Τρίτη, Απριλίου 03, 2018

509. ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟΥΤΗ!


“Θα τη φας τη ζωή σου με τα γράμματα” μάλλιασ’ η γλώσσα της μάνας της, να λέει και να ξαναλέει τα ίδια, μα εκείνη, του κεφαλιού της. Τώρα θ’ άκουγε; Τώρα, που τα μυαλά της είχανε πάρει αέρα με το άριστα στα μαθηματικά; “Στρώσε, μωρή, τον κώλο σου να μάθεις μαγείρεμα, συγύρισε και καμμιά φορά, θα παντρεφτείς και θα σε διώξει ο άντρας σου” έλεγε και ξανάλεγ’ η γριά κι ο λαιμός της φούσκωνε κι έσταζ’ ο ιδρώτας απ’ το κούτελο στην ποδιά της, μέσ’ στον αρακά που καθάριζε. 

Μα η μικρή, τίποτα. Εκανε τα κουφά αυτιά. Το τσουλούφι τό ’ξερε να το στρώνει μιά ώρα στον καθρέφτη, το κρεββάτι της δεν ήξερε να το στρώσει μιά φορά. “Εγώ θά ’βρω έναν άντρα να τ’ αρέσει να κάνει δουλειές του σπιτιού” έλεγε, “ή θα μείνω ανύπαντρη, να σπουδάσω, να δουλεύω...” “Και τί να δουλεύεις μωρή;” έλεγ’ η μάνα της. “Καλύτερα είναι, μάτια μου, να κλείνεσαι στους τέσσερις τοίχους παρέα με τις καρέκλες και τα βιβλία, τ’ αναθεματισμένα, παρά νά ’σαι κυρά κι αρχόντισσα στο σπιτικό σου; Καλύτερα ’ναι, βρε μουλάρα, νά ’χεις δέκα νομάτους πάνωθέ σου να σε διατάζουν, παρά νά ’χεις έναν, τόνε δικό σου, που θα τόνε κάνεις και ζάφτι; Αχ, μωρή, ποιός να μου τό ’λεγε, ο καημός σου θα με φάει. Αχ, θα σε φάνε τα γράμματα, μωρήήή”! 

Περάσανε τα χρόνια και βγήκ’ η μάνα προφήτισσα. Οχι πως έμαθε και πολλά γράμματα η θυγατέρα, όχι, έμεινε με το άριστα στα μαθηματικά κι έγινε σχεδιάστρια. Την έβρισκ’ η νύχτα πάνω στα σχέδια, πιανόταν ο σβέρκος της και τα ποδάρια της πρίζονταν απ’ το φλεβίτη, αλλά η αξιοπρέπεια, αξιοπρέπεια. “Βγάζω τίμια το ψωμί μου, μάνα” έλεγε τις Κυριακές, που ξαπλάρωνε ως το μεσημέρι με το μαλλί στα ρολλά και τη μούρη πασαλειμένη κρέμες, κι η μάνα, πού ’χ’ ασπρίσει πάν’ απ’ την κατσαρόλα και το σφουγγαρόπανο, κούναγε την κεφαλή της και δε μίλαγε πιά. Εσκεφτόταν μονάχα, τι καλά που θά ’τανε νά ’χαν έναν άντρα στο σπίτι και μπόλικα κουτσούβελα να τα νταχτιρντίζει και να τη ζαλίζουνε με τα ρωτήματά τους, “γιατί, γιαγιά” και “γιατί, γιαγιά”, βουίζανε τ’ αφτιά της, από μέσα τους. Η θυγατέρα, άσπριζε κι αυτή σιγά σιγά, μα, ανάθεμα τις μπογιές που βγήκανε για να κολάζουν τις γυναίκες, τα ’βαφε τα μαλλιά και το ξεχνούσε πως τα χρόνια περνούνε γρήγορα. 

Και σαν έβαλε γυαλιά, “για τη δουλειά” είπε, την πρεσβυωπία δεν την παραδεχόταν. Η μάνα σερνόταν τώρα, είχε ογδονταρήσει κιόλας, κι η θυγατέρα κόντευε τα εξήντα, όταν πλάκωσαν κι οι αρρώστειες για τα καλά. Νοσοκομεία, φάρμακα, το ζάχαρο ψηλά κι η χοληστερίνη στον Ταϋγετο. Η κόρη χίλια κομμάτια, τί να πρωτοκυττάξει; Τη μάνα, το σπίτι, τη δουλειά ή τη ζαρωμένη της μούρη; Ξύπνησε ξαφνικά κι έβαλε αγγελία: “Κόρη ετών 49, ζητεί κύριον...” κλπ. κλπ. Δεν έζησ’ η μάνα της να δεί το θλιβερό γεροντάκι, που στήθηκε στο πλευρό τηςθυγατέρας της, γαμπρός, στην εκλησιά. Καλύτερα. Πρόλαβε και την εξέκανε η αρρώστεια, προτού τηνε ξεκάνει το μαράζι. 

“Θα σε φάν’ τα γράμματα, μωρήήή!” ακούει τη μάνα στ’ όνειρό της και τινάζεται. Συνταξιούχα πιά, μα κυρία αξιοπρεπής τώρα, με το μουνί αραχνιασμένο, σηκώνεται απ’ το ξημέρωμα να προφτάσει να μαγειρέψει, να πλύνει και να σιδερώσει τη μπουγάδα κάθε μέρα. Δεν επήρε άντρα αυτή, ένα γέρο να τονε ξεσκατώνει πήρε. Και πού να τον αφήσει, που με τη δική της σύνταξη δε ζεί ούτε γατί. “Μ’ έφαγαν τα γράμματα, μάνα, και το ξερό μου το κεφάλι” μουρμουρίζει, μα η μάνα δε γυρίζει απ’ τον τάφο να χαρεί το δίκηο της. “Μ’ έφαγες και σύ, μάνα, με τη μουρμούρα σου” σκέφτεται και δαγκώνει τη γλώσσα της, που ρίχνει τα φταιξίματα στη νεκρή, κι ο γέρος βογγάει και γρυλλίζει σα γουρούνι που το σφάζουν: “Τά ’κανα, μωρή, τά ’κανα, έλα πιά και θα πληγιάσω!” κι εκείνη τρέχει αλαφιασμένη απ’ τον καμπινέ στη μπουγάδα και στο σίδερο, κι απ’ το σφουγγάρισμα στη λάντζα. Ζωή και τούτη! 
_______________________
ΣΗΜ. από το κλαμπ anemopaixdismata, Pathfinder, 2003 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...