην αργώ και πολύ και να έχουμε χρόνο να μιλάμε. Λίγο πριν το σπίτι υπήρχε μια παλιά μάντρα, όπου σταθήκαμε και αγκαλιαστήκαμε και ένοιωσα τη γη να φεύγει, σαν να υψωνόμουν προς τον ουρανό. Από τότε, ενώ σε όλο το δρόμο μιλούσαμε ασταμάτητα, λέγαμε ανέκδοτα, γελούσαμε, λέγαμε τα σχέδιά μας για το μέλλον, μόλις φτάναμε στη μάντρα λες κι ένας μαγνήτης τράβαγε το ένα σώμα πάνω στο άλλο και κόλλαγαν σώματα και πρόσωπα και ο αποχωρισμός δυσκόλευε αφάνταστα.
Το φτεράκι του καναρινιού το συναντούσα κάθε τόσο σε κάποιο κουτάκι, μαζί με κοσμήματα, μετά την τελευταία μετακόμιση όμως δεν θυμάμαι πού βρίσκεται, δεν έχω -ούτε και φοράω πλέον- κοσμήματα. Τον ίδιο τον έχω συναντήσει μερικές φορές εντελώς ξαφνικά, κάποτε βρίσκεται πίσω μου και με πλησιάζει σαν για να με τρομάξει, κάποτε βρεθήκαμε σε ένα περίπτερο όπου ήθελα να ψωνίσω αναπτήρα και έβγαλε έναν από την τσέπη του και μου τον χάρισε, ένα γαλάζιο αναπτήρα σε σχήμα ψαριού. Μετά το τέλος των βασικών σπουδών, καθένας μας πήρε το δρόμο του στη ζωή, χωρίς να θίξουμε ποτέ το ακανθώδες ζήτημα του πρώτου αγνού και τρυφερού μας έρωτα. Η σχέση μας δεν διατηρήθηκε σε επίπεδο φιλίας. Για μένα, ταυτίζεται απολύτως με την ανάμνηση της εφηβείας μου και του το χρωστώ που με έβαλε σε αυτή την περίοδο της ζωής μου τόσο όμορφα και ομαλά. Υποθέτω ότι το ίδιο θα είμαι και'γώ για εκείνον. Κάθε φορά που συναντιόμαστε τυχαία -η πιο πρόσφατη πριν λίγους μήνες- νοιώθω σαν να μην έχει περάσει ώρα από τις βόλτες που κάναμε τα χειμωνιάτικα βράδια που με συνόδευε στο σπίτι μετά τα γαλλικά, και σαν να υπάρχει ακόμα εκείνος ο μαγνήτης. Μόνο που βρίσκεται πολλά πολλά χρόνια πίσω, μαζί με το καναρινάκι που ψόφησε μόλις τελειώσαμε το σχολείο.
1 σχόλιο:
Μου θύμισες ξεχασμένες εποχές...
Δημοσίευση σχολίου