
Κατεβαίνοντας τη Μητροπόλεως, στο δεξί μας χέρι, σχεδόν απέναντι από τη Μητρόπολη, υπήρχε ένα στενάκι, ένας διάδρομος ανοιχτός, που οδηγούσε σε μια μικρή αυλή όπου βρισκόταν το μαγαζί του κ. Μπιρλιράκη. Το μαγαζί αυτό πουλούσε μονάχα κεφαλομάντιλα χωριάτικα, τα μαντίλια δηλαδή που φορούσαν στο κεφάλι ακόμα τότε οι γυναίκες της υπαίθρου. Τα φορούσαν μέρες καθημερινές και γιορτινές και είχαν διάφορα χρώματα και σχέδια, ανάλογα με την περιοχή στην οποία κατοικούσαν. Αλλα μαντίλια φορούσαν π.χ. οι γυναίκες στη Ρούμελη, άλλα στη Θεσσαλία, άλλα στην Κρήτη, κλπ, και κάθε νησί σχεδόν είχε το δικο του ξεχωριστό χρώμα και μοτίβο.
Εκεί, σε αυτό το μαγαζάκι, έβρισκε κανείς όλα τα σχέδια και όλα τα χρώματα μαντιλιών, τα οποία προμηθευόταν ο κ. Μπιρλιράκης από διάφορους βιοτέχνες απ' όλη τη χώρα. Είχε κρεμασμένα στη σειρά τα δείγματα, από ένα μαντίλι κάθε περιοχής, κατά μήκος του στενού διαδρόμου που οδηγούσε στο μαγαζί του, δεξιά και αριστερά. Ενα πλήθος μαντίλια υποδεχόντουσαν τον κάθε πελάτη, ο οποίος, περνώντας από μια μαγική πολύχρωμη στοά με αραχνοΰφαντα πέπλα να τον χαϊδεύουν, έφτανε στα άδυτα των αδύτων για να κάνει την παραγγελία του, αφού θα είχε διαλέξει πρώτα το μαντίλι που τον ενδιέφερε. Ενα τεύχος του περιοδικού ΓΥΝΑΙΚΑ, του "ευαγγελίου" των γυναικών τότε, είχε κάνει ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα -το θυμάμαι καλά- στο μαγαζί του κ. Μπιρλιράκη με φωτογραφίες από υπέροχα μαντίλια.
Τελευταία φορά που επισκέφτηκα το μαγαζί αυτό ήταν την άνοιξη του 1971, όταν είχα την ιδέα να τσοντάρω στο μηνιάτικο που κέρδιζα με την δημιουργία και πώληση πρωτότυπων φορεμάτων από μαντίλια. Πήγα λοιπόν και αγόρασα ένα σεβαστό αριθμό μαντιλιών πολύ φτηνά, μια και, όπως μου εκμυστηρεύτηκε ο κ. Μπιρλιράκης, θα έκλεινε το μαγαζί γιατί είχε δοθεί το παλιό κτίσμα αντιπαροχή. Μάλιστα, όπως μου είχε πει, θα το έκλεινε έτσι κι αλλιώς επειδή είχε μειωθεί η ζήτηση: μονάχα οι γριές φορούσαν μαντίλια πλέον και αυτές είχε πελάτισσες μαζί με μερικά συγκροτήματα παραδοσιακών χορών και οι βιοτεχνίες που τα έφτιαχναν βάζανε λουκέτο η μια μετά την άλλη.

