Πέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2008

333. Εργαστήριο Φοβήτρων

Ο καθηγητής Αλφρέδος Βάτσερμαν, Ειδικός Επιστήμων Ερευνητής Τρομολαγνείας, άφησε έναν ηχηρό στεναγμό ανακούφισης κλείνοντας το νέο επιστημονικό του σύγγραμμα, σηκώθηκε από το σκαμπό και απομακρύνθηκε από τον πάγκο εργασίας του Εργαστηρίου.

Εργαζόταν ιδιαιτέρως σκληρά τα τελευταία χρόνια σε αυτό το μοντέρνο Εργαστήριο Φοβήτρων, που είχε την έδρα του κάτω από τα θεμέλια της Λευκής Πυραμίδας στη μακρινή Τακλαμακάν. Εργαζόταν σκληρά, επειδή οι απαιτήσεις των εργοδοτών του ήταν ιδιαίτερα πιεστικές. Χρειαζόντουσαν όλο και περισσότερα φόβητρα τη σήμερον ημέρα που ο κοσμάκης ολοένα και συντομότερα αφυπνιζόταν από τους παλιούς φόβους. Τα παλιά δοκιμασμένα στους αιώνες σκιάχτρα δεν τον τρόμαζαν πλέον.

Το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο κ. καθηγητής ήταν ότι ο εκσυγχρονισμός των αρχαίων φοβήτρων συχνά δεν ήταν αρκετός κι έτσι έπρεπε να βρίσκεται διαρκώς στη τσίτα, να επιστρατεύει τη φαντασία του για τη δημιουργία ολοένα και περισσότερων φοβήτρων, ώστε η διάρκειά τους να υπερκαλύπτεται, να μη προλαβαίνει να αποκαλυφθεί το ένα φόβητρο και να εμφανίζεται στο προσκήνιο ένα καινούργιο, μια και οι άνθρωποι ολοένα γινόντουσαν εξυπνότεροι και πιο σκεπτικιστές.

Αυτό είναι το σημαντικότερο πρόβλημα όλων των ερευνητών εφευρετών ανά τους αιώνες: η διάρκεια των εφευρέσεών τους. Μια εφεύρεση δεν είναι δυστυχώς με μια ανακάλυψη, όπου άπαξ και βρεθεί κάτι τι παύει αυτομάτως η περαιτέρω έρευνα. Ο,τι ανακαλύπτεται, πάει και τελείωσε, μένει στη θέση που καταλαμβάνει και κανείς δεν το κουνάει από εκεί, αν και υπάρχουν πάντοτε μερικοί αμφισβητίες. Η αμφισβήτηση όμως προσδίδει κύρος σε μια ανακάλυψη και δεν συμφέρει και τόσο τους πελάτες του καθηγητή Βάτσερμαν.

Αντιθέτως, το δυστύχημα είναι ότι η αμφισβήτηση μιας εφεύρεσης -ιδίως εφεύρεσης του Εργαστηρίου Φοβήτρων- κάθε άλλο παρά κύρος προσδίδει στις εφευρέσεις του, τουναντίον μάλιστα αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να τις ακυρώσει, και πάλι φτου κι από την αρχή ανασκούμπωμα για την εφεύρεση ενός καινούργιου φοβήτρου. Συχνά, αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, η εφεύρεση δηλαδή, επειδή ο καθηγητής είναι ξεφτέρι και η φαντασία του πετάει! Το κυριότερο πρόβλημα είναι η διάδοση, το πλασάρισμα του φόβου στην αγορά, «αυτό όμως δεν είναι δική μου δουλειά» σκέφτεται ο Αλφρέδος και αποσύρεται για ένα σύντομο υπνάκο που δικαιούται μετά από την πρόσφατη επιτυχία του, το καινούργιο φόβητρο που κατέβασε το αρρωστημένο του μυαλό.

Η αλήθεια είναι πως η επίδραση του προηγούμενου φόβου, δηλαδή της απειλής από τη τρομοκρατία και τους τρομοκράτες, τέλειωσε πολύ σύντομα, αλλά όχι από δική του ευθύνη, μια και είχε υπολογίσει άριστα το δημιούργημά του. Η ευθύνη έπεφτε στους ώμους των χειριστών. Διέσπειραν σε υπερβολικές δόσεις το φόβητρο του τρόμου, παρ' όλο που ο Ειδικός Επιστήμων είχε επιστήσει την προσοχή στους εργοδότες του, και έτσι δεν άργησε να χάσει την αξία του.

Από την άλλη πλευρά, ίσως να είναι καλύτερα για τον ίδιο και για το Εργαστήριο Φοβήτρων να εκπνέει σύντομα ο χρόνος επίδρασης των εφευρημάτων, ώστε σε δουλειά να βρίσκεται αυτό το εμπνευσμένο επιστημονικό σύστημα. Διαφορετικά, αν δεν εξέπνεαν σύντομα τα εφευρήματα, θα είχε ήδη συμβεί η εκπνοή του Εργαστηρίου και των εργαζομένων εκεί μέσα.

Ετριψε τα χέρια του λοιπόν ο Αλφρέδος Βάτσερμαν και αποσύρθηκε στον κοιτώνα του, βέβαιος -από τις εικόνες στην τιβί, τα βαρύγδουπα άρθρα στον τύπο και τα ραδιοφωνικά αφιερώματα- ότι το νέο του Φόβητρο θα είχε αρκετή διάρκεια ώστε να τολμήσει να διαθέσει λίγο χρόνο και για τον εαυτό του.

Κλείνοντας απαλά τα βλέφαρα, έστειλε το νου του να ταξιδεύει σε κάποια παραδεισένια νησιά. Αύριο κιόλας λογάριαζε να πετάξει με το προσωπικό του υδροπλάνο κατά 'κει. Ηδη, ο Φόβος της Οικονομικής Κρίσης είχε διαδοθεί στις σωστές δόσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη και θα διαρκούσε αρκετά...

-->> η ιστοριούλα μεταφέρθηκε χτενισμένη εδω

Κυριακή, Δεκεμβρίου 21, 2008

332. ο γιος της μπακάλισσας

Τον έλεγαν Στέφανο και ήταν ένας κούκλος, όπως όλοι οι συνονόματοί του που γνώριζα ήδη, ο νονός μου κι ο γιατρός μου δηλαδή. Στα εικοστρία του, μόλις απολύθηκε απο το στρατό, μιλάμε για πριν από καμιά δεκαπενταριά χρονάκια, αποφάσισε να γίνει σεκιουριτάς, επάγγελμα προσοδοφόρο, όπως προσπαθούσε να πείσει τη μάνα του και τους πελάτες του μπακάλικου, που βλέπαμε καθαρά ότι, μετά την απόφασή του αυτή, το σίγουρο μέλλον που διαγραφόταν για το μαγαζάκι ήταν το λουκέτο.

Ετσι κι έγινε. Πριν συμπληρωθεί χρόνος από το διορισμό του γιόκα της σε μεγάλη εταιρεία, η μπακάλισσα το έκλεισε το μαγαζί κι έμεινε η γειτονιά με ένα μπακάλικο λιγότερο. Σε δυο χρονάκια, κλείσαν και τα άλλα δυο που υπήρχαν και άνοιξε ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ με απ' όλα.

Οι γείτονες και πελάτες που αγωνιζόμασταν να συντηρήσουμε τα τρια μπακάλικα -τα δυο και με είδη μαναβικής- προσπαθούσαμε για κάμποσο καιρό να πείσουμε τους ιδιοκτήτες τους να συνεργαστούν και να σιάξουν μαζί ένα μεγαλομπακάλικο, αντίσταση στη λαίλαπα των σούπερ μάρκετ που είχαν αρχίσει να πλημμυρίζουν την πόλη μας, αλλά «στου κουφού τη πόρτα, όσο θέλεις βρόντα» που λέει και η παροιμία. Κλείσαν λοιπόν όλα κι εμείς ψωνίζαμε φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή και για τα υπόλοιπα γίναμε πελάτες του σούπερ μάρκετ αναγκαστικά.

Σε μια βόλτα, τώρα κοντά, στα πρόσφατα γεγονότα, διάκρινα το Στέφανο πίσω από μια ασπίδα κι ένα κράνος. Τον πλησίασα να τον χαιρετίσω, αλλά στην αρχή έκανε σα να μη με γνώριζε. Μόλις του είπα «Στέφανε, εσύ εδώ; Τι κάνεις παιδί μου; Στο σπίτι όλοι καλά;» απάντησε βιαστικά «καλά, καλά, αλλά φύγετε τώρα» κι έστριψε απότομα να βρει τους συντρόφους του.

Είμαι πολύ περίεργη να μάθω αν, τελικά, ο Στέφανος είναι ευχαριστημένος από τη δουλειά του, αν νοσταλγεί τις παλιές μέρες, αν μετανιώνει για την απόφασή του, αν θα προτιμούσε να έμενε στο μπακάλικο να διαδεχόταν τη μάνα του, αν.. αν.. αν.. Πολύ φοβάμαι όμως ότι η περιέργειά μου δεν θα ικανοποιηθεί.


ΣΗΜ. εννοείται ότι δεν τον λέγαν Στέφανο, αν και θα μπορούσε να ονομάζεται έτσι μια και έμοιαζε πράγματι στον πανέμορφο νονό μου.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008

331. το βόδι και το πουλί

- Οταν εσύ μηρυκάζεις, εγώ πετάω!
είπε το πουλί στο βόδι
- Ναι, αλλά τώρα κάθεσαι στη πλάτη μου!
απάντησε το βόδι και συνέχισε το μασούλημα

- Τρώω τα σκουλήκια που σε ενοχλούν
είπε το πουλί στο βόδι
- Α, ναι; Δεν κατάλαβα να με ενοχλεί κάτι.
απάντησε το βόδι και συνέχισε το μασούλημα

Το πουλί πέταξε μακριά.
Πληγώθηκε από την αδιαφορία του βοδιού.
Σε λίγο καιρό δεν υπήρχε βόδι.
Το είχαν φάει τα σκουλήκια.

Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2008

330. O καιρός των βερυκόκκων



Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων
παρήλθεν και ανέπι και στρεπτί
προς άγραν εξορμώ καινούργιων τόπων
για τούτο σιγοκλαίει το γατί

Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων
παρήλθεν και ανέπι και στρεπτί
ανέπι και ανέπι
και σαλέπι και μαχλέπι
και ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί

Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων
τα δέντρα ξεραθήκανε μεμιάς
γυρεύω συμβουλές βολιδοσκόπων
αντάξιες τοσαύτης γκαντεμιάς

Παρήλθεν ο καιρός των βερυκόκκων
τα δέντρα ξεραθήκανε μεμιάς
ξερά και καταξέρα
και αέρα και πατέρα
και για όλα φταίει μάλλον ο γαμιάς

-->> τα στιχάκια γράφτηκαν πριν μερικά χρονάκια αντί σχολίου σε μιαν υπόθεση βιασμού. Είχαν χαθεί στον κυκεώνα του πισί μου, αλλά χτες βρήκα το τραγουδάκι που είχα χτίσει με αυτά κι έτσι τα αντέγραψα και τα ανεβάζω εδώ, γιατί νομίζω ότι εδώ ταιριάζουν αν και δεν είναι γραμμένα "ατάκα κιεπιτόπου"!

