Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

145. ο κυρ Γιώργης ο πρόσφυγας κι η αδερφή του

Ηρθε το '22 ο κυρ Γιώργης στην Ελλάδα, πρόσφυγας κυνηγημένος, παληκαράκι δωδεκάχρονο, με την αδερφή του την Ελένη, δυο χρόνια μεγαλύτερη, και στάθηκε σ' ένα σπιτάκι στο Βύρωνα. Σαν πουλάκια κουρνιάσανε τ' αδέρφια στο σπιτάκι το γωνιακό, πού'χε ένα δωμάτιο μονάχα με ένα μεγάλο παράθυρο που δεν άνοιγε ποτέ τη μέρα. Το παράθυρο έβλεπε στο ρέμα, καρφί στο γεφυράκι που πέρναγε απέναντι και πήγαινε στο τέρμα του λεωφορείου και στο μπακαλικάκι της Ανθής.

Το σπιτάκι είχε αποκάτω ένα μικρό υπόγειο κι εκεί κοιμόταν ο κυρ Γιώργης, εκεί έφτιαχνε και τις κιμωλίες του, που τις πούλαγε στα σχολεία και στα ψιλικατζήδικα της περιοχής. Ησυχος άνθρωπος ήτανε, τη μιλιά του την είχε ακριβή, αλλά το βλέμμα του χαμογέλαγε πλατειά. Τόσο γελαστά και συνάμα μελαγχολικά μάτια δεν ξανάδα στη ζωή μου. Τον έβλεπα καθημερινά, πότε ν' ανεβοκατεβαίνει απ' το υπόγειο στο πάνω σπίτι, και πότε να φεύγει φορτωμένος τσάντες γεμάτες με κουτιά κιμωλίες. Κάπου κάπου μου πρόσφερε μερικές, αλλά δεν τις έπαιρνα μη του τις στερήσω από το βιος του. Το καταλάβαινε, νομίζω, ότι δεν ήταν από περιφρόνηση που δεν τις έπαιρνα, για τούτο μου χαμογελούσε και έστελνε χαιρετίσματα στο μπαμπά μου.

Πολλά χρόνια αργότερα έμαθα την ιστορία του κυρ Γιώργη, όταν πέθανε η αδερφή του η Ελένη, στα ενενηνταδυό της. Εμαθα πως είχε καταγωγή από πλούσια οικογένεια της Σμύρνης και πως σώθηκαν μονάχα εκείνος με την αδερφή του. Τους έσωσε ο Ερυθρός Σταυρός, λέγανε, μετά από πολλές περιπέτειες, βρέθηκαν στο σπιτάκι κι αράξανε ήσυχα, όπως ένα καράβι τσακισμένο απ' τα πολλά παλέματα με την αγριάδα της θάλασσας.

Την Ελένη δεν την είχα δει ποτέ μου, ούτε πεθαμένη την είδα μια και ήμουν μακριά όταν έγινε η κηδεία της. Λέγανε στη γειτονιά ότι δεν έβλεπε κανένα εκτός απ' τον αδερφό της, που την περιποιόταν και μαγείρευε και συγύριζε το δωμάτιο, ενόσω εκείνη καθόταν πλάι στο μεγάλο παράθυρο με τα θεόκλειστα παντζούρια και τις βαρειές κουρτίνες, που δεν ανοίγανε παρά κάποια βράδια καλοκαιρινά για να μπει λίγος αέρας. Η Ελένη δεν βγήκε ποτέ από κείνη την καμαρούλα όσο ήτανε ζωντανή, γιατί είχε δώσει όρκο να βγει από κει μέσα μόνο σαν ήτανε να γυρίσει στο πατρικό της, στη Σμύρνη.

Λέγανε ακόμα πως ήτανε μια πεντάμορφη κοπέλα, όσοι την είχανε δει πριν να κλειστεί στην κάμαρη, θαμένη με τη θέλησή της σαν καλόγρια και σα νεκροζώντανη και πως ο αδερφός της ο Γιώργης της χρωστούσε τη ζωή του. Γύρευε τί θά'χε υπομείνει για χατήρι του από τους τούρκους. Κανένας δεν ήξερε ακριβώς, αλλά η φαντασία οργίαζε, καθώς συμβαίνει στις μικρές γειτονιές. Ο Γιώργης, σαν ήσυχο και σεμνό παληκάρι, δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα να τον σχολιάσουν άσχημα, ίσα ίσα που τον σεβόντουσαν όλοι και είχαν να το λένε πόσο στοργικός αδερφός ήτανε.

Οταν τον γνώρισα θα κόντευε τα εβδομήντα. Φορούσε πάντα ένα κασκέτο και τα ρούχα του ήτανε καθαρά και περιποιημένα, όλο και τον φρόντιζε η γειτονιά στο ρουχισμό. Οταν πέθανε, μετά την αδερφή του, είχε γεμίσει το νεκροταφείο κόσμο. Οταν πέθανε κι ο πατέρας μου, η μάνα μου μου είπε ότι είχε κόψει μηνιάτικο στον κυρ Γιώργη -μαζί με δυο γείτονες ακόμα- γιατί ήτανε πολύ αδύναμος για να δουλεύει και δεν είχανε ζήτηση πλέον οι κιμωλίες του και δεν είχε και δικαίωμα για σύνταξη κιόλας. Εσβησε ο κυρ Γιώργης όπως σβήνουμε ένα μαυροπίνακα, η μορφή του όμως η φωτεινή, μαζί με το χαμογελαστό του βλέμμα, μένουν γραμμένα στην καρδιά μου -και όχι με κιμωλία.
_______________________
ΣΗΜ.
στο γωνιακό σπιτάκι που φαίνεται πίσω απο τον μοναχικό περιπατητή (οδοι σημερινές: Φλεμινγκ και Καραολή και Δημητρίου) κατοικούσαν οι άνθρωποι που περιγράφονται. (η φωτο απο την ομαδα https://www.facebook.com/groups/528645054194993/posts/1490170334709122/)

1 σχόλιο:

Rodia είπε...

Ευχαριστώ για τη σκέψη σου "Απο ευγνωμοσύνη για τον γλιτωμό απ' τον θάνατο, ν'απαρνιέσαι τη ζωή." Δεν το είχα σκεφτεί...

:-)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...