Πήρα λοιπόν τα μαντίλια μου σε μια βαλίτσα -δεν πιάνουν πολύ χώρο, είναι πολύ λεπτοϋφασμένα- και πήγα στο νησί όπου δούλευα κι έβαλα μπρος την επιχείρηση "χειροποίητα φουστάνια από μαντίλια"! Είχα σκιτσάρει μερικά σχέδια συρραφής των μαντιλιών και έπιασα να τα ράβω -στο χέρι φυσικά, ένα τόσο λεπτεπίλεπτο ύφασμα δεν αντέχει τη μηχανή- ώστε να προλάβω τους καλοκαιρινούς τουρίστες. Πρόσεχα να είναι απλά σχέδια, χωρίς πολλά κοψίματα, επειδή αυτό το ύφασμα ξέφταγε, καθώς και να μην έχουν πολλές ραφές επειδή είμαι τεμπέλα και ανυπόμονη και θέλω να βλέπω γρήγορα το αποτέλεσμα της δουλειάς μου.
Οταν τελείωσα, πλάκωσε η πελατεία. Πρώτα μια κοπέλα που, ενώ είδε όλα όσα είχα φτιάξει, ζήτησε κάτι τι που είχα διστάσει να υλοποιήσω και το είδε μόνο σε σκίτσο. Το φόρεμα εκείνο απαιτούσε τρία μαντίλια και για τούτο δεν είχα τολμήσει να το ράψω, μη χαραμίσω αδίκως τα μαντίλια και δεν πουληθεί, ήτανε και εξεζητημένο. Της κοπελιάς της άρεσε, συμφώνησε στην τιμή, το αγόρασε και με σύστησε και σε μια φίλη της που είχε μπουτίκ στη Μύκονο, να τα πάω να τα δει.
Σε λίγες μέρες πήγα στη Μύκονο να δείξω τα φουστάνια και τα μπλουζιά, κατευθείαν στη μπουτίκ, η ιδιοκτήτρια είδε 2-3 δείγματα, συμφώνησε με την τιμή που είχα ζητήσει και μου είπε να τα ξεπακετάρω και να τα κρεμάσω. Οσο τα άνοιγα και τα ξετύλιγα αυτά πουλιόντουσαν. Μέσα σε μισή ώρα είχαν πουληθεί όλα και δεν ήτανε και λίγα! Η ιδιοκτήτρια ήτανε απασχολημένη με άλλους πελάτες και τα φορέματα τα πληρώνανε σε μένα. Οταν πουλήθηκε και το τελευταίο -με τόση ταχύτητα!- πήγα να της δώσω το ποσοστό που είχαμε συμφωνήσει και μου είπε "άντε που θα μου δώσεις και λεφτά! πάρτα και φύγε και περιμένω κι άλλα φουστάνια σε δέκα μέρες και τότε τα βρίσκουμε".
Πήρα τα χρήματα και πήγα στην έκθεση μιας ολλανδής ζωγράφου, στο μπαράκι "Μονπαρνάς" του (έλα μου ντε! αλτσχάιμερ είναι αυτό) που ερχόταν κάθε χρόνο από το Παρίσι και το άνοιγε, και αγόρασα ένα κολάζ που μου άρεσε. Την άλλη μέρα πήγα φυσέκι στην Αθήνα να ψωνίσω κι άλλα μαντίλια, αλλά το μαγαζάκι δεν υπήρχε. Στη θέση του, ένα σκαπτικό μηχάνημα έσκαβε με θόρυβο τα θεμέλια της νέας οικοδομής. Εψαξα να βρω μαντίλια σαν και κείνα, αλλά δεν υπήρχαν αλλού. Με στείλανε σε ένα μαγαζί στο Μοναστηράκι όπου είχε πουλήσει ο κ. Μπιρλιράκης το στοκ του, αλλά όσα περίσσεψαν τα είχανε στείλει κάπου στην Εύβοια. Αν είχα βρει μαντίλια, ίσως να είχα αλλάξει επάγγελμα. Αχ, άτιμη αντιπαροχή τι μου έκανες! Μου άρεσε αυτή η δουλειά, αλλά.. τώρα που το σκέφτομαι.. μάλλον θα τη βαριόμουν σύντομα. Καλή ήταν για ένα διάλλειμμα.
---------------
ΣΗΜ. Το "κομμάτι" στη φωτογραφία είναι αυτό που κράτησα για μένα. Πάντα μου άρεσε το μοβ.



This is a FunEL










7 σχόλια:
Χρυσοχέρα και πολυπράγμων κυρία Ροδιά μας...
;-)
Άψογο το μώβ, μου φαίνεται ότι και εγώ ΑΥΤΟ θα κράταγα!
Ταλέντο δημιουργικό και στα αραχνοϋφαντα λοιπόν!
para poli wraia!
mia fora piastika kai fw na rapsw mantilia gia na ftiaxsw blouzia kai me kraksan oloi...
Το κείμενο ωραίο και . . . στραβωτικό, για εμάς τους μεγαλύτερους, αλλά, χαλάλι σας!
Καλό απόγευμα!
Σαν παλιο διήγημα ελληνικό.
Μου ομορφήνατε το πρωινό Ροδιά.
Ευχαριστώ.
Καλημέρα.
Η καλλιτέχνις είναι καλλιτέχνις με ό,τι κι αν καταπιαστεί.....
όχι για το χρώμα που αγαπώ πολύ,
αλλά κυρίως για αυτή την
ταξιδιάρικη γραφή που την διαβάζω
καιρό,
και με κάνει να σκιτσάρω ακατάπαυστα,
(τόσο που κάθε που σε ανοίγω,
έχω και το sketchbook ανοιχτό
και τα μολύβια μου έτοιμα)
σε ευχαριστώ πολύ που μοιράζεσαι
τις ιστορίες σου,
αυθόρμητα καθώς λες, ατάκα κι επί τόπου και τόσο περίτεχνα κι όμορφα
Δημοσίευση σχολίου