-->> images from http://www.matton.fr/images/recherche/abricots.html

Πέμπτη, Νοεμβρίου 20, 2008

329. Ο Ηλιος βασιλεύει στη Μηχανιώνα

Εκεί ακριβώς μου είπες «το ηλιοβασίλεμά μου καθρεφτίζεται στα μάτια σου» και'γώ απάντησα «δε θέλω να καθρεφτίζεις τα ηλιοβασιλέματά σου στα μάτια μου» και η κουβέντα κόπηκε απότομα. Είχα βαρεθεί να είμαι το ανοιξιάτικο τοπίο σου, το φεγγάρι που κάνει βόλτες, η πεταλουδίτσα στη λάμπα και άλλα ξενερέ. Φύγαμε με διαφορετικά λεωφορεία για την Πόλη του Κωστή και του Μανόλη και του Μήτσου και του Αργύρη και του Στέφανου και του Αλέκου και του Γιάννη και της Αρτεμης και της Μυρτώς και της Κικής και της Λέλας και του Πάνου και του Γιώργου και του Κωστάκη και της Αννας και του Αχιλλέα και της άλλης Αρτεμης και της Λέτας και της άλλης Αρτεμης και του Μίμη του μικρού και της Νίνας και του Ηρακλή και του Νίνου και της Ζωΐτσας και του Βασίλη και της Τασούλας και της Ιφιγένειας και της άλλης Ζωής και του Νίκου και του άλλου Γιώργου και του Πλούταρχου και της Δάφνης και της Στέφης και της Βάσως και του Περικλή και του Αρη και της Μάρως και της Γιωργίας και της Ανάστας και της Ευρώπης και της Παρθένας και του Αγαπητού και της Βικτωρίας και της Ροζαλίας και του άλλου Βασίλη και του άλλου Νίκου και του Τάσου και και και... Ολο και κάποιο όνομα θα ξεχνώ...
...και ο ήλιος σου δεν ξαναβασίλεψε στα μάτια μου -ευτυχώς για κείνον!


-->> σπονδή στο ποστ του Πετεφρή Ωδή στο ηλιοβασίλεμα

Κυριακή, Νοεμβρίου 09, 2008

328. Τα παιδιά των σεντουκιών


κρύβω σ' ένα σεντούκι ένα παιδί
ένα ευαίσθητο, εύθραυστο παιδί
πότε χαρούμενο και πότε λυπημένο
πότε και πού γεννήθηκε κανείς δεν ξέρει
κι από τη μάνα που το γέννησε το κρύβω

κρύβω μέσ' στο σεντούκι ένα παιδί
μέσ' στο γερό σεντούκι κλειδωμένο
η κλειδαριά από μέσα
κλειδώνει ξεκλειδώνει μοναχό του

κάποτε βγαίνει έξω ν' ανασάνει
να παίξει με παιδιά και με μεγάλους
-που κρύβουν τα παιδιά τους στα σεντούκια-
κάποιες φορές πετιέται
να σκανταλίσει θέλει, να ξαφνιάσει

κάποιοι μεγάλοι το χαλάσαν το παιδί
-που ήταν μέσα τους χτισμένο-
φοβούνται τα παιδιά των σεντουκιών
και τα τσαλαπατούν όπου τα βρίσκουν
ξεχάσαν τι θα πει παιχνίδι
μπορεί και να μη τό 'μαθαν ποτέ τους
να είχαν αίμα πεθαμένο από πάντα
-αυτό το αίμα κύλαγε στις φλέβες-
γι αυτό ίσως να πεθαίνουν
συνέχεια να πεθαίνουν
από γεννησιμιού τους νά 'ναι πεθαμένοι
και να φοβούνται μη τυχόν πεθάνουν

τι θα γινόταν άραγε ο κόσμος
χωρίς παιδιά μέσ' τα σεντούκια;
είν' ευτυχία να υπάρχουν
να βγαίνουν πότε πότε να δροσίζουν τον αέρα
να βγαίνουν πότε πότε και να κλαίνε
να βγαίνουν πότε πότε να γελάνε
να βγαίνουν πότε πότε να ουρλιάζουν
μήπως ξυπνήσουν οι νεκροί κι οι κοιμισμένοι

χωρίς παιδιά μέσ' τα σεντούκια
τι θα γινόταν άραγε ο κόσμος;


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...