ουρλιάζαν τα τηλέφωνα κι έτρεχε γύρω γύρω στο σπίτι να ξεφύγει από το ουρλιαχτό, νευρίαζε απίστευτα με το συρριστικόν αυτόν ήχο, δεν έβρισκε πού να κρυφτεί, κι όλο μίκραινε, μίκραινε, κάθε ουρλιαχτό αφαιρούσε κι ένα πόντο από το μήκος του, ουρλιάζαν τα τηλέφωνα και ο ήχος αυτός ο επαναλαμβανόμενος όρμηξε με βία μέσα στο μυαλό, έκανε κατάληψη της φαιάς του ουσίας, ήταν αδύνατο να σκεφτεί πλέον ό,τιδήποτε, και μίκραινε μίκραινε μέχρι που κατάφερε να χωθεί μέσα σε ένα σφουγγάρι απαλό, αλλά κι εκεί μέσα ο ήχος τον κυνηγούσε, είχε γίνει ένα με τον ήχον αυτόν, είχε εμποτιστεί μέσα-έξω, δεν σκέφτηκε ότι ίσως αν σήκωνε το τηλέφωνο ο ήχος θα σταμάταγε ή αν έσπαγε το τηλέφωνο και πάλι ο ήχος θα έπαυε να βγαίνει, το ουρλιαχτό του τηλεφώνου αποδιοργανώνει το μυαλό και είναι αδύνατο να σκεφτεί. Τότε, ένα χεράκι απαλό πήρε το σφουγγάρι, άνοιξε τη βρύση της μπανιέρας κι αρχίνησε να τραγουδάει κι αυτός μεγάλωνε, μεγάλωνε και -τσουπ!- βρέθηκε μέσα στη μπανιέρα μαζί με το χεράκι το απαλό και "σε παρακαλώ, τρίψε μου την πλάτη" άκουσε μια φωνή εξίσου απαλή να λέει και το ουρλιαχτό πέταξε μακριά, πήγε σε άλλα τηλέφωνα να εκφραστεί
(φ/β μόλις τώρα)
(φ/β μόλις τώρα)



This is a FunEL










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου