Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2007

227. στο σαλονάκι αναμονής



Το ακκορντεόν έπαιζε φάλτσα. Πρώτη φορά που δεν έδωσα φιλοδώρημα στον οργανοπαίχτη της απόστασης Σύνταγμα - Καλλιμάρμαρο. Τόσα χρόνια κι ακόμα να μάθει να παίζει. Το όργανο δεινοπαθεί στα χέρια του. Αντί να βελτιώνεται το παίξιμό του, έχει στριμώξει κατι τσακίσματα ανάμεσα στα "Κύματα του Δουνάβεως" και κάτι λαχανιάσματα στην "Κομπαρσίτα" και αυτά τα παράσιτα γρατζουνάνε τ' αφτιά. Με πλησίασε περιμένοντας το μισόευρο -τόσες φορές πέρα δώθε, γνώριζε λίγο πολύ τη σταθερή συνεισφορά μου στο μηνιάτικό του.

Εστρεψα το βλέμμα έξω απ' το παράθυρο -όχι που θά 'πιανα και κουβέντα! Ας το καταλάβαινε μοναχός του ότι η περίοδος χάριτος είχε λάβει τέλος. Από δω και μπρος χρειαζόταν κάτι περισσότερο από τον οίκτο μου για να κερδίσει την -καθημερινή σχεδόν- συνεισφορά μου. Το οικτρό παίξιμό του δεν ήταν αρκετό.

Στην επόμενη στάση, έδωσε ένα σάλτο και κατέβηκε από το λεωφορείο. Η άκρη του ματιού μου τον πήρε να περνά απέναντι πηλαλώντας ανάμεσα στα κύματα των αυτοκινήτων που κατέβαιναν προς τα Φάληρα, ένα κυματάκι κι αυτός, νεαρός γύρω στα τριάντα και νευρώδης, ένας ιδανικός εραστής -ίσως. Τέτοια κορμιά, που μοιάζουν ακαταπόνητα, ανήκουν σε σύγχρονους Σειληνούς και Πάνες.

Μόλις έστριψε το όχημα κι άρχισε ν' ανεβαίνει την Ερατοσθένους, τον έχασα απ' το οπτικό μου πεδίο και μια ξαφνική απορία ήρθε και κάθησε βαριά στο νου μου: πώς δηλαδή, είχα βρεθεί από το σωματάκι μου το λεπτό και νευρώδες μέσα σ' αυτό το σάρκινο βαρέλι; Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου πλέον, μου ήταν απολύτως δύσκολο να συζώ μαζί του και, παράλληλα, προτιμούσα να αγνοώ αυτή την κατάσταση από το να προσπαθώ να την ανατρέψω.

Το λεωφορείο έκανε λίγα μέτρα ακόμα αγκομαχώντας, ίσαμε τις σκάλες του άη Σπυρίδωνα, όπου, πριν μόλις πενήντα χρόνια περίπου -πότε πέρασαν τόσα;- είχα βρεθεί παράνυμφος στο γάμο μιας ξαδέλφης της μάνας μου. Φορούσα ένα ανάλαφρο φουστανάκι, γαλαζοπράσινα λουλουδάκια σε άσπρο φόντο, και είχα αλλάξει τα στέφανα αντικαθιστώντας την κανονική κουμπάρα, νονά της νύφης και αδελφή του παπού μου, που ήταν κρεβατωμένη με γρίππη.

Τις φωτογραφίες του γάμου, για τις οποίες έμαθα πως ήταν πολύ πετυχημένες, δεν τις είδα ποτέ ως τα σήμερα. Ο γάμος αυτός πήγε (και εξακολουθεί να πηγαίνει) πολύ καλά, αλλά δεν έτυχε να επαναληφτεί το πείραμα για να έχω ένα καλό στατιστικό δείγμα για το αν και κατά πόσο η δική μου "αύρα" είχε βοηθήσει στην επιτυχία του.

Σε λίγο φτάσαμε στη στάση όπου έπρεπε να κατέβω, ψώνισα ψωμί και ένα μεσαίο κομμάτι σπανακόπιτα από το φούρνο και, τρώγοντάς τη σ' ένα σαλονάκι αναμονής, έγραψα αυτές τις γραμμές. Καλή μου χώνεψη! Ευτυχώς, έχω γερό στομάχι που όλα τα χωνεύει καλά. Ολα.

Τρίτη, 13 Φεβρ. 2007, 13:30 μμ

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τα φάλτσα ακορντεόν μου ανοίγουν κι εμένα την όρεξη Μαρίνα...


(Σε "βλέπω" σε διάφορα σχόλια καιρό τώρα, αλλά δεν είχα περάσει μέχρι σήμερα να δω όλα αυτά τα ωραία που έχεις εδώ...)

northaura είπε...

απο την αλλη το ακορντεον σα 'να χει κατι φαλτσο μεσα του, ισως και μονο οπως φαλτσαρει το σωμα οταν παιζει, τι να πω;

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...